Ιδαία απεικάσματα  

Οι χοές στέγνωσαν.

Ο ανεμοδείκτης του χρόνου σταμάτησε.

Το πετροβολημένο  χώμα της Ίδης

αναδίδει την κάψα του μεσημεριού.

Ο τόπος θολώνει.

Σχίζεται σε μικρά κομμάτια

παρελθόντων στιγμών.

Κύμβαλα

αχούν βαθιά

μέσα από σκιώδες χάσμα.

Άχρονοι Κουρήτες ανέρχονται, μάχονται

να δώσουν φως

στους καιρούς που ολολύζουν

στους σημαδεμένους ορίζοντες

που σύρει με το άρμα του

ο Κρόνος.

Στα μπλεγμένα κατάρτια

μοναχικής δρυός

οι Ιδαίοι κρούουν τις ασπίδες τους

στο ρυθμό που σήκωσε άξαφνα ο αέρας.

Με πυρρίχια πατήματα, υψιτενή

και ιαχές

ορίζουν την ψυχή τους

ίσαμε τον ουρανό.

Το θάνατο δρασκελούν.

 

 

 

               *

`

Κρέμβαλα αχούν στην Ακαδήμεια

Στο αγκυροβόλιο του ανέμου

σανδάλια κρέμονται.

Η βροχή αλυχτά την ορμή της.

Tα φύλλα λυγίζουν.

 

Κάτω από τον αττικό ουρανό,

ανάμεσα στα ξεριζωμένα ερείπια,

στους δρόμους που σβήστηκαν

κάτω από τις βαριές ανάσες των δέντρων,

«μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω».

 

Θολές μορφές

πάνω σε θύμησες πλακόστρωτες

στέκονται, στην Ακαδήμεια.

Της Λασθένειας τα χνάρια

συναντούν τον έρωτα, το Σπεύσιππο

την ευρυμέτωπη ασπίδα, τον Πλάτωνα.

Ατελεύτητοι κυλούν οι ρεμβασμοί τους.

Ενδύονται άστρα, αριθμούς και ιδέες.

Τα κρέμβαλα αχούν μέσα στη νύχτα.

Μνημονεύουν τον οίστρο της εταίρας.

«Σφαίρα έστιν σχήμα στερεόν…».

 

Η λήθη σύρει το χιτώνα της

στις πυκνές αλέες,

στων σοφών τα περιστύλια,

στις όχθες του Ιλισσού,

στο λασπωμένο χώμα

που σκέπαστρό τους, έγινε.

 

Λασθένεια.

Όψη αέρινη, στοχαστική

με το βλέμμα στο επέκεινα.

Κόμη ξανθή,

βόστρυχοι μπλεγμένοι

στη σιωπή του Πλάτανου

που γέρνει τη σκιά του

στο ομιχλώδες πέρασμα του χρόνου.

 

`

*

 

Το φίλημα

Αγγίζω απαλά

τις  χορδές του πρωινού.

Μουσικές με συνεπαίρνουν.

Ο οίστρος του καλοκαιριού

ανατέλλει

πίσω απ’ τους ώμους

της αγαπημένης μου μελωδίας.

Στίχοι ταξιδιώτες

παλεύουν

με το φίλημα των λέξεων·

σέρνουν

το ροδόχρωμα

στης γης τα πλάτη.

Είναι η ουσία τους

που πυροδοτεί

το άνοιγμα

των μπουμπουκιών.

 

Η ποίηση ρέει την πνοή της

πάνω απ’ τα σεπτά κεραμίδια

της λήθης.

 

`

*

Τοπίο στο κάδρο  

Σβησμένο το ηλιόφως

κραδαίνει το χαμό.

Στο κοφτερό κάδρο

του θανάτου

αγκιστρώνεται η σιωπή.

Το βλέμμα σου

τοπίο

άδειο

αγγίζει τη λήθη.

Τα χέρια σου

τριαντάφυλλα.

Μαράθηκαν.

Κι ο χρόνος

πέταλο

στον άνεμο.

Το χαμόγελό σου

παγωμένο.

Αιμορραγεί τη λύπη του

στο σπασμένο καθρέφτη.

Λίγη σιωπή ακόμη.

Ο θάνατος πλησιάζει

ένα κεραμιδί παλτό

μια πλάτη

ένα ηλιοτρόπιο.

Η σιγή

υψώνει το τείχος της

πάνω από τα ερείπια.

`

*********************************************************************

`

Η Παγώνα Παρασύρη γεννήθηκε το 1972 στο Ρέθυμνο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ονειρικές Aκολουθίες (Ψηφιακές εκδόσεις: 24grammata.com, 2012). To τελευταίο διάστημα παρακολουθεί το κοινό Διαπανεπιστημιακό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.