ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΣΕ ΣΤΑΘΜΟ

Μετράει τα λόγια του, χάνοντας το τρένο του

και όλο κάτι λείπει.

Κάποιες κουβέντες αυτομολούν πάντα στη σιωπή.

Είναι κανόνας.

Αυτό το μαύρο πάνω στο μαύρο, «και μου δείχνει με το δάχτυλο ένα κοτσύφι»,

είναι η καρδιά του μαύρου.

Το μαύρο έχει για τεχνητή καρδιά ένα κοτσύφι,

που μιλάει αντ’ αυτού και τραγουδάει αντ’ αυτού

κι αν υπάρχει χρόνος κάνει ταπεινές δουλειές υποταχτικού.

Φράζει τα στόματα των παρευρισκόμενων,

προκαλώντας ξαφνική βροχή.

Μια υγρασία καλοκαιριάτικη το παράλογο.

Που στέλνει στο μυαλό του ένα στρατό ξυπόλητων λέξεων

 

 

 

*

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΚΑΦΕ

Η γυναίκα στο καφέ απέναντί μου,

με το εξασκημένο χαμόγελο,

χαμογελά ήσυχα,

γιατί ξέρει πως μέσα της χάθηκε ένα κοριτσάκι ανήσυχο,

που ήθελε τα πάντα να μάθει για τον κόσμο.

Μέσα της είναι μεγάλες οι αποστάσεις, δαιδαλώδεις οι δρόμοι,

αφώτιστες οι διαδρομές.

Δεν είναι για μικρά παιδιά τα σκοτάδια που χάνεται η αθωότητα,

γλιστρώντας αυτάρεσκα,

πότε σε κολπικά υγρά, πότε σε φθινοπωρινά φύλλα,

σε έρημα δάση και ακατοίκητες μέρες.

Ήχοι τρομακτικοί όπως όταν οι μάνες σχίζονται στα δύο.

Η γυναίκα χαμογελά γιατί ξέρει

τι κάνεις με ένα κοριτσάκι που προηγούμενα έχεις καταπιεί.

Το υπνωτίζεις και του χαράζεις στο πρόσωπο ένα χαμόγελο.

Χρόνια μετά θα σε καλημερίζει στις ανηφόρες της ζωής ένα χαμόγελο πίσω απ’ το πρόσωπο,

πίσω απ’ το πρόσωπο…

 

*

ΑΚΤΗΜΟΝΕΣ

Με λόγια απλά

μείναμε ακτήμονες,

έτσι από τη μια μέρα στην άλλη.

Ένα μέλος του Θεού αποκολλήθηκε για να μας δείξει το δρόμο.

Μια ακόμα θυσία, διότι έτσι είναι ο Θεός,

πανταχού παρών, διηγείται, θυσιάζεται,

μας καληνυχτίζει μ’ ένα φιλί στο μέτωπο.

Με βαλίτσες έτοιμες για αλλού.

Πολλαπλασιαστήκαμε.

Το ένα είδος εις βάρος του άλλου.

Εξ αιτίας μας εξαφανίστηκαν οι λύκοι.

Συνεπείς εμείς, τους αναπληρώνουμε.

Γενικώς μια ομοιομορφία,

ίδιοι πόνοι, ίδιες χαρές. Λίγες.

 

*

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ

Δεν μπορώ να θυμηθώ αν παίξαμε μαζί, Γιώργο.

Ούτε αν με λόγια παιδικά τρυπούσαμε τα γκρίζα μας απογεύματα,

μάλλον ο καθένας μόνος.

Μα τώρα νομίζω πως σε βρήκα

και απ’ το χέρι θα σε τραβήξω να μπούμε στην ίδια φωτογραφία,

Αμαλία εγώ, τσολιάς εσύ.

Αυτή τη φορά θα σε κοιτάζω πιο χαμογελαστά…

 

*

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΛΕΙΔΩΝΕΙ Η ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Mια μικρή παύση

ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,

στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου,

μετράς το μπόι σου με τους πεθαμένους,

να δεις ποιος είναι πιο ψηλός στη μνήμη των ανθρώπων.

Όλη τη μέρα χιόνιζε πάνω στη σιωπή,

μετά ήρθε ο ήλιος, έλιωσε τα χιόνια,

μα η σιωπή ήταν εκεί, άντεχε ακόμα.

Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.

Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.

Αμμόλοφοι σκέψεων, φυσώντας θα διαλυθούν

κι ο ξυλοκόπος των ονείρων θα διασκεδάσει την πλήξη του,

πληρώνοντας σε τοπικό νόμισμα.

Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει.