Προσφάτως δημιουργήθηκε αναστάτωση στα μέσα και στα καφενεία εξαιτίας των όσων καθηγήτρια δίδασκε στη Σχολή του Αδώνιδος Γεωργιάδου περί καταγωγής του Ανθρώπου και του Έλληνος. Κατά τον Αντιπρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, η συνεργάτιδά του δίδασκε θεωρίες του ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού.

Την αναστάτωση ακολούθησε άρθρο του κ. Γεωργιάδη, από το οποίο σταχυολογώ προς σχολιασμό τις ακόλουθες απόψεις:

«Άλλο όμως το εάν δέχομαι την ορθότητα ή μή αυτής της θεωρίας (δεν έχω και τις απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις για να την κρίνω άλλωστε) και άλλο αν είναι Ναζιστική κ.λπ., όπως ανοήτως ο ΣΥΡΙΖΑ είπε.»

Δε θα ασχοληθώ με το αν η πρώην (πλέον) συνεργάτιδα του κ. Αντιπροέδρου είναι ναζίστρια ή όχι. Θα ασχοληθώ, όμως, με το κατά πόσο κάποιος δέχεται επιστημονικές θεωρίες στη βάση των γνώσεων που ο ίδιος έχει. Πρόκειται περί αστειότητος. Στο γιατρό δεν πηγαίνει κανείς για να διαπραγματευτεί τη θεραπεία του ή τη διάγνωση που θα προκύψει, ούτε, φυσικά, πηγαίνει έχοντας προηγουμένως σπουδάσει ιατρική. Έτσι είναι τα πράγματα στην επιστήμη: αποδέχεται κανείς υποχρεωτικά τις τοποθετήσεις των επαϊόντων. Τι γίνεται όταν, όμως, οι τοποθετήσεις των επαϊόντων δεν ταυτίζονται;

Αναλόγως. Αν ένας παθολογοανατόμος ισχυριστεί ότι έχει στο μικροσκόπιό του ένα τυπικό κι ένας άλλος ένα άτυπο καρκινοειδές, ίσως πρέπει να ερωτηθεί και τρίτος. Αν, όμως, ένας αστρονόμος ισχυριστεί ότι η γη είναι επίπεδη κι ένας άλλος ότι η γη έχει ελλειπτικό σχήμα, τότε δε χρειάζεται να ερωτηθεί τρίτος. Το επιστημονικό consensus στην περίπτωση αυτή είναι συντριπτικό, τα δε στοιχεία που το στηρίζουν τόσα πολλά, ώστε μόνο ως γραφική μπορεί να αξιολογηθεί η άποψη περί επίπεδης γης.

Θα περίμενε κανείς ο κ. Γεωργιάδης να μη νιώθει, λοιπόν, την ανάγκη να εκφράσει επιστημονική αδυναμία κρίσης των απόψεων Πουλιανού, όπως θα περίμενε κανείς από τον κ. Γεωργιάδη να μη νιώθει την ανάγκη έκφρασης επιστημονικής αδυναμίας κρίσης της θεωρίας περί επίπεδης γης.

Όλες οι απόψεις πρέπει να ακούγονται και όποιος μπορεί τις αντικρούει και φυσικά και ο κ. Πουλιανός και η Ανθρωπολογική Εταιρία μπορούν να ισχυρίζονται ό,τι νομίζουν για τον Αρχάνθρωπο των Πετραλώνων, τα Τρίγλια, τα Σπήλαια κλπ.

Ο κύριος Αντιπρόεδρος μάλλον προβάλλει την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης στο κανονιστικό πλαίσιο διατύπωσης και ελέγχου επιστημονικών θεωριών. Ευτυχώς, όμως, για την επιστήμη, η προβολή αυτή είναι άκυρη. Στην επιστήμη δεν μπορεί να λέει κανείς ό,τι του καπνίσει. Οφείλει να τεκμηριώσει, να πειραματιστεί, να πείσει. Σε θέματα, δε, επί των οποίων το consensus είναι συντριπτικό, οφείλει, φυσικά, μια σχολή να το διδάξει, δίχως καθόλου να είναι υποχρεωμένη να παρουσιάσει άλλες προσεγγίσεις (Πουλιανός, αστρολογία, θεωρία επίπεδης γης, Young Earth Creationism κ.ο.κ.).

Ένα τελευταίο: στην επιστήμη όλα είναι θεωρίες (επίπεδη γη, εξέλιξη των ειδών, θεωρία υπερχορδών, δημιουργισμός). Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει πραγματική διαμάχη, διχογνωμία, σύγκρουση. Σε κάποιες άλλες, η συντριπτική πλειοψηφία συμφωνεί στο χώρο και στο χρόνο και τα στοιχεία ολοβαθαίνουν σε ποιότητα και πλήθος, με αποτέλεσμα οι ισχνές μειοψηφίες να υφίστανται bullying. Κρεμάμε, δηλαδή, κώδωνες κανονικά και με το νόμο.

Έτσι είναι, όμως. Στην επιστήμη δεν μπορεί κανείς έτσι, δίχως στοιχεία, να λέει ό,τι του καπνίσει. Κι αυτοί που διδάσκουν τα καπνιστά στα σοβαρά κινδυνεύουν σοβαρά απ’ τους σαχλοκώδωνες που κρούουν.