`

* Το έργο του Γιάννη Ρίτσου «Κάτω απʼ τον ίσκιο του βουνού» παρουσιάζεται στον βιομηχανικό χώρο του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αισχυλείων. Μόνο για μια παράσταση, την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της Νάνας Παπαδάκη.

`

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

(Στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, ένα παλιό μισοερειπωμένο αρχοντικό. Φθινοπωριάτικο βράδυ. Σʼ ένα υπνοδωμάτιο του σπιτιού, η μεγάλη ανύπαντρη κόρη, κάπου 70 χρονώ, μιλάει στην παλιά τροφό της. Η Τροφός θα ʼναι περισσότερο από 100 χρονώ, ίσως και 200. Μοιάζει με μια ταριχευμένη αιωνιότητα, απόλυτα σιωπηλή, υπομονετική, αινιγματική, σαν ζυμωμένη με χώμα που, απʼ τον παλιό καιρό, έχει σκάσει ο πηλός τόπους τόπους. Δεν μπορείς να καταλάβεις αν η σιωπή της είναι κούραση, σοφία, άγνοια, ανοχή, κατανόηση, γενική καταδίκη, γενική παραδοχή, στοργή, κατάφαση, άρνηση, εχθρότητα, ηλιθιότητα ή ένα δικό της ξεχωριστό όνειρο. Το υπόλοιπο σπίτι φαίνεται ακατοίκητο. Μια νυχτερίδα χτύπησε στο τζάμι. Πότε πότε, η φωνή μιας κουκουβάγιας ακούγεται απʼ το βουνό, ανάμεσα στα λόγια της αιώνιας παρθένου):

Νένα, μη σβήσεις ακόμη το φως. Κάθισε λίγο μαζί μου.
Σαν σβήνει το φως, δεν έχω πια πού να μείνω,
χάνω τον ορισμένο χώρο, τον σχεδόν δικό μου. Νιώθω τότε
την κυριαρχία του πελώριου βουνού πάνω στη μοίρα μας· — αυτό το βουνό

όρθιο μπροστά στο παράθυρο, κλείνοντας το παράθυρο,
κολλημένο στο σπίτι — δεν αφήνει το σπίτι νʼ ανασάνει,
ιδίως απʼ το μέρος του γυναικωνίτη. Μʼ ένα κομμάτι βράχο,
φραγμένο το παράθυρο. Από παιδί το φοβόμουν. Τʼ απογεύματα
έπεφτε ο ίσκιος του νωρίς, βούλιαζε ολόκληρο στο σπίτι·

μόνο το υδραγωγείο, σκαμμένο μέσα στο βουνό,
είχε μια κάποιαν ανεξαρτησία, μια φωνή δική του,
σαν έντερο τεράστιο, μαλακό, που τρυπούσε την πέτρα
και λειτουργούσε μόνο του με το νερό, με σκοπό και με θέληση
κάπου να πάει, κάτι να κάνει, αψηφώντας
το βουνό και τον ίσκιο του βουνού.
Στα παιδικά μου χρόνια,
τις νύχτες, στο κρεβάτι, όταν σβήναν οι λυχνίες
κι η κάπνα γαλάνιζε μες στο σκοτάδι, πριν απʼ τον ύπνο,
άκουγα το πελώριο πέλμα του βουνού να σηκώνεται
για να πατήσει μες στην κάμαρα, και τότε
αυτό το υδραγωγείο σκεφτόμουνα για να πάρω κουράγιο,
αυτό μονάχα με υπεράσπιζε·
και μια μικρή αντιφεγγιά στο ασημένιο καντηλέρι
ήταν σαν ένα χέρι λιγνό που ʼχε επιζήσει απʼ τον ίσκιο του βουνού,
ένα χέρι που κρατούσε κι εμένα στην επιφάνεια
κι έτσι μπορούσα κάπως να κοιμηθώ, ξέροντας
πως πάνω μου υπάρχει ένα άνοιγμα ή ένας μικρός γάντζος
απʼ όπου, το πρωί, θα μπορούσα να πιαστώ, να σηκωθώ απʼ το κρεβάτι.

Απʼ την άλλη μεριά του σπιτιού
ήταν ο μέγας κάμπος ανοιχτός (λέω: ήταν,
σα να μην είναι πια το σπίτι μας, σαν να μην είμαστε)·
όμως κι εκεί σκοτείνιαζε μεμιάς μέσα στο δείλι
κι ήταν αόριστη η έκταση, επίβουλη η θέα, —
μόνο ένα σύννεφο, κάποτε, τρυφερό, βιολετί,
αρμένιζε μοναχικό μες στο θολό ουρανό, πάνω απʼ την κατασκότεινη πεδιάδα,
σαν ένας μικρός, ξεριζωμένος κήπος
ή σα μια διάφανη τριήρης μετέωρη
από κάποιον αντικατοπτρισμό μακρινής, αόρατης θάλασσας
φωτισμένης από μέσα έτσι που να προβάλλονται
οι ρόδινες σκιές των πλεούμενων στον αέρα του λυκόφωτος.

Με τρόμαζε κι αυτό, ίσως πιότερο
κι απʼ το βουνό, σα να ʼταν κάτι να μας πάρουν
ή κάτι να μας φέρουν κι είμαστε απροετοίμαστοι —
γιʼ αυτό σου ʼλεγα τότε νʼ ανάψεις τις λάμπες
να λήξει αυτή η αναμονή κι η αβεβαιότητα
να μείνει ολόκληρη η απόφαση της νύχτας
και το επικυρωμένο, το παραδεγμένο βάρος της
μαζί με την αιώνια προαίσθηση πως μετά τα μεσάνυχτα
δώδεκα προσωπιδοφόροι θʼ αποκεφαλίζανε
τα δυο πέτρινα λιοντάρια της πύλης, — όπως κι έγινε.

Αν έμενα κάποιες φορές ώς αργά στο προαύλιο,
δεν ήταν για να υποδεχτώ τη φίλη μου τη νύχτα (γιατί φίλη μου;)
να μου δανείσει το σκοτεινό της ένδυμα, να μʼ εξοικειώσει
μʼ αυτό το μόνιμο φόρεμα του πένθους, άβγαλτο από πάνω μου
απʼ τα δέκα μου χρόνια, σα να ʼταν το πετσί μου, — όχι,
ήταν να δω τις τελευταίες ανταύγειες του ηλιογέρματος
στα τζάμια των σπιτιών, κάτω στον κάμπο,
σαν σινιάλα φωτιάς άγρυπνων, μυστικών φυλάκων
από λόφο σε λόφο, από προάστιο σε προάστιο,
για κάτι άλλο επιτέλους· ώσπου νʼ ανάψουν τʼ άστρα και τα φώτα
πίσω απʼ τα παράθυρα, κι όλη η ρευστότητα του απόβραδου
να γίνει ένα μπράτσο ορισμένο, ένα μπράτσο κατάστικτο, — το μπράτσο
ενός φυλακισμένου που δεν είναι παρά φυλακισμένος.

Δεν ξέρω, απόψε νιώθω την ανάγκη να μιλήσω, — τώρα
που τίποτα πια δε σημαίνει να μιλήσω ή όχι. Τούτο το απόγευμα
ήτανε τόσο μακρινό κι αδιάφορο που σου άφηνε κάποια ελευθερία.
Θυμάσαι κείνα τʼ απογεύματα; — είχαν μια γκρίζα εχθρότητα
μες στην ευγενική τάχα χλωμάδα τους· άκουγα τους ίσκιους
να πέφτουν από τις γερμένες στέγες στάλα στάλα,
μια αόρατη, άηχη βροχή — προπάντων τα λούκια
σαν κουρασμένα λαρύγγια μπουκωμένα σιωπή,
κι η σκιά στρογγύλευε μέσα τους και κόβονταν
σε σκοτεινά, ανεξαργύρωτα νομίσματα που πέφταν απʼ το στόμιο
στο χώμα χαμηλά κι αφομοιώνονταν απʼ το χώμα. Τί να μιλήσω
μια κι ο χρόνος έχει περάσει πια για μένα, και σε τίποτα
δε με ωφελεί η εξομολόγηση κι ούτε κανέναν άλλον
κι ούτε έχω διάθεση να σκέφτομαι ωφέλειες και χρέη —

Κάτι τέτοια ποτέ δε μʼ απασχόλησαν —πολύ λιγότερο τώρα—
μα ίσως και να τα σκέφτηκα —δε θυμάμαι, δεν ξέρω—
κι ίσως και τώρα ακόμη κάτι να ζητώ να καρπωθώ
κι ίσως μάλιστα και κάποιον να ωφελήσω —ποιόν;— δε θέλω να ρωτιέμαι,
δε θέλω πια να παρακολουθούμαι. Αρκεί. Μονάχοι μας φθειρόμαστε
πιότερο απʼ όσο μας φθείρουν τα γεγονότα κι ο χρόνος.

