Τα αυγουστιάτικα κόλλυβα

Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται,
καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος·

 

Μοιράσαμε αχάραγα των νεκρών μας τα κόλλυβα
σε στόματα πεινασμένων γλάρων
που έχασκαν ανοιχτά στις φύτρες των λιόδεντρων.
Θαμμένοι γλάροι, σκελετωμένοι, αφημένοι στο θέρος.
Μα με φτερούγες που χαϊδεύουν νωχελικά τα μάτια μου,
όταν στη θύμηση μου σε φέρνω.
Τα δικά σου κόλλυβα κοχλασμένα σε αρμυρό
της αυγουστιάτικης θάλασσας νερό.
Αυτό που έρεε σαν αγίασμα από τα μάτια σου
στον τελευταίο των βλεφάρων σου σπασμό.
Το μάζευαν οι Δαναΐδες, το δικό τους να γεμίσουν πίθο.
Του δωδεκάχρονου τα χέρια κουβαλούν από τη μήτρα
που τα γέννησε, το δικός τους ραγισμένο πίθο.
Με της αυγουστιάτικης θάλασσας τα νερά
μάταια τον αμνιακό να γεμίσει προσπαθεί σάκο.
Αποξηραμένο έμβρυο που κολυμπά σε μια μήτρα γεμάτη άμμο.
Φυτεμένο στα άνθη της αγριολεβάντας
προσμένει ένα του Αυγούστου κύμα να το πνίξει,
να το αφήσει γυμνό στην αλυκή με το στρωμένο αλάτι.

Σκορπίσαμε σήμερα τα δικά σου κόλλυβα.
Του θανάτου το γεύμα μύριζε λιβάνι,
γλυκάνισο και αυγουστιάτικη θάλασσα.
Ανάμεσα στα κοχλασμένα στάχυα
λέπια ψαριών, φύκια και ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Με τα χέρια μου ανακάτεψα την κρούστα της ζάχαρης
να γλυκαθεί η ψυχή σου.
Κι ένας παπάς έψηνε τον καφέ
στη στοιβαγμένη απάνω στο σώμα σου ζεστή άμμο.
Μόνο το δικό σου δεν γέμισε λευκό φλιτζάνι.
Το ξέρω. Στην άμμο χωμένη διψάς.
Με του Αχέροντα το γλυφό θα σου ράνω τον τάφο νερό.
Τον Αύγουστο να σου φέρω στο θάνατο κοντά.

Τις ομορφότερες του ευαγγελίου, σού διάβασα περικοπές.
Από το γλωσσάρι των καλοκαιρινών άστρων
έφτιαξα τραγούδι πένθιμο, ίδιο νεκρώσιμη ακολουθία,
να ταιριάζει με τη θλίψη που κουβαλούσαν τα μάτια σου.

Στην ίριδα σου βαθιά ψάχνω το δωδεκάχρονο
να βρω σκήνωμα.
Με βράγχια το σώμα σκεπασμένο
καταδύθηκε στις κατακόμβες του αμφιβληστροειδή σου
την ώρα που δυο χέρια
ταρίχευαν στα μάτια σου το φως.
Η εικόνα του, ένα του θανάτου κτέρισμα
που κλείστηκε στον υγρό των ματιών σου τάφο.

Χαράματα σπείραμε σιτάρι
και στο σούρουπο θερίσαμε κόλλυβα.
Μόλις χθες σε θάψαμε.
Τον τάφο σου με μάρμαρο δεν πρόκαμα να σφαλίσω
και σήμερα το χρυσό θα φάμε κόλλυβο
από τα στάχυα που το δωδεκάχρονο φύτεψε
ανάμεσα στις φύτρες των ανοιχτών δαχτύλων του.