Επανεκδίδονται και κυκλοφορούν σήμερα από τις εκδόσεις Μετρονόμος, ανήμερα του θανάτου του Τάσου Λειβαδίτη, δύο από τα έργα του. Το πρώτο, «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», της πρώτης του ποιητικής περιόδου, του 1953,  όταν εκδόθηκε θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Η κατηγορία στηρίχτηκε στον αναγκαστικό νόμο 509 «Περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών. Το δεύτερο «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» κυκλοφορεί για πρώτη φορά, το 1990, μετά τον θάνατό του. 
`
[«Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου»]
 `
ΔΑΚΡΥΑ
Δρόμοι προς τις μεγάλες ηδονές που βγαίνουν έξω απ’ το χρόνο
περιπέτειες των αδέξιων ερωτικών χεριών, μες στο σκοτάδι, η
                 αιωνιότητα ενός αγγίγματος –
τελικά οι ιστορίες μας έμειναν μισοτελειωμένες σαν μια
                 παιδικότητα.
Κάποτε θα κλάψω τόσο πολύ που θα εξευμενίσω όλα τα ρόδα.
 `
*

ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε
τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα
χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυν-
ση, πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’
αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελ-
θον (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και
κανείς δεν θα μας θυμηθεί.

 

 

*
ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
Συλλογιέμαι τη μοναξιά ενός παιδιού που παίζει ολομόναχο σ’ έναν
         κήπο μες στην ερημιά του καλοκαιρινού απομεσήμερου.
Ίσως οι πιο ωραίοι στίχοι ενός ποιητή ν’ άρχισαν εκεί.
*

ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ

Φυσικά προσπαθούσε να κρύψει το σακατεμένο χέρι του

έτσι κρατούσε πάντα μια σημαία.

 

 

*

ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ Β

Κάθε φορά που μου πρόσφεραν μια καρέκλα έπεφτα στην παγίδα.

Έτσι στέκομαι χρόνια τώρα όρθιος σα ν’ ακούω τη Διεθνή.

 

*

ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Ένα τραγούδι κοιμάται πάνω στην άρπα ώσπου να το ξυπνήσει
ένας πόνος ξένος

κι ω ταξιδιώτη, που γυρίζοντας απ’ τον Ωκεανό, θα ναυαγήσεις
ανάμεσα στα ρόδα ενός κήπου.

*

ΜΙΚΡΗ ΙΛΙΑΔΑ

Δε ζούμε αληθινά παρά μόνο τη νύχτα μέσα στ’ όνειρο.

Και το πρωί «καλημέρα» λες, «καλημέρα» σού λένε.

                                                         Κι η σφαγή συνεχίζεται.

 

*

ΡΟΔΟΔΑΦΝΕΣ

Βραδιάζει. Μια ρομβία ακούγεται να παίζει πίσω απ’ τα δέντρα.

Δυο ζητιάνοι στέκονται έξω απ’ την πόρτα του δειλινού.

Κοιτάω τις ροδοδάφνες και κλαίω…

 

********************************************************************************************************

Αφήγηση του Μίκη Θεοδωράκη από το βιβλίο, Μαλούχος, Γ. Π. (2004). Άξιος εστί, Αθήνα, Λιβάνης.

 

Πήγαμε στις Σέρρες. Πήγαμε μετά στη Δράμα και θυμάμαι την απογευματινή παράσταση σαν και τώρα, που όλοι που μπήκαν μέσα είχαν λάσπες επάνω τους, αφού ήταν αγρότες. Και θυμάμαι –διότι όταν απάγγελλε ο Λειβαδίτης εγώ καθόμουν με τον Μπιθικώτση στην καρέκλα και έβλεπα τον κόσμο– πώς άνοιξαν τα μάτια του κόσμου, όταν είδαν έναν τύπο να σηκώνεται απάνω και να απαγγέλλει. Το χειροκρότημα που έπεσε μετά δεν μπορείς να το φανταστείς… – Για τον Λειβαδίτη μιλάτε; – Ναι. Και αυτός έλεγε «Ειρήνη, ειρήνη…» και επίσης διάφορα υπονοούμενα τα οποία τα είχε γράψει στη Μακρόνησο. Έβγαλε το άχτι του και ως ποιητής, αλλά και ως αριστερός. – Αυτά τα ποιήματα του Λειβαδίτη τα καταλάβαιναν, δηλαδή; – Πώς δεν τα καταλάβαιναν! Αλλά και αν δεν συνέβαινε αυτό, τα συνθήματα αυτά περνούσαν. Γι’ αυτό, στα Τρίκαλα θυμάμαι ότι ήρθε ο διοικητής της χωροφυλακής και μου είπε να βγάλω τον Λειβαδίτη. «Γιατί να τον βγάλω τον Λειβαδίτη; Υπάρχει καμία απαγόρευση;» τον ρωτάω. «Όχι», λέει, «αλλά για λόγους αισθητικής, δεν πάει αυτός…» Του λέω: «Ευχαριστώ πολύ για τις συμβουλές σας…αλλά πρέπει να ξέρετε ότι τα ποιήματα του Λειβαδίτη είναι κατατεθειμένα και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, είναι εθνικός ποιητής και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να…» «Όχι, δεν το λέω από άποψη κύρους», προσπαθεί να τα… μπαλώσει αυτός, «αλλά γιατί χαλάει όλη τη ροή της συναυλίας…» 

[….]
Ξεκίνησα με τη «Μαργαρίτα-Μαργαρώ», τη «Μυρτιά»… Οι κυρίες, προπαντός, τραγουδούσαν μαζί, χειροκροτούσαν, οπότε βγαίνει ο Λειβαδίτης… Με είχαν ειδοποιήσει: «Εμείς δεν θέλουμε τον ποιητή, δεν θέλουμε αυτά τα λόγια, δεν θέλουμε να ακούμε για ειρήνη και άλλα παρόμοια, άλλες προσβολές δεν τις δεχόμεθα, είμαστε εθνικόφρονες και…» Εγώ δεν φοβήθηκα, φυσικά, όμως σκέφτηκα ότι το κύριο για μας είναι να γίνουν με κάθε τρόπο οι συναυλίες και να μη δώσουμε προσχήματα για να τις σταματήσουν. Είπα λοιπόν στον Λειβαδίτη: «Σου προτείνω να αλλάξεις, να μη λες τα ποιήματα αυτά, πες κάτι άλλο, γιατί το προέχον αυτή τη στιγμή για μας είναι να είμαστε εδώ. Ήδη λέμε ποίηση… λέμε τα τραγούδια τα δικά σου. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι είμαστε Μακρονησιώτες, φτάνει αυτό». Όμως, όταν βγήκε στη σκηνή, ξαφνικά φωνάζει: «Ειρρρήηηνη, ειρρρήηηνη». Βλέπω λοιπόν να σηκώνονται όλοι οι επίσημοι και να φεύγουν. Στο διάλειμμα τον ρωτάω γιατί το έκανε αυτό. Λέει: «Εγώ με την Αλέκα συνεδριάσαμε και αποφασίσαμε ότι είναι απαράδεκτη υποχώρηση!» Την άλλη μέρα στη Νάουσα ήταν σπασμένος όλος ο κινηματογράφος όπου επρόκειτο να κάνουμε τη συναυλία μας (…)