ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις.

Οι λέξεις ζουν

κι εγώ μπορώ να τις δω.

Άλλες είναι άσχημες κι άλλες όμορφες.

 

Μητέρα είναι πολύ φρόνιμη λέξη – η καλύτερη λέξη.

Έχει την γεύση του φιλιού.

Πατέρας είναι επίσης καλή λέξη,

όμως κάποτε μαζεύεται κεραυνός

και τότε είναι καλύτερα

να τρέξεις να χωθείς πίσω από την πόρτα.

Καλοκαίρι είναι πολύ ζεστή λέξη

και την βρίσκεις κάθε πρωί

από την πρασινάδα κι από την αμμουδιά.

Κόσμος είναι πολύ μεγάλη λέξη,

που δε χωράει στο μυαλό.

Βίτσα είναι πολύ τσουχτερή και μισητή λέξη.

 

Οι άνθρωποι έχουν επίσης άδειες λέξεις.

Αδιανόητες λέξεις.

Όπως αμαρτία και θάνατος,

που δε σημαίνουν τίποτα.

Όμως πρέπει να τις φοβάσαι.

 

ΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΦΟΙ

 

Γελάω με τον ήλιο.

Κι αυτός γελά.

 

Είναι ηλίθιο να γελάς με τον ήλιο.

Ο πατέρας και η μητέρα και ο θείος και η θεία

ποτέ δε γελούν με αυτόν.

Επειδή είναι μεγάλοι.

Και οι μεγάλοι άνθρωποι είναι σοφοί.

Και οι σοφοί δε βλέπουν τίποτα.

Οι σοφοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα.

Οι σοφοί δε γνωρίζουν καθόλου τον ήλιο.

 

Όμως εγώ είμαι ηλίθιος

και γελάω με τον ήλιο.

Σχεδόν πιστεύω, ήλιε,

ότι κι εσύ είσαι ηλίθιος.

Περιγελάμε τους σοφούς, ήλιε.

 

Ο ΕΝΟΧΟΣ ΑΝΤΡΑΣ

 

Θα εκτελεστεί. Είναι ένοχος άντρας.

 

Βλέπει αμίλητος προς το μέρος μας και μετά αποστρέφει το βλέμμα του.

Μου δίνει τα μάτια του και διατάζει: δες!

Και τότε βλέπω, ποιoς επίσης είναι ένοχος άντρας.

 

Τα δεσμά της ενοχής είναι γύρω απο τους καρπούς μας.

Όλοι εμείς, όπως τα μάτια μου τώρα μας βλέπουν,

της ενοχής όμηροι είμαστε, δεμένοι σε αυτόν.

Και της συνείδησής μας ο στρατός μάς περικυκλώνει.

 

Όμως ένας από μας έχει σπάσει τα δεσμά του θανάτου.

Βλέπω πως βγάζει τα λερωμένα ρούχα απο πάνω του.

Από τη σκιά των φτερών της ενοχής βρίσκεται στο φως.

 

Βλέπω  καινούριο πρόσωπο, είναι κλέφτης στο σταυρό,

είναι ο αδελφός μου, ο ένοχος άντρας, ο οποίος εκτελείται.

 

ΓΝΩΣΤΟΙ

 

Συνάντησα πολλούς γνωστούς,

μου έσφιξαν το χέρι

και μου είπαν: – Χαίρομαι που σε βλέπω.

Υποχρέωσα το πρόσωπο μου να χαμογελάσει

και απάντησα: – Πράγματι.

Ρώτησα: – Τι γίνεσαι;

Απάντησα: – Καλά, ευχαριστώ.

Και τότε ο Διάβολος ψιθύρισε:

– Όντως – καλά είμαστε –