ΞΕΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ MOY

 

Στο μέσο   ετούτου του ολοστρόγγυλου και διάφανου κενού

που με παίρνει συνεχώς στο κατόπι  μέσα απ’  τη γη

αντηχούν τα τσεκούρια  που  τα κλαδιά γκρεμίζουν

τα φυόμενα απάνω  στον μαρμάρινο κορμό που τον έχει λειάνει

του μπαρουτιού η αιθάλη   και της σελήνης το φέγγος

φιλτραρισμένο   μέσα απ’   τις χιονάτες  παλάμες σου.

 

Τα χέρια σου μάζευαν  μες  στα εφτά τους χρώματα

τη βροχή του μετώπου μου και τον αφρό του ύδατος

που στα νερά της ξανθιάς σου κόμης χανόταν

ενώ η κεφαλή σου ανασηκωνόταν πάνω στους κυματισμούς

πράσινη ανάμεσα στα πράσινα φύκια με τα χείλη ανοιχτά

από το τελευταίο χάδι των πύρινων χειλιών μου.

 

 

*

ΞΗΡΑΣΙΑ

(Στον Λουίς Μπουνιουέλ)

Τα μαύρα δέντρα

τα κλαδιά τους

σταυρώνουν

γυρεύοντας

λίγο νεράκι.

 

Τα μαύρα δέντρα

καρφώνουν

το βλέμμα τους

στον ουρανό.

 

Στα μαύρα δέντρα

νερό δεν πέφτει,

και σχεδόν ξεραμένα

ρίχνουν τα μάτια τους

στη γη που ‘ναι δίχως χυμούς

και δίχως ανάσα.

 

 

*

Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

 

Στο αφρώδες κορμί της γεννιόταν τα στάχυα

που σαν ριπές ανέμου με τους ψιθυρισμούς  τους γεμίζουν

τη χαμένη καρδιά μου μέσα στο πέλαγος  της γλώσσας της

την καρδιά μου που βρίσκεται καταμεσής της ερήμου

από φωνές σιδηροδέσμια  σε αιμάτινη όαση.

 

Η χαμένη καρδιά μου μες τις πτυχές της γυρεύει

τη φλόγα που θα καταβροχθίσει τις αγωνίες του ίσκιου της

και τα χιόνια που θα κατέβουν απ’ τα πανύψηλα όρη.

 

*

ΔΙΧΩΣ ΟΡΙΑ ΠΑΘΟΣ

 

Ίπταται η καρδούλα μου

με τα πουλιά ενωμένη

κι αφήνει στα δέντρα ανάμεσα

ένα αδιόρατο χνάρι

από χαρά κι από αίμα

 

Οι σταγόνες  της δρόσου

πάγωσαν στ’  ανοιχτά

κι ανθισμένα  χέρια

των ερωτευμένων.

 

Ίπταται  η καρδούλα μου

η δεμένη καρδιά μου

μ’  αλυσίδες άστρων

στον ίσκιο ενός δέντρου

με αλυσίδες δεμένη

και με πουλιών τραγούδια.

 

 

 

 *

 

ΑΠ’ ΤΟ ΦΩΣ ΕΝΩΜΕΝΟΙ

 

Κάτω απ’ το  ίδιο φως

τα κεφάλια μας είναι.

 

Η δική σου και η δική μου καρδιά

τραγουδούνε πάνω στις πέτρες

όταν κρύβει η νύχτα

τους βρυχηθμούς των θεριών.

 

Η καρδιά σου και η καρδιά μου

να ήταν από άμμο μονάχα;

 

Μέσα στην έρημο σέρνουν

οι καμήλες τους μεγάλους καημούς τους

και κουβαλούν μες τα μάτια τους

οάσεις με φοινικόδεντρα.

 

Η καρδιά σου και η καρδιά μου

να ήταν από άμμο μονάχα;

 

Οι ενωμένες σκιές μας

ανθίζουν πάνω στη γη.