`

IV. ΣΥΣΧΕΤΙΣΕΙΣ
Ναὸς μὲ κλίτη ζωντανὰ καὶ κίονες εἶναι ἡ Φύση
ποὺ ἀϕήνουν νά ᾽βγουν ἔξω ἀπόηχοι λόγων ἀμϕιβόλων·
ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι διαβαίνουν ἀπ ᾽ τὰ δάση τῶν συμβόλων
καὶ τοὺς κοιτοῦν μὲ βλέμμα πού ᾽χει ἡ ἀποδοχὴ ἐκπονήσει.
`
Σὰν μακρινῶν ἀντίλαλων συγκεχυμένες πτήσεις
πρὸς ζοϕερὸ καὶ ἀπόκρυϕο προορισμὸ ὅλα εἶν᾽ ἕνα:
ἀπέραντα σὰν νύχτα, μὰ καὶ σὰν αὐγή, ἑνωμένα
μὲ χρώματα καὶ ἀρώματα, ἀρθρώνουν συσχετίσεις.
`
᾽Αρώματα τῆς δρόσου σὰν νηπίων σάρκα αὐτούσια,
σὰν πίπιζες γλυκά, σὰν πράσινους λειμῶνες μύρων·
μὰ καὶ ἄλλα: διεϕθαρμένα, θριαμβευτικὰ καὶ πλούσια,
`
μὲ σϕρίγος στ ᾽ ἄπειρα ἐκτινάσσονται χάη τῶν ἀπείρων·
ἢ σὰ λιβάνι, σμύρνα ἢ μόσχο ἢ καὶ σὰν κεχριμπάρι
τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς ἐκστάσεις τραγουδοῦν μὲ χάρη


`
*
XXIV. [ΣΑΝ ΤΗΣ ΝΥΧΤΟΣ ΤΟΝ ΘΟΛΟ
ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ ΠΟΥ ᾽Ν ᾽ ΑΙΘΑΛΗ]

Σὰν τῆς νυχτὸς τὸν θόλο σὲ λατρεύω πού ᾽ν᾽ αἰθάλη
μὲ ἀστέρια, ἐσέ, ὦ δοχεῖο λύπης καὶ ὦ ἄλαλη μεγάλη·
καὶ σ ᾽ ἀγαπάω πιὸ πολύ, κι ἂς μοῦ ᾽χεις ϕύγει ἤδη,
γιατὶ, ὡραία μου, ϕαντάζεις τῶν νυχτῶν μου νά ᾽σ ᾽ στολίδι·
καί, εἰρωνική, τοὺς τόπους κατακτᾶς ξανὰ καὶ πάλι
ἀπ ᾽ τὸ γλαυκὸ ἄπειρο ἴσαμε καὶ τὴ δική μου ἀγκάλη.
`
῾Ορμῶ, ἐπιτίθεμαι γιὰ νὰ σ ᾽ ἁρπάξω ἐξ ἐϕόδου
χορεία ὄντας σκουληκιῶν στὸ λείψανο θλιβῆς ἐξόδου·
καὶ σὲ ὑπεραγαπῶ, ὦ ἄσπλαχνο, ὦ ἀδυσώπητό μου κτῆνος!
῝Ως καὶ ὁ ψυχρὸς ρυθμός σου σὲ ὀμορϕαίνει, ναί: κ α ὶ  ἐ κ εῖν ο ς!
`
*
XLVII. ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΑΡΜΟΝΙΑ

᾽Ιδοὺ ἔρχεται καιρὸς παλλόμενος ποὺ ξεθυμαίνει –
κάθε ἄνθος πάνω στὸ κοτσάνι του εἶναι θυμιατήρι·
τὰ μύρα καὶ οἱ ἦχοι πᾶνε στὸν ἀγέρα πού ᾽χει γείρει·
βὰλς μελαγχολικὸ καὶ σκοτοδίνη λιγωμένη!
`
Κάθε ἄνθος πάνω στὸ κοτσάνι του εἶναι θυμιατήρι·
δονεῖται τὸ βιολὶ σὰν τὴν ψυχὴ τὴν πονεμένη.
Βὰλς μελαγχολικὸ καὶ σκοτοδίνη λιγωμένη!
Θλιμμένο κι ὄμορϕο ἔγιν᾽ ὁ οὐρανὸς θυσιαστήρι.
`
Δονεῖται τὸ βιολὶ σὰν τὴν ψυχὴ τὴν πονεμένη.
Καρδιὰ παντρύϕερη τὸ τίποτα τὸ μαῦρο οἰκτείρει.
Θλιμμένο κι ὄμορϕο ἔγιν᾽ ὁ οὐρανὸς θυσιαστήρι.
`
Στὸ αἷμα του ὁ ἥλιος ἔπνιξε τὴν ὕλη τὴν πηγμένη.
Καρδιὰ παντρύϕερη τὸ τίποτα τὸ μαῦρο οἰκτείρει.
᾽Απ ᾽ τὸ λαμπρὸ τὸ παρελθὸν ὁ ἐρειπϊώνας μένει.
Στὸ αἷμα του ὁ ἥλιος ἔπνιξε τὴν ὕλη τὴν πηγμένη.

