H γυναίκα του ποιητή

 

Δίπλα του καθόταν

σ’ ελαφρύ αεράκι αφημένη

 

Λεπτή ευγένεια

Βλέμμα ζωντανό

Μέτωπο αντιμέτωπο

 

Ο ποταμός της γοργός,

σμιλεμένος στην ίδια κλίνη με τον δικό του

που στέκεται

ώρα πολύ πλάι στο χαμομήλι

 

Στα χέρια της τώρα

αυτό που εκείνος γέννησε

τρέμουλο  αθέατο στα βλέφαρα:

μια ανάσα, δυο ανάσες

 

Μα το μυστικό τους αλφάβητο

Κρατά την ορμή του νερού:

Να τρέξει, να γεμίσει, να κυλήσει –

Λίγες στιγμές σιωπής

Και ξάφνου γίνεται

ακρόπρωρο και ταξιδεύει

 

Κανένα κύμα δεν της αντιστάθηκε

Στη νεαρή θάλασσα

 

Φωνή δωρική

ιωνική – μετά τον πρώτο στίχο

πάλι αλλάζει μορφή:

λίμνη πλατιά  που στέκεται

κι οι ρίζες της βαθιές

κάτω από το τραπέζι απλώθηκαν –

λεπτές, πολύχρωμες, καθημερινές

 

Τον αγκάλιασε –

Γεύτηκε

συνόδεψε

δέχτηκε

 

Και να, εκεί στο βάθος των συλλαβών του

ξεκάθαρα ακουγόταν

το δικό της σεβαστικό δέλτα.

*

 

O ποιητής

 

(για τον ποιητή Θεοδόση Κοντάκη)

 

Στη μουσική του πάνω περπατά

 

Μελωδία με λέξεις.

Μάτια και πόδια αεικίνητα

ψάχνει ρυθμό, συμφωνία

το τέμπο κρατά με το χέρι

ώσπου παύλες, τελείες, αποσιωπητικά

βρίσκουν πατρίδες

να τραγουδήσουν – ύστερα, τις αφήνει…

 

Ένα ελαφρύ αεράκι τότε:

πως από τον βυθό η από τον ουρανό

αγαπημένα πρόσωπα, ψιθυρίζουν

την ουσία των μικρών πραγμάτων.

 

Μετά, εντελώς αναπάντεχα,

λέξεις χορεύουνε γύρω:

σεμνό χορό, ανά δυο, ανά τρεις,

χαρούμενες, λυπημένες.

Από το χέρι πάντα πιασμένες

κατηφορίζουν, ξαγρυπνούν,

καθρεφτίζονται

και μετά κατοικούν

σχεδόν αθέατες στην καρδιά:

στ’ άσπρα ντυμένες,

μυστική του Λόγου σταυροφορία.

 

Δίπλα εκείνος, εκεί, τις αναθρέφει,

να βαδίζουν τις μαθαίνει

στις άγονες γραμμές των θαλασσών,

στις κορφές των βουνών.

Με τρόπο ανθρώπινο, ζεστό

ένα δένδρο ζει,

ένας πόνος, πόνος του άπατρι.

 

Κι η περηφάνια φανερή πια.

Δάσκαλοί του το νερό και το φύλλο που τρέμει,

βουτάει στα βαθιά και:

«Ό,τι κρατά απ΄τα ταξίδια του στο βυθό, μας τα δίνει.

Άσπρα βότσαλα, μαύρα βότσαλα»

 

 

Προσκυνητές στη γη του πια:

σε μια γη με σφυγμό αδύναμο,

που σπάνια μιλά

μα συνεχίζει να γεννά.

Μυστική βλάστηση, ξεχασμένη,

ξερή

 

Μα τα χέρια ψάχνουν ακόμα

προσφέρουν τις λέξεις  σπονδή

στη νέα πατρίδα

κατοικούνε

ξέφωτο στην άγνωστη στεριά.

 

Στέκεται πάνω στο «βράχο που χορεύει»,

μα λίγο πριν φύγει για ταξίδι νέο

οι λέξεις που ανέθρεψε

του δωρίζουν τα παιδιά τους.

Το προσκύνημα  πάλλει:

πάλη,

με τα πόδια

με «πλοίο που βγάζει κατευθείαν απέναντι».

 

Η λέξη το δρόμο δείχνει, δεν είν’ ο δρόμος

 

Δρόμος  οδυνηρός, κακοτράχαλος,

ματώνει  χέρια και γόνατα,

μα  προχωρά σε σπηλιές βαθιές –

γυμνώνεται η ψυχή

 

Μένει εκεί και στέκεται

ώσπου η Ποίηση να τον λυτρώσει

να ξαναβγεί στο φως

με νέους θησαυρούς στο σάκο

του δικού του Οδυσσέα…

 

Πλεύση χωρίς λόγια.

Πρώτη ώθηση

τα κουπιά που στάζουν

 

Ο χρόνος σταματά.

Ακούγεται

ανάσα σιγανή, φτερούγισμα,

πίσω στο χρόνο:

απ’ τις κατακόμβες βγαίνουν οι πρώτοι αγνοί

«με το ιερό ορατό, να τριποδίζει»

Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος τότε

Ναι,

«Αδικα κανείς δεν πλανήθηκε»

 

 

Αρχίζω να κολυμπώ.

Δεν μετρώ

ώρα, χρόνια, κινδύνους.

Κολυμπώ,

πλέω, δακρύζω, απογοητεύομαι.

Κολυμπώ πάλι.

 

Και να:

«Βγαίνω τώρα στην άγνωστη γη με τ’ αλάτι στα βλέφαρα.»

 

…με του βυθού τα φωτεινά νησιά ορατά…

 

*

 

Τα ρούχα

 

Το πιάνο τυλιγμένο στο σώμα του νέου

Η καρέκλα γυμνή με το σμόκιν της πεταμένο στο πάτωμα

Ένδυση υπόδηση τέλος

Γκρεμίστηκαν τα ρούχα και τα παλιά παπούτσια

Η εξουσία των άκρων πέθανε

 

Νηστεία

 

Γόνατα πληγωμένα δίπλα στ’ ανοιχτά παράθυρα

χαμηλόφωνα τραγουδούν λόγια του έρωτα

Ησυχία στο πεδίο της μάχης

Καπνοί κι αποτσίγαρα, λόγχες κι ασπίδες

Ποιος δασκάλεψε το κουμπί να κλείσει τόσο σφιχτά;

Ποια νέα χώρα βλασταίνει από κάτω;

Ποια γυμνή κι ολομόναχη…

 

Στάση

 

Και η χαρακτηριστική σιωπή τ’ Ουρανού

Με τη βροχή να περιμένει

Τίποτα δεν περιπλανιέται πια

Τα ρούχα που είχα αφήσει σ’ άλλη γη, τα καίω.

Είναι αυτά. Όχι, δεν είναι αυτά. Αυτά είναι. Τελεία και παύλα.

Τώρα

Εδώ.

Έζησα ή όχι;

Ούτε χαρά ούτε λύπη

Μίκρυναν όλα όσα αυθαίρετα μεγάλωσα,

περίβλημα θησεϊκό

 

Κοιτάζω

 

Ανάμεσα στα τελειωμένα και στα μελλούμενα

Το σημείο

παράδοξα οικείο στα πέλματα…

Κι εκεί ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο δάχτυλο,

μια φωνή ακούγεται από τα έγκατα:

«Κάνε τη γυναίκα κατοικία σου».