Ο Καζαντζάκης μας περιγράφει στην Ασκητική του το τρίτο χρέος του ανθρώπου: τούτο είναι η υπέρβαση του μεγαλύτερου πειρασμού, της ελπίδας. Μετά το βόλεμα του νου, που βάζει τάξη και πασχίζει να υποτάξει τα φαινόμενα, η καρδιά που δεν βρίσκεται ποτέ σε ησυχία, ξάγρυπνη προσπαθεί ν’ αποτινάξει από πάνω της τις αλυσίδες που την κρατούν δεμένη. Φουσκώνει τότε από ελπίδα στην προσπάθειά της να βρει την ουσία των πραγμάτων· ο άνθρωπος, έτσι, βυθίζεται στον τρόμο της, τον τρόμο που τον καθιστά αδύναμο, άκαμπτο, σχεδόν νεκρό. Στην επικράτεια της ελπίδας ο άνθρωπος παθητικοποιείται, αντικαθίσταται η πίστη του στον αγώνα απ’ την υπέρβαρη ελπίδα, η οποία αναμένει ένα αύριο που, το πιο πιθανό, δεν θα έρθει ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια βιώσαμε σε αυτή την χώρα την έξαψη της ελπίδας, την αρχική της ευφορία και το πάθος, τα οποία ως γνωστόν κατέληξαν στον τρόμο. Τον ζήσαμε αυτόν τον τρόμο και συνεχίζουμε να τον ζούμε. Είναι ο τρόμος του αναπόφευκτου, της στασιμότητας, της εμπειρίας του αναπόδραστου, της μοιρολατρικής ενατένισης του τέλους. Ενός τέλους που έρχεται και ταυτόχρονα είναι πάντα εδώ. Το σπιράλ της καταστροφής τριγυρίζει με μια μανιακή συνέπεια μέσα στο μυαλό μας και μας καθηλώνει σε μια συνθήκη υποτέλειας. Προσπαθούμε απλώς να ξεχάσουμε την πραγματικότητα, αφού έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν θα αλλάξει. Ξεγελούμε τον εαυτό μας ασχολούμενοι με καθρεφτάκια και χρωματιστές χάντρες, για να πειστούμε ότι έχει νόημα να διανύουμε την απόσταση από την μια άκρη του εαυτού μας ως την άλλη, όμως μέχρι εκεί. Παραπέρα δεν έχουμε την όρεξη ούτε την θέληση να πάμε.

Κι εδώ έρχεται η δημοκρατία. Τούτη η φενάκη που στα στόματα των ισχυρών έχει την τιμητική της κάθε στιγμή. Γιατί φενάκη; Γιατί αποτελεί μια φούσκα, κάτι σαν την πλημμυρίδα του χρηματιστηρίου την εποχή του «εκσυγχρονισμού». Όλοι μιλάνε για αυτήν σαν να συνιστά ένα αυθύπαρκτο αξίωμα, απ’ το οποίο ουδείς μπορεί να παρεκκλίνει. Κι ειδικά οι ισχυροί, καθώς το λιβάνισμα της δημοκρατίας αποτελεί γι’ αυτούς στοίχημα εξουσίας. Η σύγχρονη δημοκρατία είναι το κατεξοχήν όχημα για την εξασφάλιση και διαιώνιση των δικών τους συμφερόντων. Αυτό κατέστη σαφές στα δυο τελευταία παραδείγματα που έχουμε από τα πρόσφατα δημοψηφίσματα, σε Ελλάδα και Σκόπια. Προβάλλουν το δημοψήφισμα ωσάν την κορωνίδα της δημοκρατικής έκφρασης, ενώ στην ουσία αποτελεί μονάχα ένα προπέτασμα καπνού: αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι αυτό που θέλουν οι ισχυροί, τότε η «δημοκρατία έχει νικήσει»· αν όχι τότε η έκφραση της λαϊκής βούλησης συνιστά απλώς μια «συμβουλευτική διαδικασία», την οποία κάλλιστα ο «άρχων της αντιπροσώπευσης» δύναται να παρακάμψει, χωρίς μάλιστα συνέπειες.