Νένα, πώς απομείναμε έτσι οι δυο μας; — εσύ η πιο γριούλα
κι εγώ η πιο κουρασμένη, — εσύ μονάχα να θυμάσαι
κι εγώ να σκέφτομαι και να ξεχνάω — οι δυο μας
σʼ ένα σημείο απόλυτο καθένας μιας δικής του ματαιότητας —
εσύ ίσως όχι· βλέπω πάντα τα χέρια σου να τρέμουν
όταν ανάβουν κάθε βράδυ το σπίρτο — μήπως τάχα
απʼ τη συγκίνηση που εργάζονται ακόμη
ή μήπως απʼ το φόβο γιʼ αυτά που εξαφανίζονται απʼ το φως
ή για κείνα που δείχνονται στο φως; Πώς έχουμε ζήσει;
Και τούτο το βουνό πώς τʼ αντέξαμε; — μια πέτρινη παλάμη
μαύρη, βαριά, πάνω στο στήθος μας, απʼ το χάραμα κιόλας
όταν ελάχιστα αστέρια μουδιασμένα, σα στάλες
από άσπρο κερί σʼ ένα στιλπνό σανίδι, αυτοδιαλύονταν
σαν αποσιωπήσεις του δικού μας ύπνου, αποφεύγοντας
να πουν για τις τέσσερις λαμπάδες που έλιωσαν
στις τέσσερις γωνιές ενός μεγάλου φερέτρου.

Τις νύχτες του χειμώνα, σαν έβρεχε,
κατέβαιναν ορμητικά ποτάμια απʼ το βουνό· συλλογιζόμουνα
πως θα σαρώσουν το σπίτι, τις κολόνες, τους τάφους
κι ακόμη το ίδιο το βουνό — κι ήταν μια παρηγόρια
πάντοτε το νερό —μια ιδέα κίνησης— μια ιδέα
πως μες στη γενική καταστροφή θα καταστρέφονταν
κι ό,τι μας είχε καταστρέψει.
Το καλοκαίρι πάλι,
έκαιγε ακέριο το βουνό σαν καμίνι,
άχνιζε με τα πέτρινα ρουθούνια του, σαν παράξενο τέρας,
το καυτερό του χνότο καταπρόσωπο στο σπίτι μας· διατηρούσε τη ζέστα
πιο πέρα απʼ τα μεσάνυχτα, ώς τις 2 ή τις 3. Και τα τζιτζίκια
ανόητα, ματαιόσχολα, όλη μέρα (και τη νύχτα ακόμη)
χτυπούσαν στα μικρά ταμπούρλα τους το σύνθημα
ενός φωτεινού συναγερμού, χωρίς αιτία ή κίνδυνο
ή τουλάχιστον κίνδυνο ορατό — τα συνηθίσαμε κι αυτά· σχεδόν πια δεν ακούγαμε
αυτούς τους φλύαρους νάνους στρατιώτες των ζεστών μεσημεριών
μέσα σε καλοκαίρια τόσο απέραντα και φωτεινά σαν πεθαμένα
όταν η λιγοστή δροσιά κατέφευγε στις σκεπασμένες στέρνες
ή στις στοές των νεκρών όπου λιώναν τα ρούχα τους
και σκούριαζαν απʼ την υγρασία οι χρυσές υδρίες που αποθέσαμε πλάι τους.

Τότε το μόνο που σου θύμιζε πως είσαι ζωντανός
ήταν ο ιδρώς στο μέτωπό σου που μούσκευε το μαξιλάρι
και προπάντων ο ιδρώς στο λαιμό σου
μʼ αυτήν την ταπεινωτικήν ενόχληση και την επίγνωση
για τη μικρότητα αυτής της ενόχλησης που επεκτεινόταν
σε μιαν απέραντη, διεισδυτική δυσφορία ώς τις ρίζες του κόσμου
που πάνω της επέπλεαν μονάχα οι μύγες,
κάτι μεγάλες, μαύρες μύγες, βουερές κι αναίσχυντες.

