Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΕΙΚΟΣΙ ΩΡΩΝ

 

Δεν με κοιτάει. Έχει κλειστά τα μάτια.

Το χέρι της στο στήθος μου. Το άλλο στο μάγουλό της.

Κανείς θα νόμιζε ότι σκέφτεται βαθιά,

δεν σκέφτεται όμως. Ονειρεύεται

ίσως : δάση και θάλασσες, τρεχούμενα νερά,

αστέρια, σύννεφα, όλα εκείνα που δεν είδε

ακόμη. Στιγμές μού φαίνεται πως μου χαμογελά.

Το χέρι μου στην πλάτη της δονείται απ’ τον σφυγμό της.

Είναι μια φλέβα κόκκινη. Είν’ όλη μια καρδιά.

 

14.10.2017

 

~.~

 

Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Από το πίσω κάθισμα

κινεί τα χέρια της σαν να

διευθύνει ορχήστρα. Κι όλα,

τα πάντα γύρω λες

την υπακούουν. Τα δάχτυλά της είναι

πλήκτρα, είναι δοξάρια, μελωδούν, ο κόσμος

είναι μια χορδή που στο δικό της λίκνισμα

δονείται. Κι οι δρόμοι πίσω μας νερά ειναι

που κυλούν, αυλάκια ανάλαφρα κι αυλοί

που σαν νανούρισμα απαλό

μας φέρνουν σπίτι.

 

18.10.2017

 

~.~

 

Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΩΝ

 

Κοιμάται πάνω μου. Το προτιμά. Είμαι το στρώμα

και το σκέπασμά της, η θερμάστρα της.

Είμαι η κούνια κι η αγκαλιά,

είναι το ανθάκι αυτή κι εγώ

είμαι η γλάστρα της. Του ύπνου είμαι η φυλλωσιά

όπου θροΐζει διαρκώς η ανάσα της.

Είμαι μια θάλασσα υπάκουη, πιστή,

όπου πανιά σηκώνει

κι αρμενίζει η βάρκα της.

21.10.2017

 

~.~

 

Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑ ΗΜΕΡΩΝ

 

Βρέχει. Κι εκείνη ακούει τη βροχή. Αλήθεια

την ακούει ; Τα μάτια της ανοίγουν διάπλατα

στ’ άκουσμα της βροντής. Αγέρωχη

ατενίζει τη στιγμή. Εγώ

που ήρθα απ’ το βαθύ νερό, μοιάζει να λέει,

δεν σας φοβάμαι εσάς, χορεύτριες σταγόνες.

Εγώ που βγήκα απ’ τον βαθύ λυγμό,

τί από σας να φοβηθώ, ρηχά

ουράνια δάκρυα ;

 

13.11.2017

 

~.~

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

 

Γύρω γιρλάντες κόκκινες, αστερωτά κλαριά,

χρυσά απλωμένα λάβαρα, χίλιες μύριες καμπάνες –

αλλάζει ο κόσμος λες ο χρόνος σαν γιορτάζει.

Μ’ αυτή κοιμάται, αλλού κοιτά κι έχει τα αυτιά κλειστά,

δεν την τρομάζουν οι φωνές, οι κρότοι, οι ροκάνες.

Ο χρόνος είναι μι’ αγκαλιά, όπου ησυχάζει.

 

31.12.2017-1.1.2018

 

~.~

 

ΚΛΑΙΕΙ

 

Κλαίει και στο κλάμα της ηχούν

οι πόνοι όλου του κόσμου. Ψίθυροι, βόγγοι

ελάχιστοι, λυγμοί περαστικοί, κι άλλοι

εξ αρχής βαθύρριζοι, ολοφυρμοί

βγαλμένοι από αρχαίες σπηλιές

κι από κρυψώνες. Κλαίει

και στο κλάμα της φυσούν

στ’ αυτιά μου όλοι οι αέρηδες, με τρώει

κακιά φωτιά, πνίγουνε σύννεφα βαριά

το λίγο φως μου.

 

2.2.2018

 

~.~

 

ΚΑΙ ΓΕΛΑ

 

Καθώς της ακουμπώ το μάγουλο

ξεσπάει στα γέλια. Είναι που χαίρεται άραγε,

που γαργαλιέται, μήπως μαζί μου είναι που γελά

έτσι όπως την κοιτάζω

τόσο θαμπωμένος ; Με βλέπει και

αμέσως ξεκαρδίζεται. Έτσι στο πλάι της

μαθαίνω να γελώ κι εγώ

με μένα.

 

15.3.2018

 

~.~

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

 

Της τραγουδάω συχνά. Τραγούδια αυτοσχέδια

κι άλλα που τα θυμήθηκα ποιος ξέρει πώς,

κι άλλα που δεν το γνώριζα κι ο ίδιος πως τα ξέρω.