Στην πραγματικότητα, η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα και αποτελεί στάδιο μιας διαδικασίας όπως αυτή της διαδοχής των εποχών. Οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες συντελούν στην αλλαγή. Τίποτε δεν μένει στατικό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί ένα πολίτευμα να παραμένει αιωνίως σε ισχύ. Όπως κάθε πολίτευμα έχει τα θετικά και τα αρνητικά του στοιχεία. Η χρησιμότητα κάθε πολιτεύματος συνίσταται περισσότερο στις συνθήκες που έχει να θεραπεύσει σε κάθε ιστορική περίοδο και όχι σε μια μεταφυσική αλήθεια που καθορίζει το τι είναι καλό και τι κακό, τι μπορεί να παραβιασθεί και τι όχι. Η σύγχρονη δε δημοκρατία αποτελεί κοιτίδα της επιβολής της βούλησης των ισχυρών. Η υπερεθνική ελίτ, σε συνεργασία με τις εθνικές ελίτ, χρησιμοποιεί αυτό τον μηχανισμό νομιμοποίησης της βούλησής της, πείθοντας τους πολίτες ότι η θέλησή τους πραγματώνεται με μια περιοδική ψηφοφορία, ενώ στην πραγματικότητα αυτή η ψηφοφορία αποτελεί το σφιχταγκάλιασμα ενός λαού με το συμφέρον της. Όταν το δικό της συμφέρον συμπίπτει με τα μικροσυμφέροντα του λαού, τότε μέρος του λαού μπορεί να καρπωθεί κάποιο ξεροκόμματο. Όταν δεν συμβαίνει αυτό, τότε οι «αντιπρόσωποι του λαού» αναλαμβάνουν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα, προς όφελος εκείνου που έχει την δύναμη να τους διατηρήσει σε θέση εξουσίας.

Σε συνθήκες κρίσης όμως, οι φούσκες σκάνε. Εκείνο που παρουσιαζόταν σαν μια απαράβατη βεβαιότητα, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, πέφτει στα κεφάλια των ανθρώπων και οι πιο αφελείς καταστρέφονται. Όπως συνέβη στο χρηματιστήριο, που κάποια στιγμή τα χρήματα αποσύρθηκαν, ο πολύς κόσμος «έπεσε από τα σύννεφα» και άλλοι καταστράφηκαν ή αυτοκτόνησαν. Έτσι γονάτισε κι η ελληνική οικονομία, έτσι και η δημοκρατία έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο: ότι πέρα από το να είναι ένα εργαλείο διασφάλισης των συμφερόντων των ισχυρών, δεν παράγει κανένα ιδιαίτερο πολιτικό αποτέλεσμα για την διασφάλιση των συμφερόντων του λαού. Κι αν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία το πρόταγμα ήταν η εφαρμογή του κοσμικού προτύπου στα πράγματα της πόλεως και τον καθημερινό βίο, ο οποίος ήταν κοινωνιοκεντρικός όπως μας λέγει ο Γιανναράς, στην σύγχρονη εποχή έχουμε μετακινηθεί στον ατομοκεντρικό βίο, ο οποίος συνιστά κατ’ ουσίαν την αποτύπωση μιας εταιρικής σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών. Κατά τον Γιανναρά, η αλήθεια για την ελληνική κοσμοαντίληψη ήταν εμπειρική και κοινωνούμενη βεβαιότητα ενώ για την δύση είναι μια τεκμηριωμένη νοητική πεποίθηση.