Κι ἡ θύμησή σου ἐντός μου εἶν᾽ ἄχραντο δισκοποτήρι!
`
*
LXV. ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Νωθρότερα κι ἀπὸ νωθρὰ ἡ σελήνη ἀνθεῖ στὴ ρέμβη
ἀπόψε· εἶν᾽ καλλονὴ σὲ κλίνη τρυϕηλή, καὶ ϕίλη
τῶν ἡδονῶν, καὶ χέρι ἀμέριμνο λὲς θὰ παρέμβει,
τοῦ στήθους της, πρὶν κοιμηθεῖ, νὰ ψαύσει τὴν καμπύλη.
`
Σὲ σατινένιο ἀνάκλιντρο, σὲ πουπουλένια νέϕη,
θὰ πέσει· καὶ θὰ σβήσει ἀπ ᾽ τὴ λιγοθυμιά, σὰν σκύψει
νὰ δεῖ, καθὼς τὸ βλέμμα της σὲ ϕάσματα θὰ γνέϕει
λευκά, ποὺ ἀνθώντας θὰ πετοῦν στὰ βαθυκύανα ὕψη.
`
Καὶ μὲς στὴν ἄπραγή της χαύνωση ἂ ν στὴ γῆς ἀϕήσει
ποτὲ χρυσὸ τὸ κλάμα της λαθραῖα νὰ κυλήσει,
καλὸς ὁ ποιητής, ἐχθρὸς τοῦ ὕπνου, τὰ καράτια
`
ἀπὸ τ ᾽ ὠχρό της δάκρυ στὴν καρδιά του θὲ νὰ βάλει
σὰν νά ᾽ναι ἀνταύγειες ἰριδίζουσες, ἀτόϕυο ὀπάλι,
ποὺ ἐπιθυμεῖ ἀπὸ τοῦ ἥλιου νὰ τὶς σώσει τ ᾽ ἄγρια μάτια.
`
LXXVI. ΣΠΛΗΝ (2)
Πιὸ πολλὲς πιὰ ἔχω θύμησες κι ἀπὸ αἰῶνες δέκα ἂν εἶχα ζήσει.
`
Μεγάλου ἐπίπλου τὸ συρτάρι, ὅπου μέσα θά ᾽χα κλείσει
δικόγραϕα, ἰσολογισμούς, ρομάντζα, ραβασάκια, ρίμες
καὶ μποῦκλες τυλιγμένες σὲ ἀποδείξεις μὲ βαριὲς τὶς μνῆμες,
πιὸ λίγα θά ᾽κρυβε ἀπ ᾽ ὅσα ὁ θλιβός μου ὁ νοῦς ἐμὲ χωράει.
Σὰν τάϕος θολωτός, σὰν πυραμίδα μοιάζει, ποὺ ϕυλάει
ἐντός της πιὸ πολλοὺς νεκροὺς κι ἀπ ᾽ ὅ,τι μιὰ ἑκατόμβη κλείνει.
– Νεκροταϕεῖο εἶμ᾽ ἐγώ, ποὺ τὸ σιχαίνεται κι αὐτὴ ἡ σελήνη·
σὰν τύψεις σέρνονται μακριὰ σκουλήκια ἐκεῖ, καὶ μετὰ μένους
(: μὲ ὀργὴ καὶ μὲ μανία) τρῶν τοὺς προσϕιλεῖς μου πεθαμένους.
Παλιὸ εἶμαι μπουντουὰρ γεμάτο ρόδα ἀνάρια μαραμένα:
καὶ μέσα μου, σὰν σκουπιδώνας, θάβω πολυκαιρισμένα
ἐνδύματα ποὺ ϕόραγαν παστὲλ μαντάμες ὅλο νάζι
καὶ ἀπόγευση ὤχρας ποὺ ξεθυμασμένο ϕιαλίδιο βγάζει.
`
Καὶ πιὸ μακρὺ ἀπὸ κεῖνες τὶς σακάτικες τὶς μέρες ἄλλο
δὲν θά ᾽βρεις, μιᾶς καὶ τὸ βαρὺ τὸ χιόνι τῶν ἐτῶν ρεγάλο
τὴν πλήξη σοῦ ᾽χει κάνει: τὸν καρπὸ μουντῆς ἀδιαϕορίας
πού, σὰν γουρμάσει, ξεπερνάει τὸ μέτρο τῆς ἀθανασίας.
– Καὶ τώρα πλέον στοὺς βιοτικοὺς δὲν ὑπακούει νόμους·
γρανίτης ἔχει γίνει, ἀπὸ ϕριχτοὺς τριγυρισμένος τρόμους,
ποὺ ληθαργοκοιμᾶται σὲ Σαχάρας ὁμιχλώδη βάθη.
Πανάρχαια Σϕίγγα εἶναι· ὅμως ὁ ἄπραγος δὲν ἔχει κόσμος μάθει
πὼς ἤδη ἀπὸ τὸν χάρτη ἐσβήστηκε καὶ πὼς μὲ σκυθρωπὸ ὄμμα
τοῦ ἥλιου τὶς ἀχτίδες τραγουδᾶ ποὺ πᾶν νὰ μποῦν στὸ χῶμα.
`
***********************************************************
`
Η συλλογή-θρύλος που άλλαξε τον ρου της ευρωπαϊκής ποίησης. Όλα τα Άνθη του Kακού, στα γαλλικά και στα ελληνικά, και όλες οι πληροφορίες και οι κρίσεις για τον Μπωντλαίρ, το πρότυπο του «καταραμένου ποιητή».