Μαζί της γίνομ’ εύστροφος, επινοητικός,

μαζί της γίνομαι Ορφέας, Αρίωνας, Μελωδός,

ερωτωδός μαζί βαθύλαλος και βάρδος.

Της τραγουδάω συχνά κι αυτή

με τις κραυγούλες της

με σιγοντάρει.

 

18.3.2018

 

~.~

 

ΤΙ ΕΧΩ ΓΙΑ ΚΕΙΝΗ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ

 

Ότι έχει μάτια μελιά που τρυπούν

το σκοτάδι. Ότι μπορεί

να γελάει μια στιγμή και την άλλη

ξαφνικά να κλαφτεί ή ν’ αρχίσει με πόζα πολλή

να γκρινιάζει. Ότι είναι πάντοτε λαίμαργη,

και σ’ αυτό δίχως άλλο μού μοιάζει.

Ότι έχει παλάμη γραμμένη, μ’ εσοχές

και με κοίτες σκαμμένες ποιός ξέρει από πότε,

με καμπύλες σωστές, με κοιλάδες και όρη.

Ότι οι μέσα της πόροι τρέφουν φλόγα ζεστή,

γι’ αυτό όλο κι ιδρώνει. Ότι πάντα ποθεί

αυτό που κρατάς να σ’ τ’ αρπάξει. Ότι κάθε πρωί

χτυπάει παλαμάκια στο λίκνο της

λες και στον ύπνο της άκουγε

την πιο ωραία μουσική.

Ότι αγαπάει το νερό μα ώς τα τώρα αγνοεί

το χαλάζι ή το χιόνι. Ότι λατρεύει

να ακούει τη φωνή της να ηχεί. Ότι

και η ανάσα μου απλώς τη λιγώνει.

Ότι κάποιες φορές είναι σαν

ν’ απορεί κι άλλοτε πάλι,

όταν πάνω μου υψώνει τη ματιά σοβαρή,

είναι σαν να ρωτά. Ότι έτσι

δεν φαντάστηκα ποτέ τη χαρά.

 

14.4.2018

 

~.~

 

ΤΟ ΡΕΦΡΑΙΝ ΤΗΣ

 

Έ-ο-έ… Έ-ο-έ… Στο μισοΰπνι της

το ίδιο το ρεφραίν πάντ’ αντηχεί.

Είναι παράπονο, τραγούδισμα, ιαχή ;

Δήλωση ευφορίας ή θλίψης ; Φρικίαση τάχα

ή ηδονή ; Είναι ένα ξέσπασμα, ένας πόθος,

μια μομφή ; Είναι ένα σάλπισμα, μήπως

ένα παιάνισμα, ένα πλατάγισμα σημαίας

που στο κοντάρι της ψηλά έχει επαρθεί ;

Είναι ένας πόνος, μια καταπακτή

που σ’ οδηγεί σκαλί σκαλί μες στο σκοτάδι ;

Είναι μια έξαψη, μια εκτίναξη, μι’ ανάβρα

προτού φουσκώσει το νερό και ξεχυθεί ;

Είναι μια ελπίδα ίσως ή

μια απαντοχή, μία κραυγή βοήθειας,

μια ζητωκραυγή ; Είναι μια έκπληξη, μια ευχή,

μια προσευχή ; Στο μισοΰπνι της

το ίδιο το ρεφραίν πάντ’ αντηχεί.

 

20.4.18

 

~.~

 

ΠΑΙΔΙΚΟ

 

Γέλασε ; Κοίτα,

δυό λακκάκια !  Έκλαψε ;

Γέμισαν νερό.

 

1η Μαΐου και πάλι

 

~.~

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ

 

Η κόρη μου είναι πουλί.

Από αγκαλιά πετώντας σ’ αγκαλιά,

λες πως ποτέ της δεν πατάει στη γη. Τα πόδια

τα ’χει σαν φτερά,

να σκίζουν τον αέρα.

 

Η κόρη μου ειναι μια γοργή

σαυρίτσα τόση δα, είν’ ένα σαμιαμίθι, μια

γουστέρα. Σε κάθε ακρίτσα και γωνιά

ζητάει να τρέξει, να χωθεί,

να φύγει πέρα.

 

Η κόρη μου είναι ένα ζεστό

θηλαστικό. Δάχτυλα, μάγουλα,

ματιές, πράγματα, πρόσωπα, καρδιές –

όλο τον κόσμο τον βυζαίνει, τον ρουφά

νύχτα και μέρα.

 

12.5.2018

 

~.~

 

ΟΡΘΙΑ

 

Τα πόδια της στυλώνει όπως παλιά

Άτλας ή Σίσυφος κανείς –

πάλι και πάλι. Τα κάγκελα στο λίκνο της

είναι η οδός : ο δρόμος προς τον ουρανό. Αν θες

να φτάσεις ώς εκεί, μελέτησέ με ! είναι

σαν να της ψιθυρίζει μες στ’ αυτί

του Νεύτωνα ο νόμος. Κι αυτή

φουσκώνει, ιδρώνει, υψώνεται,

πέφτει και πάλι υψώνεται, και πάλι

πέφτει. Δεν παραιτείται

ωστόσο. Κάτι της λέει μέσα της βαθιά :

θα επικρατήσει !