Το «άθλημα της πόλεως», δηλαδή η εμπειρία της σχέσης, δεν μπορεί να πραγματωθεί στον σύγχρονο κόσμο που αποζητά την ασφάλεια της σύμβασης και, ως εκ τούτου, εκείνο που απομένει είναι η εξασφάλιση των όρων της. Ανάλογα με την δύναμη του καθενός μέσα στο κοινωνικό πεδίο, οι όροι και τα οφέλη που μπορεί να επιτύχει είναι διαφορετικά. Άρα, το όποιο δημοκρατικό πρόταγμα καθίσταται ατελέσφορο και επιζήμιο για την κοινωνική συνισταμένη, αφού η σχέση διαρρηγνύεται. Οι φυγόκεντρες τάσεις αυξάνονται ολοένα και οι κοινωνικοί αυτοματισμοί σε συνθήκες μη πλασματικής κανονικότητας οξύνονται, με αποτέλεσμα η κοινωνία να αρχίσει να αποσυντίθεται από μέσα, οδηγώντας μοιραία σε κάποια έξωθεν επιβουλή που καταλήγει σε αλλαγή του υφιστάμενου status quo. Αυτή η αποσύνθεση συμφέρει εξόχως την ελίτ των ισχυρών, η οποία την χρησιμοποιεί κάθε φορά για να εξοντώνει πιθανές κοινωνικές αντιστάσεις, κατά την προώθηση πολιτικών που επιβάλλουν τις επιδιώξεις της.

Έρχονται οι ίδιοι που λένε στον λαό ότι «ε, τι να κάνουμε, δεν έχουμε άλλες δυνατότητες και ο αδύναμος πρέπει να πληρώσει το μάρμαρο και πάλι» ή «έχουμε την λαϊκή εντολή να προχωρήσουμε» να προσθέτουν με αγωνία τάχα ότι «χρειαζόμαστε περισσότερη δημοκρατία». Αν με αυτή την δημοκρατία που έχουμε ρημάζεται ο τόπος, τι θα προσφέρει η περισσότερη δημοκρατία; Μήπως πιο άμεσο και οδυνηρό κοινωνικό και ατομικό τέλος; Ας δούμε την αλήθεια κατάματα. Αν αυτό το πολίτευμα δεν βόλευε την όποια άρχουσα τάξη να κάνει τις μπίζνες που θέλει, εκείνη θα το καταργούσε. Θα αποτελούσε η δημοκρατία απαγορευμένη λέξη από τον νόμο και οι υποστηρικτές της θα μπορούσαν να συλλαμβάνονται και να διώκονται ποινικά. Αλλά όχι, αυτοί που έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι στα χέρια τους την θέλουν διακαώς. Η δημοκρατία ταυτίζεται έντεχνα με την ελπίδα που αναφέρθηκε προηγουμένως. Δίχως δημοκρατία δεν υπάρχει ελπίδα για την κοινωνία, λένε. Η πεποίθηση που καλλιεργείται είναι ότι αφού έχουμε δημοκρατία, τα πράγματα θα πάνε καλά. Λαέ μπορείς να ησυχάσεις. Έτσι κι αλλιώς δεν έχεις άλλο ρόλο να παίξεις ούτε θεσμικές δικλείδες να εξασφαλίζουν την βούλησή σου, πέρα από εκείνη την στιγμή που ανά 4 χρόνια πετάς έναν φάκελο μέσα σε ένα κουτί.

Απέναντι στην ελπίδα που θρέφει την διχόνοια, την αποσύνθεση και την παθητικότητα, και την οποία ο Καζαντζάκης μας καλεί να ξεπεράσουμε, στέκεται ο αγώνας για τη ζωή, ο αγώνας για την επιβίωση, ο αγώνας για την αυτοπραγμάτωση. «Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει», γράφει ο Καζαντζάκης. Δεν βάζουμε άλλους να πολεμούν τάχα για εμάς. Το σημερινό πολιτισμικό μοντέλο δεν σηκώνει την εμπειρική σχέση, την μετοχή, την κοινωνία που βρίσκεται στο επίκεντρο, τον ενιαίο κοινωνικό αγώνα· είναι εστιασμένο στον ατομοκεντρικό ωφελιμισμό, το υλιστικό συμφέρον, τον καταναλωτισμό, την επίτευξη καλύτερων όρων στο συμβόλαιο με το οποίο διαπραγματευόμαστε την ύπαρξή μας καθημερινά. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, καμμιά δημοκρατία δεν είναι εφικτή, κανένας άλλος κόσμος δεν είναι εφικτός, καμμιά συμμετοχή σε κοινή εμπειρία δεν οδηγεί μπροστά. Το αδιέξοδο είναι δομικό υλικό της πολιτικής μας πραγματικότητας. Μια κοινωνία χωρίς κοινούς στόχους, χωρίς κοινό σώμα, χωρίς κατεύθυνση και προορισμό, δίχως όραμα δεν έχει την δυνατότητα να θεμελιώσει την λειτουργία της σε ένα πολίτευμα όπως η δημοκρατία.

