1. ΑΤΙΤΛΟ

 

Τόση έρημος,

λες,

πού πήγε;

 

Και τώρα δυο κόκοι άμμου

σ’ αυτήν την κλεψύδρα…

 

Και τρέχεις έντρομος,

μέσα στη νύχτα

να ψάξεις το ποδήλατο

που σου κλέψανε παιδί.

 

 

Without a title

 

You wonderhow come,

where did it go

such an immense desert?

 

Now in this clepsydra

there remain two sand beads…

 

Terrified you run,

in the night

to find your stolen bike

whenyou were a child.

 

 

  1. ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΛΕΟΝ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

 

Ακολουθώ τους ήχους των εκρήξεων

-δεν έχω πλέον επιλογές

-δεν έχω Άνοιξη

Στις δυναστείες δεν έχω θέση.

Ακολουθώ τα ίχνη

Που άφησε το αίμα των εξεγερμένων

Τις κραυγές των φυλακισμένων συντρόφων

Φοράω τα ματωμένα πουκάμισα

Κι αντίθετα στον άνεμο τους προχωράω.

Δεν έχω πλέον διλήμματα.

Ή με το δίκιο ή με την εξουσία.

 

 

I no longer have dilemmas

 

I follow the sounds of explosions

-I don’t have any options

-I don’t have any Spring, either

I have no place under the dynasties.

I follow the traces

that the blood of uprising ones has left

I follow the screams of the imprisoned companions

I wear the shirts filled with blood

And I’m marchingopposed to the wind.

I no longer have dilemmas.

Either projustice or prothe tyrant authority.

 

 

  1. ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ

 

Επιστρέφω,

να ράψω ερμητικά

τα μάτια των προδομένων

τα ράκη να φορέσω των μοναχών

και στους καταραμένους

την άφεση να δώσω.

Έρχομαι,

να πέσω εδώ στη μέση της αρένας

χωρίς αίμα και μνήμα,

χωρίς καθρέφτη κι ελπίδα,

χωρίς Αίγυπτο, Ακαρνανία και όρη.

Τα βήματα του θηρίου ακολουθώ

τη μυσταγωγία του ανομολόγητου έρωτα.

Ορκίζομαι στο όνομα των πλοίων

που δεν λύσαν ποτέ τα σκοινιά τους.

Εκλιπαρώ το τρύπιο βλέμμα,

ανοίγω τον στρόβιλο των νεκρών ημερών

Έρχομαι με τους τελευταίους να πέσω

εδώ στη μέση της αρένας.

 

 

I return

 

I return,

to sew hermetically

the eyes of betrayers

to wear the rags of monks

to extend forgiveness

to the cursed ones.

I am coming,

to fall here in the middle of the arena

without blood and memorial tomb,

without mirror and hope,

without Egypt, Acarnania and mountains.

The steps of the beastI do follow

the secret ceremony of the unconfessed love.

I swear in the name of the vessels

which havenever untied their ropes.

I beg the punctured glance,

I switch open the turbot of the dead days

I come with the last companions to fall

here in the middle of the arena.

 

 

  1. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

    Όσοι έφυγαν,
    αφήνοντας πίσω τους μια πόρτα ανοιχτή
    να την κτυπάει ο άνεμος.
    Όσοι περπάτησαν μόνοι στις γραμμές του τρένου
    με μια βαλίτσα αφημένη στην αποβάθρα,
    περιμένοντας την αναμέτρηση…..
    Όσοι στοίχειωσαν τη ζωή μας χωρίς τέλος…
    Πάντα σαν υπενθύμιση σκληρή
    σαν δηλητηριασμένο βέλος
    Επιστρέφουν.
    Επιστρέφουν χωρίς μάτια
    με ένα μαύρο πουλί στον ώμο τους.
    Επιστρέφουν
    μιαν ανύποπτη, απελπισμένη στιγμή…
    να κλείσουν αθόρυβα τη ξεχασμένη πόρτα.
    .

Rerurn

.

Those who left,

leaving behind them an open door

which is now beaten by the wind,

those lonely who walked on the train tracks

with a suitcase left on the dock,

waiting for the confrontation… ..

those who endlessly made our lives haunted …

always like a hard reminder

like an arrow poisoned,

they return.

They return without eyes

with a black bird on their shoulder.

They return

at a time unnoticed and desperate…

to quietly shut the door forgotten open.

 

 

  1. Ο ΔΗΜΙΟΣ

 

Ο δήμιος που γνώρισα κάποτε,

γύριζε κάθε βράδυ σπίτι του μεθυσμένος

και διάβαζε ρομαντικούς ποιητές,

σε μια νεκροκεφαλή ακουμπισμένη στο ετοιμόρροπο τραπέζι του.

