Έπειτα από κάθε ανθολόγηση-σταχυολόγηση σηκώνεται -σχεδόν εθιμοτυπικά- ο κουρνιαχτός περί ονοματολογίας: «είσοδοι», «αποκλεισμένοι», «σιγουράκια», «new entries», «αντι-σταρ» και ούτω καθεξής. Εύλογο, πλην εύκολο.

Δεδομένου ότι κανείς δεν θυμάται καμιά 200αριά ονόματα που έχουμε καταλογογραφηθεί τα τελευταία 4-5 χρόνια σε ανάλογα εγχειρήματα, πέραν από το αν συμπεριλαμβάνεται ή όχι το δικό του/της και πού, και

Εφόσον ακόμη και ο πιο συμβατικός -ή μάλλον, κυρίως αυτός- ποιητής, κριτικός, ανθολόγος, καθηγητής αντιλαμβάνεται πως η τέχνη προχωράει με τις παρεκκλίσεις και τις εκτροπές ορισμένων ατομικοτήτων

Αν θέλουμε να δούμε αυτό που κρύβει ο κουρνιαχτός, δηλαδή ποιος/α (προσπαθεί κάθε φορά να) κανοναρχεί ή αλλιώς να κολλάει τα αυτιά της κατσαρόλας όπου θέλει, καλύτερα να ξαναδιαβάσουμε τα εκάστοτε (και συχνά, ευφάνταστα) κριτήρια στα ανάλογα εγχειρήματα των τελευταίων ετών

Και ας δούμε μήπως εκείνα τα «ίσως», τα «κατά παράβαση», οι «εξαιρέσεις», τα «ναι μεν, αλλά» ευελπιστούν να είναι περισσότερο επιτελεστικά από όσο δείχνουν

Η δυνατότητα να μεταθέτεις τα όρια κατά το δοκούν (θεμιτό, βέβαια, το γούστο καθενός) είναι πιο εξουσιαστική από το rotation αναλώσιμων -ή μη- ονομάτων

Και οι τίτλοι που υπερθεματίζουν δυσανάλογα το περιεχόμενο της κριτικής ή «κριτικής» ανθολόγησης, ή οι μισο-απολογητικές, μισο-ισορροπιστικές επεξηγήσεις για την ευφάνταστη σύλληψη των κριτηρίων αποτελούν καλή στρατηγική μάρκετινγκ, αλλά όχι αισθητική πρόταση.