Η απουσία κοινωνικής ευθύνης, αφού υφίσταται απουσία συλλογικής ταύτισης, καθιστά αδύνατη την συναπόφαση για το κοινό καλό, την ανάληψη και της πολιτικής ευθύνης μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας της κοινωνίας, ώστε η συμμετοχή στα κοινά να παράγει απτά αποτελέσματα. Το ατομικό συμφέρον επικρατεί και δημιουργούνται ποικίλες αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις εντός αυτής, με διαφορετικές επιδιώξεις, οι οποίες προοδευτικά καταλύουν κάθε αίσθηση του «συνανήκειν» και οδηγούμαστε σε αυτό που ακούμε συχνά πια στις μέρες μας: «ο καθένας για τον εαυτό του». Η δημοκρατία, επομένως, για να είχε πιθανότητες να είναι αποτελεσματική θα έπρεπε να εφαρμόζεται υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) την ύπαρξη της αίσθησης του «συνανήκειν», β) την ανάληψη ευθύνης από μεριάς των πολιτών, γ) την ύπαρξη κοινού πολιτικού σώματος, κατεύθυνσης και σκοπού και δ) την ύπαρξη μιας κοινωνιοκεντρικής αντίληψης. Στο σημερινό μας πολιτισμικό μοντέλο ωστόσο, αυτά τα στοιχεία καταπολεμούνται και εν ολίγοις είναι ξένα σε σχέση με τα προτάγματα που αυτό προβάλλει.

Έτσι, η δημοκρατία ουσιαστικά αυτοκαταργείται, αφού καταργεί εν τοις πράγμασι τις προϋποθέσεις που θα την καθιστούσαν δυνητικά αποτελεσματική. Μια κοινωνία και μια πολιτειακή οργάνωση που δεν έχουν σαφή θέση στον ιστορικό χρόνο, δεν έχουν σκοπό, δεν έχουν κατεύθυνση και δεν βασίζονται στην στάση ευθύνης των μελών τους, δεν μπορούν να έχουν μέλλον και υπολογίσιμες πιθανότητες επιβίωσης. Ίσως, λόγω περιστάσεων, η πτώση τους να καθυστερεί, είναι ωστόσο αναπόφευκτη. Η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η μόνη δημοκρατία που υπάρχει σήμερα, θα οδηγηθεί αυτοβούλως στην πτώση της λόγω των δομικών της αδυναμιών. Προμηνύματα αυτής της κατάστασης βλέπουμε ήδη σήμερα και η δημοκρατία προσπαθεί με κάθε μέσο να αντισταθεί. Φυσικά, όχι η δημοκρατία με την έννοια των λαών, αλλά με την έννοια των ισχυρών που την ελέγχουν. Εξάλλου, για το ζήτημα της πολιτικής αντίληψης και την ανάληψη της ευθύνης από τους πολίτες, όπως μας λέει και ο Ηράκλειτος: «Τι νου και τι μυαλό έχουν αυτοί; Εμπιστεύονται τους αοιδούς των δήμων και για δάσκαλό τους έχουν τον όχλο, γιατί δεν ξέρουν ότι οι πολλοί είναι φαύλοι και ότι λίγοι είναι οι αγαθοί».