Χαίνουσα μνήμη

 

Υποτονθορύζουσα θώπευες τότες

εστέτ της διαίσθησης

τα τραπουλόχαρτα·

κι εγώ ο πεμπτοφαλαγγίτης ξαπλωμένος

μία ψευδεπίγραφη,

άπιστη από μέρους μου, προαίσθηση

γαλβάνιζα με κόπο.

 

Κι εσύ ξαφνικά,

κάτι ακατάληπτο

ξεφώνισες γεγωνυία τη φωνή

που μου ακούστηκε πως είπες ¨βλέπω¨

κι αμέσως ξεχώρισες απ’ το σωρό

τα ποντίκια, το ποτάμι και το σιμούν.

 

Εγώ με την ελάχιστη προαίσθηση

που διέθετα ακόμα

-και που αργότερα έχασα-

αντιλήφθηκα πως,

τα τρωκτικά ήταν οι άνθρωποι μου οι αβάγιστοι,

το νερό που κυλάει ο έρωτας που όλο χάνω

και ο θερμός άνεμος έδειχνε εμένα,

που είμαι το μέγιστο δηλητήριο

και λίγο λίγο φαρμακώνομαι

γιατί το θέλω απεγνωσμένα

να σωθώ από τον εαυτό μου.

 

*

Υπόσχεση ενός ολιγοφρενή.

 

Ρημαγμένος ήδη

κλήθηκα ενώπιον

της ολισθηρής σαγήνης σου

να καταθέσω

διαπιστευτήρια έρωτα

που σίγουρα σου είχα.

 

Κι εγώ

εθελόδουλη μαριονέτα σου

αντί να σε απολακτίσω

πλησίασα σε χείλη ιοβόλα

και ψιθύρισα:

«θα μπορούσα να γίνω

πέτρινη γέφυρα

και να υπομένω

πεντακόσια χρόνια τον άνεμο

πεντακόσια χρόνια τη βροχή

πεντακόσια χρόνια τον ήλιο,

να με μαστιγώνουν

να με εκφυλίζουν

να με καυτηριάζουν·

 

αρκεί

η ηροστράτεια δόξα σου

να διαβαίνει πάνω μου,

και με θέσφατη εντολή

θα μεταστοιχειωθώ

σε πέτρα δακρύζουσα».

 

*

 

Έλλειψη ολική κάτι του αναγκαίου.

(à la manière de Jacques Prévert)

 

Εγώ είχα τα σπίρτα

κι εσύ είχες την επιφάνεια τριβής.

Ποιός έκλεψε μια βίαιη αντίδραση των στοιχείων μας,

μια έκρηξη θερμότητας,

μια φλόγα;