Ίσως γιʼ αυτό οι δικοί μας ξενιτεύτηκαν,
κατέβηκαν στα παράλια, ετοίμασαν καράβια,
έκαναν εκστρατείες και ναυμαχίες, λέει,
μόχθησαν κι ίδρωσαν αλλιώς, ίσως μονάχα
για να ξεπλύνουν τον ιδρώτα του βουνού μέσα στη θάλασσα,
να ξεπλυθούν, να πνιγούν μες στο νερό, να γλιτώσουν
από τούτον τον κάθετο βράχο· — δεν ξέρω
να ορίσω το τί και το πώς — όλα μπλέκονται:
εκείνες οι ζεστές, στυφές μυρουδιές της φτέρης, του σκίνου,
της πέτρας, της μούχλας, του ασβέστη, στα φλογερά μεσημέρια,
ο ιδρώτας, τα τζιτζίκια, το βουνό, τα καράβια,
οι σκοτωμένοι στη στεριά κι οι πνιγμένοι
όταν τους ξέβραζε η θάλασσα σʼ ένα στρωτό ακρογιάλι
μια νύχτα, μʼ ένα κίτρινο φεγγάρι καρφωμένο σʼ ένα ακόντιο,
κι ούτε είχαν μια λαβωματιά οι πνιγμένοι στο σώμα τους —
πώς πέθαναν λοιπόν; — ποτέ μου δεν είδα πνιγμένους.
και τʼ ασημένιο φάσμα μιας σφαγμένης κόρης
να κυματίζει ανάερο πάνω απʼ τους πνιγμένους
μʼ ένα μακρύ κρίνο στα χέρια, — άχραντη, απείραχτη
απʼ τον ιδρώτα κι απʼ τους άσημους, τους τρωκτικούς δικούς μας πόνους.
[…]

**************************************************************

Το «Κάτω απʼ τον ίσκιο του βουνού» ανήκει στους ποιητικούς μονολόγους της αριστουργηματικής «Τέταρτης Διάστασης» κι έχει ανέβει ελάχιστες φορές στη σκηνή. Γράφτηκε το 1960 και, αν και δε φέρει το όνομα της μυθικής ηρωίδας Ηλέκτρας, αναφέρεται στον κύκλο των Ατρειδών. Εδώ ο ποιητής συναντά την ηρωίδα σε ένα ερειπωμένο σπίτι στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού να εξομολογείται στην σιωπηλή τροφό της, που όπως λέει κι ο ίδιος στον πρόλογο «δεν μπορείς να καταλάβεις αν η σιωπή της είναι κούραση, σοφία, άγνοια, ανοχή, κατανόηση, γενική καταδίκη, γενική παραδοχή, στοργή, κατάφαση, άρνηση, εχθρότητα, ηλιθιότητα ή ένα δικό της ξεχωριστό όνειρο». Η δύναμη της γραφής του Ρίτσου υπερβαίνει τα όρια της στείρας αναπαράστασης του μύθου και ανοίγεται σε ερωτήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Το νήμα της μνήμης ξετυλίγεται, ατομικά και συλλογικά πάθη διατρέχουν την ιστορία και φτάνουν στο σήμερα. Η παράσταση ύστερα απʼ την επιτυχημένη πορεία της σε κλειστό χώρο παρουσιάζεται στον ανοιχτό χώρο του Παλαιού Ελαιουργείου Ελευσίνας και ταξιδεύει στη σκηνή της ποίησης. Ή στην ποίηση της σκηνής.
`
*********************************************************
`
Η Νάνα Παπαδάκη είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις και ποιήτρια. Απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης, έχει εργαστεί ως ηθοποιός σε κρατικές και ιδιωτικές θεατρικές σκηνές. Το «Encore- Γυναίκες της Οδύσσειας» είναι η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της. Στο Φεστιβάλ «Αισχύλεια» έχει παρουσιάσει επίσης σε δική της σκηνοθεσία τον πλατωνικό διάλογο «Ίων».

`
*
Ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία-Ερμηνεία: Νάνα Παπαδάκη
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Ζορμπάς
Σκηνικά- Κοστούμια: Άση Δημητρολοπούλου
Μουσική: Βασίλης Τζαβάρας
Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Ζορμπάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Σπύρος Μπέτσης
Φωτογραφίες: Κατερίνα Τζιγκοτζίδου
Παραγωγή: Μαλντορόρ
Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης

*Επί σκηνής ο μουσικός και συνθέτης της παράστασης Βασίλης Τζαβάρας.

ΙΝFO
Γενική είσοδος: ?5
Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας, Κανελλοπούλου 1, Ελευσίνα
Προπώληση εισιτηρίων στο viva.gr και στο ταμείο του θεάτρου.
Πληροφορίες- Ταμείο θεάτρου: 210-5565613 | website: www.aisxylia.gr
Διάρκεια παράστασης: 75ʼ

Στα πλαίσια του φεστιβάλ «Αισχύλεια 2018»