Isaac Rosenberg 

 

   Χάραμα στα χαρακώματα

                [Break of Day in the Trenches]

                                               

Μακριά χάνεται το σκοτάδι.

Όπως πάντα, ο γερο-Χρόνος με τα μάγια του,

μα να που κάτι ζωντανό πηδάει στο χέρι μου:

ένας μοχθηρός, τρελούτσικος ποντικός,

καθώς κόβω μια παπαρούνα απ’ το παραπέτο

να τη βάλω πίσω από τ’ αυτί.

Τρελοπόντικα! Θα σ’ εκτελούσαν αν γνωρίζανε

τις κοσμοπολίτικες φιλίες σου.

Τώρα δα άγγιξες τούτο το εγγλέζικο χέρι

και το ίδιο θα κάνεις σε λίγο σ’ ένα γερμανικό,

στα σίγουρα, άμα σου κάνει κέφι

να διασχίσεις το πράσινο που κοιμάται ανάμεσά μας.

Μου φαίνεται θα γελάς από μέσα σου ενώ προσπερνάς

μάτια γερά, άρτια μέλη, αγέρωχα σώματα αθλητικά

με λιγότερες πιθανότητες να ζήσουν απ’ ό,τι εσύ,

στου θανάτου το μάγγανο δεμένα,

ξαπλωμένα μες στα σπλάχνα της γης,

στης Γαλλίας τις πεδιάδες, τις κομμένες στα δυο.

Τι βλέπεις μέσα στα μάτια μας

καθώς ουρλιάζει το σίδερο

κι η φλόγα που τοξεύει τα γαλήνια ουράνια;

Ποιο καρδιοχτύπι, ποιον τρόμο;

Οι παπαρούνες που ριζώνουν μες στη φλέβα

όλο μαδάνε και πέφτουν·

η δικιά μου όμως κάθεται σώα στ’ αυτί μου–

λίγο μονάχα ξασπρισμένη απ’ τη σκόνη.

 

*

 

Break of Day in the Trenches 

 

The darkness crumbles away.

It is the same old druid Time as ever,

Only a live thing leaps my hand,

A queer sardonic rat,

As I pull the parapet’s poppy

To stick behind my ear.

Droll rat, they would shoot you if they knew

Your cosmopolitan sympathies.

Now you have touched this English hand

You will do the same to a German

Soon, no doubt, if it be your pleasure

To cross the sleeping green between.

It seems you inwardly grin as you pass

Strong eyes, fine limbs, haughty athletes,

Less chanced than you for life,

Bonds to the whims of murder,

Sprawled in the bowels of the earth,

The torn fields of France.

What do you see in our eyes

At the shrieking iron and flame

Hurled through still heavens?

What quaver—what heart aghast?

Poppies whose roots are in man’s veins

Drop, and are ever dropping;

But mine in my ear is safe—

Just a little white with the dust.

 

The Norton Anthology of Poetry Third Edition (1983)

 

*

Wilfred Owen 

 

           Ματαιότης  

                                    [Futility]

                                               

Πάτε τον στον ήλιο μπρος–

τρυφερό τ’ άγγιγμά του κάποτε τον ξύπναγε,

στο σπιτικό του, για κάμπους μισοθερισμένους του ψιθύριζε.

Και στη Γαλλία ακόμα, πάντα τον ξυπνούσε αυτός,

μέχρι τούτο το πρωινό, τούτο το χιόνι.

Αν τώρα μπορεί τάχα κάτι να τον ανασταίνει

ο γερο-ήλιος θα το ξέρει ο γλυκός.

 

Πώς ξυπνά τους σπόρους σκέψου–

κάποτε ξύπνησε τον πηλό άστρου παγωμένου.

Να ’ναι τα μέλη τα καλοκαμωμένα, τα πλευρά

τόσο δύσκολο να σαλέψουν, τα νευρώδη κι ακόμα ζεστά;

Για τούτο λοιπόν στάθηκε τούτο το πήλινο κορμί ψηλά;

–Ω ηλιαχτίδες μάταιες που έκοψαν της γης τον ύπνο

τι άραγε τις έκανε να μπούνε καν στον κόπο;

 

*

Futility

 

Move him into the sun—

Gently its touch awoke him once,

At home, whispering of fields half-sown.

