Αν κοιτάξει κανείς τα σχετικά διαγνωστικά εγχειρίδια, θα βρει πλείστες κατηγορίες ψυχικών νόσων. Με παίδεψε ο προσδιορισμός, να πω την αλήθεια. Ψυχολογικές ή ψυχιατρικές; Καταλήγω στο «ψυχικές» όχι γιατί είναι το ορθότερο (καθώς η βιολογία ορίζει τη συμπεριφορά μας και τις όποιες παρεκκλίσεις από τον μέσο όρο), αλλά γιατί είναι το καταλληλότερο για την κουβέντα που θέλω να κάνω εδώ. Γιατί αρμόζει στην ημιμαθή και εύκολη ατμόσφαιρα της pop science που τείνει να αποτελέσει τον κανόνα. Όροι όπως η κατάθλιψη, η αγχώδης διαταραχή, αλλά και η άνοια, η δυσλεξία και η διαταραχή προσοχής έχουν περάσει στην καθημερινή διάλεκτο. Με την ίδια ελαφρότητα που ο εκάστοτε μη ειδικός διαφωνεί με τη δαρβινική εξέλιξη ή τους εμβολιασμούς, πλήθος «ενημερωμένων και ανήσυχων» νεόκοπων ερευνητών συζητά –ως επί το πλείστον διαδικτυακά– για διαγνώσεις σχετικές με κλάδους της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής, της νευρολογίας, της παιδαγωγικής και της ειδικής αγωγής. Αλλά οι εν λόγω διαγνώστες αγνοούν ότι η δημοκρατία δεν έχει θέση στην επιστήμη. Όταν μπαίνεις στα χωράφια της, δεν είναι όλες οι απόψεις ίσες. Η γνώμη ζυγίζεται με το βάρος του επιχειρήματος. Και τα αιτήματα για άνευ όρων ελευθερία του λόγου απορρίπτονται εν τη γενέσει τους.

Ως προς τη διάδοση της επιστήμης στο ευρύ κοινό, διακρίνονται δύο περιπτώσεις. Ειδικοί που είτε λησμονούν το ασκητικό τους καθήκον να υπηρετούν την αλήθεια και αποζητούν τα 15 λεπτά δημοσιότητας είτε έχουν αγνό κίνητρο να μοιραστούν τη γνώση. Και στα δύο σενάρια, το αποτέλεσμα συχνά είναι να συζητούνται σοβαρά θέματα με επιδερμικό τρόπο και, μοιραία, η κουβέντα να καταλήγει σε γενικεύσεις και υπεραπλουστεύσεις. Αν και οι διαφορετικές αφετηρίες είναι ξεκάθαρες εδώ, η κατάληξη στο ίδιο προϊόν ισοπεδώνει τη σημασία της όποιας αρχικής καλής διάθεσης.

Όταν ήμουν φοιτητής ψυχολογίας, πολλοί συμφοιτητές μου ξεκινούσαν τη συζήτηση με την ερώτηση περί προτιμητέας κατεύθυνσης. Είσαι της ψυχαναλυτικής ή της συμπεριφορικής; Ακόμα δεν καταλαβαίνω την ερώτηση. Το κακό ξεκινά εδώ, λοιπόν, εντός του πανεπιστημίου, σκέφτηκα. Γιατί μαθαίνουμε να ψάχνουμε κουτί να χώσουμε την όποια συμπεριφορά. Και έτσι στρατιές διαπιστευμένων ειδικών ξεχύνονται στον κόσμο να μοιράσουν διαγνώσεις. Είναι μια διεστραμμένη top-down διεργασία κατά την οποία πρώτα κατηγοριοποιείς τον άνθρωπο/πελάτη/ασθενή και προσπαθείς να κουμπώσεις εκ των υστέρων ό,τι παρατηρείς στην πορεία. Οι μνήμες από τα προπτυχιακά μαθήματα ψυχομετρίας και μεθοδολογίας έχουν ατονήσει και ο όρος confirmation bias είναι πλέον άγνωστος.

Οφείλω εδώ να ξεκαθαρίσω ότι δεν προσπαθώ να εκφράσω αντίθεση προς τη διάδοση της επιστήμης στο ευρύ κοινό ή τη χρήση διαγνωστικών εργαλείων. Με βαριά καρδιά διατυπώνω την εν λόγω διευκρίνιση. Όταν μιλάς, επιβάλλεται να προσέχεις, αλλά με τον ίδιο τρόπο που προσέχεις όταν οδηγείς: Δεν ανησυχείς για το αν τηρείς εσύ τους κανόνες. Φοβάσαι τον ασυνείδητα αυτοκτονικό που περνά με κόκκινο.

Η προσπάθειά μου έγκειται στο να επισημάνω κάποιες από τις παρενέργειες που έχουν τα παραπάνω στον καθημερινό δημόσιο διάλογο, την κλινική πράξη, αλλά και τις επιπτώσεις των προαναφερθέντων στον τρόπο σκέψης του αναγνώστη/συνομιλητή/θεατή. Πρόχειρη εκλαΐκευση, υπεραπλούστευση, ψευδαίσθηση του ότι ο οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα αλλά και την ικανότητα του να εκφέρει γνώμη πάνω σε ειδικά θέματα, προσήλωση στο διαγνωστικό pipeline χωρίς κλινική οξυδέρκεια που καθιστά τη διάγνωση ως αυτοσκοπό, οπότε και τελικό βήμα διερεύνησης. Όλα αυτά, σε συνάρτηση με το σύγχρονο πλαίσιο πολιτικής ορθότητας, συνεπάγονται πισωγύρισμα. Το πείραμα της αλληλεπίδρασης επιστήμης και κοινωνίας, με παντιέρα την ευρεία πληροφόρηση, απέτυχε παταγωδώς. Ελλείψει διαλεκτικής παιδείας, αλλά και old-school κλινικών, ο ψυχολόγος κυκλοφορεί με ταμπέλες διπλής όψης στις τσέπες του. Στη μια πλευρά, η διάγνωση με κύρια επικύρωση την αυθεντία. Στην άλλη πλευρά, προσαρτημένος ένας ανιχνευτής προσβολής της προσωπικότητας, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης. Και οι δύο πλευρές αποτελούν εξαιρετικά δείγματα διανοητικής τεμπελιάς. Ο συνδυασμός τους, δε, είναι μάλλον αντιπαραγωγικός και εν δυνάμει αποβλακωτικός. Διότι αν αναγνωρίσεις τη διάγνωση ως ιερό δισκοπότηρο και ταυτόχρονα ζυγίζεις τις λέξεις σου με το μέτρο της πολιτικής ορθότητας, το μόνο που καταφέρνεις είναι να αμολήσεις στις όποιες δομές «επαγγελματίες κλινικούς» που μοιράζουν χαρτιά βάσει πεπερασμένου μπούσουλα.

Το χαρτί είναι λύτρωση, καθώς δημιουργεί την ψευδαίσθηση της κατανόησης της κατάστασης. Ανάθεμα κι αν ξέρουν οι μισοί από τους έχοντες άποψη και διαδικτυακό δημόσιο βήμα, τι σημαίνει δυσλεξία, άνοια ή νοητική υστέρηση. Αλλά δεν σκοτίζεται κανείς. Υπάρχει το κουτάκι. Και όποιος μπει στο κουτάκι, περιθωριοποιείται στο όνομα της πολιτικής ορθότητας. Διότι είναι περιθωριοποίηση όταν σε θεωρούν άμοιρο ευθυνών. Είναι περιθωριοποίηση όταν δεν σε αφήνουν να προσπαθήσεις για τίποτα. Όταν σε κοιτούν ξεδιάντροπα με οίκτο ανθρωπιστικής χροιάς. Όταν προδικάζουν ότι θα αποτύχεις. Όταν αυτομάτως θέτουν εαυτόν σε υψηλότερο σκαλί. Και είναι χυδαίο το να πετροβολά κανείς τον οποιονδήποτε αμφισβητήσει τούτη την υποκρισία. Ο τυφλός δεν είναι καλός άνθρωπος επειδή είναι τυφλός. Ο τυφλός μπορεί να είναι καλός άνθρωπος αν είναι καλός άνθρωπος. Επίσης ο τυφλός δεν θα βρει το φως του αν τον αποκαλέσεις άτομο με προβλήματα όρασης. Στέρφα ευαισθησία που δυστυχώς περνά σταδιακά και στους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Αλλά υπάρχει και κάτι που είναι ίσως πιο χυδαίο. Μέσα σε αυτό το παραλήρημα βρίσκει ευκαιρία ο κουτοπόνηρος τεμπέλης να καταλάβει χώρο και να διεκδικήσει απολαβές με μόνο επιχείρημα την ύπαρξή του. Να απαιτεί τον έπαινο για κάθε δευτερόλεπτο που σπατάλησε σε μια δραστηριότητα, είτε αυτή σχετίζεται με σπουδές είτε με εργασία. Η απόλυτη εκπόρνευση της έννοιας της ενσυναίσθησης. Οι ατομικές διαφορές είναι σεβαστές. Κάτι που για τον έναν είναι εύκολο, για τον άλλον είναι δύσκολο. Αλλά κάθε φορά που βλέπω κάποιον να γκρινιάζει για 10 σελίδες ύλη παραπάνω, σκέφτομαι τον τυφλό συμφοιτητή που διάβαζε συγγράματα σε Μπράιγ. Τον 35χρονο που το εγκεφαλικό τον άφησε ημιπληγικό, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, και φροντίζει τον κήπο του όταν δεν δοκιμάζει καινούργιες συνταγές ή δεν πηγαίνει στο θέατρο. Και εκείνον με τη διαταραχή προσοχής που δεν μπορούσε να αποστηθίσει κατεβατά και έδινε πανελλήνιες μέχρι που μπήκε στη σχολή του. Τον ανοϊκό γέροντα που το πάλεψε μέχρι που έγινε ένας άλλος και δεν μπορούσε πια. Για αυτούς δεν υπάρχουν περίτεχνες διαγνώσεις. Είναι απλά ανάπηροι, χαζοί ή τρελοί. Αλλά εσύ καλέ μου πιτσιρίκο, είσαι άλλο. Εσένα σου ανήκει ο κόσμος. Εσύ το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να διατυπώσεις την πεποίθηση του δικαιώματος. Γιατί έχεις προβλήματα. Το μέλλον δεν είναι αυτό που σου υποσχέθηκαν. Και θα το διεκδικήσεις μέχρι τέλους. Αλλά όχι με πράξεις. Με λόγια. Με διαγνώσεις, σοφιστείες και διαρκή αγανάκτηση.

Ο Δημήτριος Σ. Κασελίμης είναι ερευνητής νευροψυχολόγος