Αν υπάρχει ακόμα αυτό που οι μαρξιστές ονομάζουν προλεταριάτο, τότε στον 21ο αιώνα αυτό θα είναι το λεγόμενο επιστημονικό προλεταριάτο. Νέοι άνθρωποι, τυπικά και ουσιαστικά μορφωμένοι, με μεταπτυχιακά και διδακτορικά, που δεν βρίσκουν εργασία ή δουλεύουν για λίγα χρήματα σε άσχετες δουλειές ή κακοπληρώνονται για την εργασία τους. Στην εποχή μας, το πνεύμα (όπως και η τέχνη), η μόρφωση και η επιστήμη (είτε ανθρωπιστική είτε θετική) δεν «πουλάνε», κι αν πουλάνε (όπως κάποιες θετικές επιστήμες που έχουν εφαρμογές στην τεχνολογία) είναι περισσότερο για το κέρδος κάποιων άλλων, οπότε μπορεί να διαμορφωθεί μια ταξική συνείδηση σε όλους αυτούς τους ανθρώπους.

Αν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα υπήρχε ακόμα μια βιομηχανική εργατική τάξη, στο δεύτερο μισό, μέσω της γενικευμένης δημοκρατικής εκπαίδευσης και της ευμάρειας αυτή η τάξη κατά κάποιο τρόπο ενσωματώθηκε στις παρυφές της αστικής τάξης, αν δεν αστικοποιήθηκε πλήρως. Πάντως, έχασε τον όποιο δυναμικό και εν δυνάμει επαναστατικό χαρακτήρα που διατηρούσε μέχρι και τη δεκαετία του 1930. Αυτό που θεωρήθηκε από κάποιους ως το νέο επαναστατικό κοινωνικό υποκείμενο ήταν το λεγόμενο «περιθώριο». Σεξουαλικά παρεκκλίνοντες, χρήστες ουσιών, εθνοτικές ή άλλες μειονοτικές ομάδες, φεμινίστριες κ.λπ. Όλες αυτές οι κοινωνικές ομάδες, όμως, είτε ενσωματώθηκαν (τουλάχιστον φαντασιακά) με κάποιο τρόπο στην αστική τάξη είτε δεν είχαν και δεν έχουν τη δύναμη και τα εφόδια ώστε να δράσουν προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για παράδειγμα οι αναρχικοί (εκ των οποίων πολλοί θα μπορούσαν να ενταχθούν στο «περιθώριο») αρκούνται σε «ανταρτοπολέμους» μέσα στις πόλεις εναντίον των αστυνομικών και του κράτους, διατηρώντας υποτίθεται και τον αντικαπιταλισμό τους, αλλά δεν έχουν να προτείνουν τίποτα. Η καθολική τους άρνηση για οποιαδήποτε μορφή εξουσίας (κεφάλαιο/κράτος κ.λπ) μάλλον τους οδηγεί προς τον πρωτογονισμό και τον χουλιγκανισμό.

Από την άλλη, τα απομεινάρια μιας πραγματικής εργατικής τάξης στις πόλεις φαίνεται πως γοητεύονται όλο και περισσότερο από τον εθνικισμό και τον νεοφασισμό με αποτέλεσμα να οδηγούνται προς ακροδεξιές «λύσεις». Χάνουν (αν είχαν ποτέ) την ταξική τους συνείδηση. «Δραπετεύουν» νοητικά από το κοινωνικό και οικονομικό πεδίο σύγκρουσης και αναζητούν ένα ευρύτερο συνανήκειν στο έθνος. Αυτό το γεγονός όμως είναι, με μαρξιστικούς όρους, ο ορισμός της δημιουργίας μιας ψευδούς συνείδησης. Λες και είναι θέσφατο ότι η γλώσσα π.χ. (το σημαντικότερο «εθνολογικό» στοιχείο κατά τη γνώμη μου) είναι σημαντικότερη από τους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης.

Για τους παραπάνω λόγους, νομίζω ότι Σουμπέτερ είχε κάπου δίκιο όταν έλεγε ότι οι σκεπτόμενοι και οι «διανοούμενοι», οι κοσμοπολίτες της γνώσης (ίσως και της τέχνης), είναι αυτοί που θα αντιταχθούν στο κυρίαρχο σύστημα εξουσίας και παραγωγής, υπερασπιζόμενοι την ισότητα, την ελευθερία και την ανθρωπιά, και όχι η αφομοιωμένη ή αδιόρατη πια εργατική τάξη ή το αδύναμο και αναισθητοποιημένο «περιθώριο»…

 

Υ.Γ. Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη συζήτηση των τελευταίων ημερών για τα φαινόμενα κοινωνικής βίας και το τραγικό περιστατικό με τον ομοφυλόφιλο ακτιβιστή Ζακ Κωστόπουλο. Αδύναμος και αναισθητοποιημένος από τον θάνατο ο Ζακ Κωστόπουλος περιμένει τη δικαίωσή του όχι μέσω της αυτοδικίας, την οποία βάναυσα υπέστη, αλλά μέσω της δημιουργίας μιας κοινωνίας ισότητας, ελευθερίας και ανθρωπιάς, όπου «οι άλλοι» θα είμαστε εμείς (η τελευταία ποιητική συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη είχε τον τίτλο «Ημών των άλλων»)…