Κάποτε, μου είχε πει

αγάπησε μια ευγενική κυρία,

Την αγάπησε χωρίς επιστροφή,

την ώρα που την οδηγούσε στο ικρίωμα.

Από τότε σταμάτησε να ονειρεύεται.

Ο δήμιος που γνώρισα κάποτε,

κοιμάται κάθε βράδυ μεθυσμένος.

.

 

The executioner

 

The executioner I once met,

returned home every night as drunk

and was reciting romantic poems

to a skull leaning on a crumbling table.

One day he confessed to me

he loved a kind lady,

he loved her irrevocably,

while driving her to the scaffold.

Since then he ceased to dream.

The executioner I once met,

is sleeping drunken each and every night.

 

 

  1. ΕΤΣΙ

 

Όπως ακριβώς σου το λέω:

Στέκεται αντίκρυ στο τρένο

με τα πόδια ανοιχτά

καταμεσίς στον κάμπο.

“Έλα’, λέει,

κι ύστερα,

σαν περάσει απέναντι

χορεύει μπλουζ και γελάει.

“Ο έρωτας είναι ένα βεγγαλικό’, λέει,

κι ανάβει τσιγάρο.

Φτύνω.

Προχωράω σύρριζα στα θέατρα και τα πορνεία.

Τραγουδάω φάλτσα.

Ο έρωτας είναι η ζωή μας,

λέω.

 

 

Just like this

 

Just as I have told you:

Shestands opposite at the train station

having her legs open

in the middle of the plain.

‘Come closer’,she says,

and when she passes across

at the opposite side

she dances blues,while laughing.

‘Love is but a firework’,she says,

and lights up a cigarette.

I spit.

I go by the walls of theatres and brothels.

I sing dissonantly.

Love is indeed our life,

Isay.

 

 

 

  1. Η ΑΛΑΦΙΑΣΜΕΝΗ

 

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

Τρίχα ορθή. Αλαφιασμένη στο κεντρικό

πλακόστρωτο της Ρώμης.

Λόγια ακατάληπτα και μυστηριώδη έβγαιναν σαν

αφρός απ’ το στόμα της:

“Στην Αίγυπτο, στην Αίγυπτο. Καίγονται τα

όνειρα.

Λυγίζουν τα λιμάνια, σταυροφόρε. Γουρούνια

διοικούν το θόλο.

Καίγονται τα όνειρα’.

Στις σκήτες. Στις κρύπτες των αλχημιστών. Στην

έρημο και στον πόλο.

Είναι πίσω μου και ουρλιάζει. Με δείχνει μ’ ένα

χέρι κόκκινο

σαν φωτιά. Βγάζει φλόγες. Άνοιξε, γη. Άνοιξε!

(Απαρνημένος και καταραμένος κρύβομαι σ’ αυτή

την πόλη. Εξόριστος

κι ιερόσυλος. Σχεδόν γυμνός και σίγουρα βρώμικος.

Πάντα πιωμένος.

Δεν υπάρχει ταβερνιάρης που δεν με ξέρει, που δεν

μου λέει τον πόνο του κλαίγοντας.

Δεν υπάρχει σκυλί αδέσποτο που δεν μου κούνησε

την ουρά του. Οι πέτρες

δεν θα μ’ ανεχτούν πολύ ακόμα).

Ανακάλυψα την πλήξη των ηρώων. Το μεγάλο

ελάχιστο.

Ύστερα, τον καιρό της παλίρροιας, έγραφα αυτά.

Και ξανά η πτώση των

άδικων χρόνων. Τώρα στη Ρώμη, η ακατάσχετη

επιθυμία της διήγησης.

Έλεγα λοιπόν γι’ αυτή τη γυναίκα-φάντασμα:

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

 

 

She, frightened

 

She was running, with ferocious eyes.

Her hair erect. Frightened

on the central paved street of Rome.

She was saying incomprehensible and mysterious words

a sort of foam was flowingfrom her mouth:

‘In Egypt, in Egypt. The dreams

are burned.

Theharbours bend, you hear crusader. The dome

is governed by pigs.

Dreams are burning’.

In the small monasteries. Inside the alchemists’ crypts.

Indesert and at the pole.

She is behind me, screaming. She shows me with one

red hand

like fire. It flames. Land, do open. Open!

(Being disowned and cursed I hide myself

in that city. Exile

and sacrilegious. Almost naked and definitely dirty.

Always drunk.

There is no tavern keeperwho doesn’t know me,

whodoesn’t tell me with tears his individual pain.

There is no unowned dog ​​that didn’t swing for me

its tail. The stones

will not any longertolerate me much).

I discovered the boredom of the heroes. The big

minimum.

Then, during the tide, I wrote down those thoughts.

Then again it came the fall

of the unfair times. Now in Rome, there is an unbearable

desire for narration.

By the way, I was talking about that ghost-woman:

She was running, with ferocious eyes.