ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ (απόσπασμα)

 

ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ποὺ δηλώνουν καθαρὰ τὴν ἄμεση συγγένειά τους μὲ τὸ συμβολικὸ «τέλος τοῦ αἰώνα» συγκαταλέγονται δύο ποιήματα τῆς περιόδου 1895-1896, τὰ ὁποῖα πραγματεύονται κατεξοχὴν θέματα τῆς Παρακμῆς: τὴν ἀναμέτρηση τοῦ Οἰδίποδα μὲ τὴ Σϕίγγα καὶ τὴν παράδοξη τιμωρία τῆς Σαλώμης.  Εξοικειωμένος μὲ τὴ λογοτεχνία τῆς ἐποχῆς, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γαλλικοὺς τίτλους ἔργων τῆς βιβλιοθήκης του,  ὁ νεαρὸς ποιητής, σὲ ἡλικία τριάντα τεσσάρων ἐτῶν, κινεῖται στὸ καθησυχαστικὸ πλαίσιο τῆς δευτερογενοῦς ἔμπνευσης. Τὸ πρῶτο ποίημα, ἔκϕρασις τοῦ περίϕημου πίνακα τοῦ Gustave Moreau «Οἰδίπους καὶ Σϕίγξ», γραμμένο τὸ 1895 καὶ δημοσιευμένο ἕναν χρόνο ἀργότερα, μεταγράϕει σὲ στίχο τὴ διασημότερη εἰκονογραϕικὴ ἑρμηνεία τοῦ μύθου. ῾Η καβαϕικὴ Σαλώμη, ἀντίθετα, δύσκολα ἀναγνωρίσιμη σὲ αὐτὴν τὴν ἀπόκρυϕη καὶ ἐλάχιστα γνωστὴ παραλλαγὴ τοῦ μύθου, στὴν ὁποία βασίστηκε ὁ ποιητὴς γιὰ νὰ συνθέσει τὸ ποίημά του, ἐκχωρεῖ τὴ μυθική της σκευὴ στὸ ἀμϕιλεγόμενο πρόσωπο τοῦ σοϕιστῆ.

Πρόκειται, ἀναμϕίβολα, γιὰ δύο ὁριακὲς περιπτώσεις ποὺ δὲν ὑποδεικνύουν σταθερὲς τοῦ καβαϕικοῦ ϕαντασιακοῦ οἱ ὁποῖες, ὡστόσο, παρὰ τὴν ἀθωότητά τους ὡς πρωτολείων καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἀκριβεῖς λογοτεχνικές τους ὀϕειλές, ἐπιτρέπουν νὰ διαβλέψουμε τὴν ἐξέλιξη ἑνὸς ποιητικοῦ πνεύματος ποὺ βρίσκεται ἤδη σὲ ρήξη μὲ τὶς ἀναζητήσεις τοῦ καιροῦ του. ᾽Ανεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἀξία ποὺ ἔχουν ὡς διασκευὲς προϋπαρχόντων προτύπων, οἱ τυχαῖες ἐμϕανίσεις τῆς Σϕίγγας καὶ τῆς Σαλώμης στὸ ἔργο τοῦ Καβάϕη συμπίπτουν μὲ τὸν ὁριστικὸ ἀποκλεισμὸ τῆς μορϕῆς τῆς μοιραίας γυναίκας ἀπὸ τὴν προσωπική του μυθολογία. ᾽Εϕεξῆς, οἱ αὐτοκράτειρες, οἱ πριγκίπισσες καὶ οἱ θεὲς ποὺ παρευλάνουν στὰ καβαϕικὰ ποιήματα μὲ θεματικὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὣς τὸ Βυζάντιο θὰ συνταχθοῦν μὲ τὸ πεπρωμένο τῆς μάνας2 ἀπεμπολώντας τὴ μοιραία γυναίκα. ῾Η χειραϕέτηση αὐτὴ τοῦ ποιητῆ ἀπὸ τὴν ἐμμονικὴ θεματικὴ τῆς «ἀνελέητης ὡραίας κυρίας», ποὺ τοποθετεῖται στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1890, ὑπαγορεύεται περισσότερο ἀπὸ μιὰ ἐπιτακτικὴ ψυχικὴ ἀνάγκη παρὰ ἀπὸ ἕνα συνειδητὰ ὀργανωμένο λογοτεχνικὸ σχέδιο. ῾Η διανομὴ τῶν ρόλων γίνεται εὔκολα ἀντιληπτή: ὁ Οἰδίπους βγαίνει νικητὴς ἀπὸ τὴ μοιραία μονομαχία μὲ τὴ Σϕίγγα καὶ ἡ Σαλώμη πεθαίνει ἀποκεϕαλισμένη, ἕρμαιο στὴ δίνη ἀνικανοποίητων παθῶν. ᾽Απὸ τὸ τρομακτικὸ τέρας ὣς τὴν αἱμοχαρὴ χορεύτρια, ὁ Καβάϕης δομεῖ σὲ σιωπὲς καὶ ἠθελημένα κενὰ τὴν εἰκόνα μιᾶς γυναίκας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μοιραία, ἐϕόσον εἶναι σχεδὸν ἀπούσα ἀπὸ τὸ ποιητικὸ ἀϕήγημα. Προσηλώνοντας τὸ βλέμμα του στὸν ἀρσενικὸ ἥρωα, ὁ ποιητὴς κατεβάζει ἀπὸ τὸ βάθρο της τὴ γόησσα, ἡ ὁποία ἔτσι τιμωρεῖται καὶ ὑποβιβάζεται σὲ ἕναν ἀπρόσωπο καὶ δευτερεύοντα ρόλο καὶ μ᾽αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ποιητὴς ἀπομακρύνεται ὁριστικὰ ἀπὸ τὸ στερεότυπο τῆς ὑπερερωτικῆς γυναίκας τῶν Εὐρωπαίων ὁμολόγων του. Αὐτὴ ἡ διαδικασία ἀπομυθοποίησης τοῦ «γυναικείου» ἐκ μέρους τοῦ Καβάϕη –πολὺ πρόσϕορη σίγουρα γιὰ ψυχαναλυτικὲς θεωρήσεις– δὲν ἐντάσσεται στὰ συμϕραζόμενα τοῦ θρυλικοῦ μισογυνισμοῦ τῆς Παρακμῆς.

