Κρυπτεία

 

Τόση  και τόση ζωή ξοδεύτηκε ανάμεσα σε θάμνους
και  σε  φυλλώματα  περιμένοντας τον εχθρό
και τόσο τα λόγια μου ήσαν πάντοτε ένας κόπος
μια  στιγμή αποκάλυψης  των όπλων
που  θα  προτιμούσα  πλήρως να  εκτεθώ
χωρίς προσχήματα και λύσεις  της  ανάγκης
Ορατός από όλες τις γωνίες
με τα κόκκαλα στη  φόρα και τις  αμαρτίες   ωμές

Ίσως  με τέτοια μέσα να κολακευτεί  ο εχθρός
όταν   θα  τρίβομαι  σα γάτος πάνω στα σπαθιά του
κι ίσως  απ’την  πλήρη  αμηχανία
θα θελήσει εκείνος τώρα  να  κρυφτεί
σε  κάποια  απ’τις  πολλές  χαράδρες του μυαλού

*

 

Αυτοκαταστροφή

 

Πώς  παίρνει και με χαρακώνει
μια απόκοσμη ευχαρίστηση
σχεδόν σα να γυρίζω
το σπαθί στα σωθικά μου
όταν στο αποκορύφωμα του τρόμου
πιάνω το ψαλίδι
κομματιάζω δίχως   σκέψη
τους ανθρώπους  που αγαπάω
τους χωρίζω σε μερίδες
τόσο για την εγκατάλειψη
τόσο για την παιδωμή
για την ανάταση την πυρκαγιά
την πάλη με τις πτώσεις
τους μοιράζω σε  φωλίτσες
κι ας χύνουν από πάνω
τα βεγγαλικά τους τύψεις

Όσοι  αγαπώ είναι χαλάσματα
της  θέλησής μου ν’αγαπήσω
ή ν’αγαπηθώ

 

*

Ο   Διανομέας

 

Έτσι που ανέβαινε
λαχανιασμένος ως την τελευταία του λέξη
σέρνονταν στις σκάλες  τα φτερά
έμπηγε τις φωνές η καθαρίστρια
Ανάθεμα την ώρα που γεννιόσουν άγγελος
απ’την αρχή σου κι απ’το τέλος φαντασμένος
Χτύπαγε με νεύρο τα κουδούνια
έσφιγγε στο στόμα τον αέρα
σα λαγωνικό πονούσε τις φωνές
Ώσπου τον έπιασε απ’το φωτοστέφανο
ένας άντρακλας αγουροξυπνημένος
τι χτυπάς ρε φίλε απ’τις οκτώ;
Ακόμα βράζει ο ύπνος  στα σεντόνια μας
Το ψωμί μου βγάζω κύριε διαμαρτύρονταν
κι ύψωνε για σημαία ανακωχής
τα έντυπα  που κράταγε  στο χέρι
το  ψωμί μου που πώς να συντηρείς φτερά
πώς  να μοιράζεις την αθανασία πώς
σε  τέτοιους άθλιους ουρανούς;

 

*

Οιωνοσκοπία

 

Ο νοσοκόμος μου φωνάζει ένα πουλί πετάει στα χέρια σου
που είναι ;  δεν   το  βλέπεις;  Να το διακλαδίζεται στους τοίχους τώρα
πάνω απ’το κρεβάτι μπήγει τα φτερά  του  μέσα  στην ποδιά  μου Εσύ  ο  ασθενής Εγώ ματώνω Κι όμως το πουλί είναι εκεί Αν βγουν οι γάζες αν το ιώδιο ξεθυμάνει αν οι στάλες στον ορό σιγήσουν ίσως να ακουστεί ο κελαηδισμός αλλά μην τρέφεις μάταια ουρανό Αίνιγμα Κωνσταντάκη μου τελείως αίνιγμα αν τραγουδάει για θάνατο ή για γιατρειά

 

*

Χειροτεχνία

 

Το  αποφάσισα  λοιπόν έτσι απρόσμενα
σε μια στιγμή απόδοσης τιμών στον εαυτό μου
Θα  κόψω το χέρι μου θα το  τυλίξω σε μια σακούλα και θα το  θάψω βαθιά στο δάσος
Ύστερα θα  κάνω πως με εγκατέλειψε  η γραφή
πως δεν υπάρχουν σχήματα να κλείσω μέσα τους  σιωπές   ή μουσικές
Θα  αρνηθώ  με πείσμα  την αφή
Ποτέ  δε χάιδεψα δεν πίεσα δε χτύπησα Ποτέ
Είμαι  ολάκερος μια αγκαλιά   χωρίς  αφή
Ένα   δάχτυλο  που με  κουνάει  προς  συμμόρφωση  ο μέσα κόσμος

Κι αν τύχει  παραδόξως κι ακουστεί ένα  χτύπημα στην πόρτα
(χέρια  είναι  αυτά…ποτέ δεν ξέρεις…)
Θα  παριστάνω τον κουφό  ή τον  ανάπηρο  πολέμου
περιφέροντας με θλίψη κάτω  από  τον ώμο μια μουτζούρα
σε ένα σώμα  κατά τα άλλα  καλλιγραφικό

 

*

Καρυάτιδα

 