Always it woke him, even in France,

Until this morning and this snow.

If anything might rouse him now

The kind old sun will know.

 

Think how it wakes the seeds—

Woke once the clays of a cold star.

Are limbs, so dear-achieved, are sides

Full-nerved, still warm, too hard to stir?

Was it for this the clay grew tall?

—O what made fatuous sunbeams toil

To break earth’s sleep at all?

 

 

 

 

 

************************************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Ο Νοέμβρης του 2018 σηματοδοτεί την εκατονταετηρίδα από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου (Ανακωχή της 11ης Νοεμβρίου 1918).

 

Στον φονικότατο εκείνον πόλεμο, πολλοί ποιητές έλαβαν μέρος -και στις δυο αντιμαχόμενες πλευρές- και αρκετοί έχασαν τη ζωή τους σε νεαρή ηλικία. Ειδικά στην αγγλική γραμματολογία, υφίσταται ο όρος «Ποιητές του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου». Αναφέρεται σε όσους ωρίμασαν ηλικιακά και ποιητικά μέσα στα χαρακώματα, πριν πληρώσουν κάποτε και οι ίδιοι βαρύ φόρο αίματος. Δύο από τους γνωστότερους και πιο χαρακτηριστικούς ποιητές του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου μεταφράζονται εδώ. Και για τους δύο ποιητές, το 2018 σηματοδοτεί ταυτόχρονα τη θλιβερή επέτειο του δικού τους θανάτου.

 

Ο Isaac Rosenberg γεννήθηκε στο Μπρίστολ της Αγγλίας το 1890, από οικογένεια με εβραϊκές ρίζες. Από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον για την ποίηση και τη ζωγραφική. Κατατάχτηκε στον αγγλικό στρατό το 1915 και πήγε στο μέτωπο, αν και είχε αντιπολεμική ιδεολογία – ο ίδιος δήλωσε ότι «τίποτε δεν δικαιολογεί τον πόλεμο». Έχασε τη ζωή του στη Γαλλία τον τελευταίο χρόνο του πολέμου. Την περίοδο που υπηρετούσε στο μέτωπο έγραψε τα πιο γνωστά ποιήματά του, τα οποία επικεντρώνονται στις εμπειρίες του από τη ζωή στα χαρακώματα. Στο ποίημα που μεταφράζεται εδώ, δεν λείπει το χιούμορ, αλλά και η διάθεση για ζωή: ο συμβολισμός της παπαρούνας δεν μπορεί να μη θυμίζει στον Έλληνα αναγνώστη το αντίστοιχο απόσπασμα από τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, που παραπέμπει σε παρόμοια βιώματα του Έλληνα συγγραφέα από τον ίδιο πόλεμο.

 

Ο Wilfred Owen γεννήθηκε το 1893, σε μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια. Από μικρός είχε κλίση στην ποίηση. Κατατάχτηκε και αυτός το 1915. Επέστρεψε στην Αγγλία την επόμενη χρονιά, έπειτα από μια σειρά τρομακτικών εμπειριών. Εκεί, το ποιητικό του ταλέντο ωρίμασε, υπό την επιρροή του φίλου του ποιητή και επίσης στρατιώτη, Siegfried Sassoon. Επέστρεψε στο Γαλλικό μέτωπο, όπου και έχασε τη ζωή του στις 4 Νοεμβρίου 1918, ακριβώς μια βδομάδα πριν από την ανακωχή. Στο ποίημα που μεταφράζεται, η θέα του νεκρού συντρόφου οδηγεί τον ομιλητή σε μια σταδιακή μετατόπιση, από την αισιοδοξία για τη συνέχιση της ζωής (που πιθανότατα απηχεί τις χριστιανικές καταβολές του ποιητή) στην πικρή συνειδητοποίηση της ματαιότητας και της αδυναμίας απέναντι στον θάνατο. Η πορεία αυτή της σκέψης αποδίδεται με τη χαρακτηριστική για τον Owen «μισή» ομοιοκαταληξία, πραγματική πρόκληση για κάθε μετάφραση.