 

 

[…] β. «῾Ο Οἰδίπους»

Τρία χρόνια μετὰ τὴ δημοσίευση τοῦ ἄρθρου γιὰ τὴ «Λάμια», ὁ Καβάϕης γράϕει τὸ ποίημα γιὰ τὸν Οἰδίποδα, ἐμπνευσμένος, ὅπως ὁ ἴδιος διευκρινίζει, ἀπὸ τὴν περιγραϕὴ τοῦ ὁμώνυμου πίνακα τοῦ Gustave Moreau. ᾽Αναπαριστώντας μὲ λέξεις τὸν πίνακα «῾Ο Οἰδίπους καὶ ἡ Σϕίγξ», ὁ ποιητής –ἐκ νέου ἐδῶ ὡς ἀναγνώστης– ὑποτάσσεi τὴν πράξη τῆς γραϕῆς στὴν πράξη τῆς ἀνάγνωσης, ὡσὰν ἡ ἐσωτερικὴ ἐμπειρία τῆς ἀνάγνωσης νὰ γονιμοποιεῖ αὐτόματα τὴν ἐνεργὸ γλώσσα τῆς γραϕῆς. Στὴν περίπτωση, ὅμως, αὐτοῦ τοῦ ποιήματος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ κείμενο τοῦ ποιήματος «Λάμια», δὲν πρόκειταιγ gιὰ μιὰ «ἀϕηγηματικὴ ὑπερεστίαση» (transfocalisation narrative) ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Genette, ἐϕόσον δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ περιγραϕικὴ περίληψη, ἀλλὰ μὲ ἕνα αὐτόνομο λογοτεχνικὸ προϊόν, τὸ ὁποῖο ὡστόσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ βλέμμα ἑνὸς τρίτου.

Ανάμεσα στὸν ποιητὴ καὶ στὸ θέμα του (εἴτε πρόκειται γιὰ τὴν περιγραϕὴ τοῦ πίνακα τοῦ Gustave Moreau εἴτε γιὰ ἐπανερμηνεία τῆς μυθικῆς νίκης τοῦ Οἰδίποδα ἐπὶ τῆς Σϕίγγας), παρεισϕρέει ἀδιόρατα μία ξένη ϕωνὴ ἡ ὁποία, μολονότι παραμένει ἀπροσδιόριστη, προσβάλλει τὴν ἀξιοπιστία τῆς ποιητικῆς προσέγγισης. Αὐτὴ ἡ
τεχνική, ἡ ὁποία συνίσταται στὴ «μεταμϕίεση τῆς γραϕῆς σὲ ἀνάγνωση»,  ἀνταποκρίνεται ἀπόλυτα στὴν καβαϕικὴ μέθοδο ἔμπνευσης, ὅπως τὴν ἔχει ὁρίσει ὁ Δημαρᾶς: χωρισμένο σὲ δύο σαϕῶς διακριτὰ μέρη, τὸ ποίημα περνᾶ ἀπὸ τὴν ἀντικειμενικὴ περιγραϕή –μέθοδο ποὺ ἔχει κληροδοτήσει ὁ παρνασσισμός– στὶς μορϕὲς ἑνὸς προσωπικοῦ συμβολισμοῦ.

 

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορώ.

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν. 