 

7.6.2018

 

~.~

 

ΠΡΙΜΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ ΕΝΝΙΑΜΗΝΗ

 

Για δέστε χάρη ! Δέστε ορμή !

Έχει των Κύκνων το κορμί

και μιας Ζιζέλ το pas de chat

στα Κίρωφ, στα Μπολσόι.

 

Κι αν ξέρει απλώς να μπουσουλά,

κι ούτε κι αυτό καλά καλά,

ε, δεν πειράζει… Στην αρχή

ας πάει στα Μπουσουλόι.

 

1.7.2018

 

~.~

 

ΠΡΩΤΑ ΔΟΝΤΑΚΙΑ

 

Ρόδινο στρείδι,

σαν μισανοίγεις μέσα σου

λάμπουν δυό πέρλες.

 

28.7.2018

 

~.~

 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΡΙΕΣ

 

Η κόρη μου είναι πια δέκα μηνώ

κι είναι η μαμά μου λίγο πιο μεγάλη.

Σήμερα μάλιστα γιορτάζουνε κι οι δυό –

Μαρία η μια, Μαρία κι η άλλη.

 

Η μάνα μου είναι νια και λυγερή,

είναι σα να ’πε εκείνη «στοπ !» στο χρόνο.

Κι είναι η εγγόνα της λιγάκι πιο ομορφη –

κι εγώ τις βλέπω και τις καμαρώνω.

 

Η κόρη μου είναι σαν τα κρύα νερά

που τρέχουν άφθονα κι όλους μας πιτσιλάνε.

Κι είναι η μαμά μου σαν εκείνα τα κρασιά

που μια γουλιά να πιείς σε ξεδιψάνε.

 

Η μάνα μου είναι πάντα ακούραστη,

γυρνάει σα σβούρα κι όλους μάς παλεύει.

Κι είναι η κορούλα μου κι αυτή ασταμάτητη,

γυρνάει σα σβούρα και μας κοροϊδεύει.

 

Όταν χιμάει μπουσουλώντας προς τα μπρος,

λέω είναι αέρας, πώς να τήνε πιάσω ;

Μα ήδη η γιαγιά της είναι εκεί, φύλακας κι άγγελος –

αχ, να μπορούσα λίγο να της μοιάσω !

 

15.8.2018

 

~.~

 

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Πατάει στην άμμο και βουλιάζει. Ξεκάθαρα

σχηματισμένες οι πατημασιές

κι ας τη βαστάω γερά από τις μασχάλες.

Τι νόμιζες ; είν’ σαν να με ρωτάει. Είναι που η αγάπη

μας κρατά, γι’ αυτό αφήνουν ίχνη εδώ

τα βήματά μας. Ό,τι στ’ αλήθεια μας αγγίζει,

μας βαραίνει.

 

20.8.2018

 

~.~

 

ΜΠΑΧ

 

Ακούω μαζί της μουσική. Μότσαρτ,

Βιβάλντι, Μπραμς (το Wiegenlied,

  1. 49 του ’68), Apassionata και

Mondnacht. Προ πάντων όμως Μπαχ.

Ω η πνοή του φλάουτου, του βιολοντσέλου

η χάρη! Ήχοι κλεμμένοι απ’ τη βροχή ή τα σύννεφα,

απ’ των ανέμων την αφή, της χλόης το χάδι.

Μίσχοι απ’ τον ύπνο των μωρών

το μεσημέρι. Είκοσι ανάστησε απ’ αυτά

ο κάντορας του Αγίου Θωμά –  πώς

να μην ξέρει ;

 

10.9.2018

 

~.~

 

ΤΟ ΔΡΟΣΕΡΟ ΚΛΩΝΑΡΙ

 

Ήρχισε κ’ εμεγάλωνε. Πλάι της κι εσύ, το νιώθεις ;

Ήλλαξες απ’ ό,τι ήσουνε – κι όλος εκαινουργιώθης.

 

29.9.2018

 

~.~

 

ΠΡΟΣΗΛΩΜΕΝΗ ΕΚΕΙ

 

Δεν την κρατάει κανείς,

πατάει στα πόδια της γερά.

 

Ας μένονται όλα γύρω της,

ας τρίζει ο χρόνος κι ας φυσά,

διόλου δεν βιάζεται.

 

Προσηλωμένη μελετά

το πρώτο βήμα.

 

1.10.2018

 

 

 

 

^

 

Χαλάνδρι-Χανιά, 2017-2018