Δεν  κουβαλάω άλλους αιώνες  στο κεφάλι μου
κι ας  με τρυπάει  από τα μάτια  ως τον ύπνο
αυτή  η αποχή
Δε  ζευγαρώνω αδιάντροπα μ’ άλλους τουρίστες
Έφτασε ο χρόνος  κατεβαίνω απ’ τις ευθύνες
Αν λίγο έμεινα το δροσερό  κορίτσι
θα πετάξω αυτά  τα   μάρμαρα απ’ τα στήθια μου
θα φτύσω το λευκό
θα κοιμηθώ το μαύρο
Και  θα’ ρθει -το φωνάζει- οργασμός
Με μια γροθιά στο ακίνητο  θα ξεχυθώ
και θα  λερώσω με το σπέρμα
ωραίων αγοριών
χιλιάδες μέρες  έξω    απ’ το γυμνό

 

 

*

Μικρός   Ερωτικός

 

Αγαπώ
με το  ύφος  των  θηρίων
με  το μαντήλι  ανέμελα  στην τσέπη
με   εξαιρέσεις
Πάντοτε  σαν άγγελος
που τα φτερά  φυτρώνουν  στο  όνειρό  του
Χτυπώ τις  πόρτες  των  αμαρτωλών
και  με καλωσορίζουν  οι αμαρτίες
που  άλλοι  πρόφτασαν να ζήσουν
αγαπώ
και   λέω την  ποίηση πνιγμό
που  παίρνει φόρα από την άβυσσο
ως τα πέριορα   του πόθου
αγαπώ
σε μια διάλεκτο  που πλάθουν
τ’ αστέρια
σε  κάτι  κρυψώνες  μέσα  στα  λόγια  των παιδιών
αθόρυβα   και  ύπουλα
για  να  σκεπάζονται  οι εστίες  της  φωτιάς
για  να  φαντάζει  το  πυράκτωμα  βολτούλα    στη  βροχή
αγαπώ
με  μια   γεωμετρία  που ακυρώνει  κάθε  σχήμα
μ’ ένα   σώμα  κάθετο   οριζόντιο επικλινές
κάτω απ’το   βάρος  μιας  εκδίκησης
για όσα χάδια  σκόνταψαν  στο  χέρι  της μητέρας
αγαπώ
με  παρωπίδες
με  ηλεκτροφόρα   σύρματα
τριγύρω από τα μπράτσα
με  δόκανα ή  αθέατες καταπαχτές
για όσους  αφελείς
αγαπώ
και λέω ευτυχώς που ο Θεός
έφτυσε λίγο ουρανό
για να’ χουν  να ακουμπήσουν κάπου
οι  συννεφιές μας

 

*

Το  κατά ηδονήν ευαγγέλιον

 

Είμαστε  χώματα
Βουλιάζουμε
απ’ το βάρος μιας  αράχνης
Η αγωνία μας
λιώνει  χιλιόμετρα
μέσα  στο στήθος
ώσπου ν’ ακουμπήσει
μια   συγχώρεση

Για τα λάθη που πληρώθηκαν
σε λάθος  τόπο
Για τους  δεσμώτες
που ξεκίνησαν την έξοδο
χωρίς μια συμφωνία κυρίων
για τα μετέπειτα
Για  το πάντοτε  και το ποτέ
Λες  κι όλα τα μελλούμενα
αφήνουν κατακάθι στο παρόν
Ότι απ’ τον άνθρωπο
περισσεύει  πάντα
ένα κομμάτι τέρας
Ότι από μόνη της
μια τέτοια  ηθική
γεννάει  ελπίδα

Άμποτε
να σηκωθεί  σαν ευαγγέλιο
Άμποτε
ένα λουλουδάκι
τρίζοντας  τα δόντια
σε όσους πήραν για παράδεισο
τα δεκαπέντε εκατοστά
της ηδονής  τους

 

*

Άνευ  Νοήματος

 

Οτιδήποτε ήταν περιττό
στην πορεία  ξέφτισε
Έμεινε απλώς η θύμησή του
μια ανεξήγητη  ροπή
Σαν την πόλη που γυρνάει πλευρό
μες στα μεσάνυχτα
και χύνεται τσιμέντο στ’ άστρα

Εδώ είναι η συνοικία των ανθρώπων
που λησμόνησαν  τον άνθρωπο
Το μεταλλείο που έσφιξε στον κόρφο
τα μαλάματά  του
και μαράθηκαν τα μπράτσα κι οι   λαιμοί
των γυναικών
Ο βαθύς λόγος που στάζει  πάνω στα ποιήματα
και τα πορώνει
Όταν  βγαίνει το προσωπείο
δεν υπάρχει  καν   πρόσωπο
Όλα  κρίνουν και τίποτε δεν κρίνεται

Και κάποιοι σήκωσαν τον έρωτα
σα χάντρα στο   λαιμό
Ματιάστηκαν
και τριγυρνάνε όλη μέρα
μ’έναν  πονοκέφαλο στη μνήμη

Και τι’ ναι  αυτό που βγάζει τους κήπους
απ’ τα στήθη των ανθρώπων;
Τι λιπαίνει το χώμα το αγιάζει
του αντιγράφει σπόρους απ’ το μέλλον;

Ίσως  η στέρηση  αυτή
δε θα’ πρεπε ν’ αγγίζει

Ίσως από τα περιττά
να βγαίνει  ουσία

Προπάντων ίσως φάνηκε
το πώς στραβώνει  ο χρόνος
την αλήθεια