Παρόλο ποὺ θεωρητικὰ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν πίνακα τοῦ Moreau, o Καβάϕης δὲν τὸν ἀκολουθεῖ μὲ κάθε λεπτομέρεια. ᾽Απὸ τὸν λανθάνοντα ἐρωτισμὸ τῆς εἰκόνας, τὴ σκοτεινὴ λάμψη τῶν χρωμάτων, τὴν τόλμη τῆς ἐπαναστατικῆς γιὰ τὴν ἐποχή του29 ἀπεικόνισης, ὁ ποιητὴς δὲν συγκρατεῖ παρὰ τὴ στάση τῶν δύο ἀντιπαρατιθέμενων σωμάτων: τὸ τέρας νὰ εἶναι γαντζωμένο μὲ ὅλη του τὴ δύναμη στὸ στῆθος τοῦ Οἰδίποδα καὶ αὐτὸς νὰ τὸ ἀκινητοποιεῖ σὲ μιὰ μοιραία περίπτυξη.

******************************************************

Περίληψη

Η ποίηση του Καβάφη, όσο αντιστέκεται σθεναρά σε κατηγοριοποιήσεις, κανόνες και γενικεύσεις, άλλο τόσο προσαρμόζεται, με πρωτεϊκή ευελιξία, σε ερμηνευτικά σχήματα και θεωρίες, βυθίζοντας αέναα τους αναγνώστες της σε παλαιά και καινούργια διλήμματα. Η παρούσα μελέτη συνομιλεί με την παλαιότερη, αλλά και την πιο πρόσφατη καβαφική βιβλιογραφία, αναθερμαίνοντας τη συζήτηση με θέμα τις επιδράσεις που καθόρισαν και διαμόρφωσαν την ποιητική ιδιοσυγκρασία του Αλεξανδρινού. Μέσω των θεωρητικών και ιστορικών προσεγγίσεων, η λογοτεχνία της Παρακμής, έτσι όπως διαμορφώνεται στη Γαλλία και διαχέεται στην Ευρώπη, δεν ορίζεται αποκλειστικά από τη λατρεία του Ωραίου ή του Νοσηρού, αλλά πραγματεύεται δυναμικά τη σχέση με την αρχαιότητα και την ιστορία. Η επίμονη αυτή συναλλαγή με τον αρχαίο κόσμο, είτε αφορά αναγνωστικές πρακτικές είτε πειραματικές αναμετρήσεις με τη γραφή, περιγράφει και ερμηνεύει εν τέλει ένα από τα πρόσωπα της νεωτερικότητας. Κι ενώ η πρόσληψη της Παρακμής στην ηθογραφική Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα δεν αφήνει ιδιαίτερα ίχνη, στην ποίηση του Καβάφη ανιχνεύεται ως μια ζωντανή σχέση με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής, από την οποία αντλούνται σταθερά και, κάποιες φορές απρόβλεπτα, θεματικές και μοτίβα που επαναξιολογούν και αναπροσδιορίζουν τη σημασία της ιστορικής μεθόδου στην ποιητική του τέχνη.

 

*

Περιεχόμενα

Πρόλογος της Renata Lavagnini || Εισαγωγή στην ελληνική μετάφραση: Ο ορισμός της Παρακμής και η αντίσταση στον κανόνα || Σημείωμα της μεταφράστριας || Εισαγωγή || Συντομογραφίες εκδόσεων καβαφικών κειμένων || ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ – ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ:
1. Μοιραίες γυναίκες: μορφές και παραμορφώσεις || 2. Ρωμαίοι αυτοκράτορες: το χρονικό της πτώσης || 3. Ο μύθος του Ιουλιανού: Οι μεταμορφώσεις της γραφής || ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ – ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΟΤΙΒΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ: 1. Ο θάνατος των θεών || 2. Οι Βάρβαροι || 3. Γραφές του θανάτου || Επίλογος || Βιβλιογραφία || Ευρετήριο ονομάτων || Ευρετήριο τίτλων καβαφικών ποιημάτων και πεζών

 

 

* Η  Μάρθα Βασιλειάδη γεννήθηκε στην Καβάλα. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης με ειδίκευση στη μεσαιωνική και νεώτερη ελληνική φιλολογία (1992) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στην Συγκριτική Λογοτεχνία του Πανεπιστήμιου της Σορβόννης (DEA en littérature comparée : « Le culte de la beauté chez Baudelaire et chez Constantin Cavafy », 1993). Το 2004 ανακηρύχτηκε διδάκτορας νεοελληνικής λογοτεχνίας του Πανεπιστήμιου Γενεύης (Doctorat ès Lettres : « Les fastes de la décadence dans l’œuvre de Constantin Cavafy » (Λάμψεις παρακμής στο έργο του Κ. Καβάφη, 2004). Από το 1998 ως το 2004 δίδαξε ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία στο Τμήμα Νέων Ελληνικών του Πανεπιστημίου Γενεύης ως βοηθός και από το 2004 ως το 2010 στη θέση του λέκτορα. Από τον Σεπτέμβριο του 2010 διδάσκει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα καλύπτουν κυρίως τον 19ο και 20ό αιώνα στην ελληνική και γαλλική ποίηση, το έργο του Κ. Καβάφη και τη σχέση του με τις ξένες λογοτεχνίες και την πρόσληψη των « ευρωπαϊκών » μύθων στην Ελλάδα, κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα.