Σε μια κόρη που φεύγει από το σπίτι

 

Όταν σου έμαθα

στα οκτώ να οδηγείς

ποδήλατο, τρέχοντας παράλληλα

δίπλα σου

ενώ εσύ τρέκλιζες επάνω

σε δύο στρογγυλές ρόδες,

το δικό μου στόμα να στρογγυλεύει

από την έκπληξη όταν τράβηξες

τον κατήφορο προς το κυρτό

μονοπάτι του πάρκου,

έμεινα να περιμένω

για τον γδούπο

της σύγκρουσής σου ενώ

επιτάχυνα – για να προλάβω,

καθώς εσύ άρχισες

να μικραίνεις, να φαίνεσαι πιο εύθραυστη

με την απόσταση

πιέζοντας και πιέζοντας

για τη ζωή σου, ξεσπώντας

σε δυνατά γέλια,

το μαλλί να ανεμίζει

από πίσω σου σαν το

μαντήλι που νεύει

για το αντίο.

 

Διαλογισμός δίπλα απ’ τον φούρνο

 

Περιόρισα τις πυρκαγιές

του κορμιού μου

σε μια μικρή μα σταθερή φλόγα

εδώ μες στην κουζίνα

όπου η ζύμη έχει τη δική της ζωή

αναπνέοντας κάτω απ’ την υγρή πετσέτα

σαν ένα παιδί σε ύπνο·

όπου το πραγματικό παιδί παίζει κάτω απ’ το τραπέζι,

προσποιούμενο πως το τραπεζομάντιλο είναι σκηνή,

κάνοντας εξάσκηση για αναχωρήσεις· όπου ένα φευγαλέο

καφέ πουλί, θαμπωμένο από το φως

είχε χτυπήσει πάνω στο τζάμι

και τώρα στέκεται ζαλισμένο στο πεζοδρόμιο –

Δεν ήταν ποτέ απλή, ακόμα και για τα πουλιά

αυτή η μπίζνα της φωλιάς.

Το αθώο βλέμμα δε βλέπει τίποτα, λέει ο Ώντεν,

επαναλαμβάνοντας όσα το φίδι είπε στην Εύα,

όσα η Εύα είπε στον Αδάμ, μπουχτισμένη από τους κήπους,

θέλοντας να ζήσει την απόλυτα γεμάτη ζωή.

Μα το πάθος συμβαίνει σαν το ατύχημα

Θα μπορούσα να επιτρέψω στη ζύμη να χυθεί από την άκρη

του μπολ, παραμελώντας να την σπρώξω προς τα πίσω,

παραμελώντας το παιδί που περιμένει κάτω απ’ το τραπέζι,

τα μάτια της ήδη λερωμένα με μαλακά δάκρυα.

Μεγαλώνουμε τόσο ασυνάρτητα.

Σήμερα αισθάνομαι σοφότερη από το πουλί.

Γνωρίζω πως το παράθυρο με κλείνει,

πως όταν το ανοίξω

οι μυρωδιές του κήπου θα με κάνουν ανήσυχη.

Κι εγώ περιόρισα τις πυρκαγιές του κορμιού μου

σε μια μικρή οικιακή φλόγα για τους άλλους

για να κρατούν τα χέρια τους ζεστά για λίγο.

 

Ηθική

 

Στο μάθημα περί ηθικής πολλά χρόνια πριν

ο δάσκαλος έκανε στην αρχή κάθε φθινοπώρου την ίδια ερώτηση:

Αν ένα μουσείο έπιανε φωτιά,

ποιον θα σώζαμε, έναν πίνακα του Ρέμπραντ

ή μια ηλικιωμένη γυναίκα που έτσι κι αλλιώς

δεν της έμενε πολλή ζωή; Αεικίνητοι πάνω στις άβολες καρέκλες

αδιαφορώντας για τους πίνακες ή τα γεράματα

θα διαλέγαμε πότε τη ζωή, πότε την τέχνη

και πάντα με μισή καρδιά. Μερικές φορές

η γυναίκα έπαιρνε το πρόσωπο της γιαγιάς μου

που εγκατέλειπε την κουζίνα της για να βολτάρει

σε κάποιο ψυχρό, ημι-φάνταστο μουσείο.

Μια χρονιά, με διάθεση να φανώ έξυπνη, απάντησα

γιατί να μην αφήσουμε μόνη της τη γριά να διαλέξει;

Η Λίντα, θα απαντούσε ο δάσκαλος, θίγει τα όρια

της προσωπικής ευθύνης.

Αυτό το φθινόπωρο σ’ ένα αληθινό μουσείο στέκομαι

μπροστά σ’ έναν αυθεντικό Ρέμπραντ, πλέον η ίδια γριά

ή σχεδόν γριά. Τα χρώματα που εγκλωβίζονται

μέσα στο κάδρο είναι σκοτεινότερα του φθινοπώρου,

σκοτεινότερα ακόμα και του χειμώνα – τα καφέ της γης,

μολονότι της γης οι πιο λαμπερές αποχρώσεις φέγγουν

μες στον καμβά. Τώρα πλέον γνωρίζω ότι η γυναίκα

και ο πίνακας και η εποχή είναι σχεδόν ένα

και όλα αυτά αδύνατο να σωθούν από παιδιά.

 

*************************************************************************************************************

Η Linda Pastan (27 Μαΐου 1932, ΗΠΑ) είναι Αμερικανίδα ποιήτρια εβραϊκής καταγωγής. Σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών, φοίτησε  στο Radcliffe College και παρέλαβε το μεταπτυχιακό της δίπλωμα από το Brandeis University.  Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 15 ποιητικές συλλογές κι ένα πλήθος δοκιμίων. Είναι κυρίως γνωστή για ποιήματα μικρού μήκους που διαπραγματεύονται θέματα όπως το οικογενειακό περιβάλλον (γάμος, μητρότητα, νοικοκυριό), το πέρασμα του χρόνου, τον θάνατο, καθώς και τον φόβο της απώλειας. Την απασχολούν έντονα τα άγχη που κρύβονται πίσω από στιγμές της καθημερινότητας. Χρησιμοποιώντας συνήθως λεξιλόγιο απλό και σύνταξη βατή, μας παρουσιάζει μια ανάμνηση ή μια καθημερινή σκηνή. Το ύφος της ποιήτριας, αν και πεζογραφικό, δομείται πάνω σε έναν ψιθυριστό κι όμως στέρεο ρυθμό. Μέσα από τα πιο μικρά ερεθίσματα καταφέρνει να ξεσκεπάσει αιφνιδιαστικά το βάθος του στοχασμού της. Για την Pastan αρκεί το ζυμάρι που φουσκώνει μέσα στη λεκάνη, το θρόισμα του πουλιού στο τζάμι, ο τρόπος που ανεμίζουν τα μαλλιά της κόρης της πάνω στο ποδήλατο ή ένας πίνακας για να αναλογιστεί το προσωρινό της ύπαρξης, της δική της και των γύρω της. Αποκαλύπτοντας με ειλικρίνεια τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και πώς αυτή διαμορφώνεται μέσα και έξω από το σπίτι, χτίζει τα ποιήματά της με τα πιο ταπεινά υλικά. Δίχως να γίνεται απλοϊκή ωστόσο, συνιστά μια πρόκληση για τη μεταφράστριά της, η οποία επιχείρησε να διασώσει τα περισσότερα από τα λογοπαίγνια που η ποιήτρια συνέθεσε χάρη σε μια ευρηματική χρήση της αγγλικής. Σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα δόθηκε στη διατήρηση της αίσθησης και του ρυθμού των ποιημάτων ώστε να μπορούν επιτυχημένα να σταθούν στη γλώσσα στόχο.