Ο Σατανάς «τελειότερος τύπος αρρενωπής Ομορφιάς». Η επανάσταση εναντίον του Θεού. Τα ποτά, τα ναρκωτικά, οι τεχνητοί παράδεισοι. Ο δανδισμός και οι γυναίκες που αγάπησε ο Μπωντλαίρ. Οι γυναίκες που ερωτεύονται άλλες γυναίκες. Τα ταξίδια του, πραγματικά και επινοημένα. Το Παρίσι με τα χρώματα που εκείνος διάλεξε και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη φαντασία μας. Η γλώσσα της πόλης για πρώτη φορά σε λυρική ποίηση.

Ποιήματα καμωμένα «από αθλιότητα και πνευματικότητα συνάμα», μια συλλογή «αραβούργημα φιλοτεχνημένο με πάσης φύσεως αλληγορικές ψηφίδες αναμνήσεων ανίας, πόνου, μελαγχολίας, απελπισίας και αβυσσαλέων στοχασμών» όπως επισημαίνει ο Γιώργος Κεντρωτής.

Ένα βιβλίο «νοσοκομείο ανοικτό σε όλες τις διαταραχές του νου, σε όλες τις σήψεις που μπορεί να υποστεί η καρδιά», όπως το κατηγόρησε η Figaro το 1857, «που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ», κατά το δικαστήριο που απαγόρευσε πολλά από τα ποιήματά του. Εκατό σχεδόν χρόνια χρειάστηκαν για να ακυρωθεί και τυπικά αυτή η απόφαση. Από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας τους, όμως, Τα Άνθη του Κακού, έλαμψαν σαν «αστέρια», όπως έγραψε ο Ουγκό, εκτοξεύοντας στα ύψη τη γαλλική ποίηση και επηρεάζοντας, μέχρι σήμερα, ολόκληρη την παγκόσμια.

Γιατί ο Μπωντλαίρ είναι το πρότυπο του «καταραμένου ποιητή» και «το κορυφαίο παράδειγμα μοντέρνου ποιητή ανεξαρτήτως γλώσσας» (Τ.Σ. Έλιοτ); Η παρούσα έκδοση το αναδεικνύει προσφέροντας: Όλα τα Άνθη του Κακού, απαγορευμένα και μη, χωρισμένα σε θεματικές ενότητες και σε μια μετάφραση που «ακούει» τον Γάλλο ποιητή, τις λέξεις, τις ρίμες, τις παρηχήσεις, το ρυθμό του. Εκτενές επίμετρο με πλήθος πληροφορίες για την ταραχώδη ζωή του και τον τρόπο με τον οποίο ενέπνευσε ποιητές, συγγραφείς, κάθε είδους καλλιτέχνες, και διανοούμενους όπως είναι: ο Marcel Proust, ο Arthur Rimbaud, ο Jean Paul Sartre, ο Gustave Flaubert, ο T.S Eliott, ο Walter Benjamin, ο Paul Valéry, ο Georges Bataille, ο Stéphane Mallarmé, ο Jules Laforgue, ο Georg Lukács, ο Κ.Π. Καβάφης, ο Κ. Καρυωτάκης, ο Κ. Παλαμάς και άλλοι πολλοί και πολύ σπουδαίοι.

*
Έγραψαν:
Τα Άνθη του Κακού λάμπουν και φωτίζουν σαν αστέρια. – Victor Hugo

Ο κόσμος του Μπωντλαίρ είναι μια παράδοξη υποδιαίρεση του χρόνου, όπου μόνον οι σπάνιες, αξιοσημείωτες ημέρες εμφανίζονται. – Marcel Proust

Ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός. – Arthur Rimbaud

Μπωντλαίρ: Ο άνθρωπος που αισθάνεται μέσα του ένα βάραθρο. – Jean Paul Sartre

Αγαπητέ φίλε [Μπωντλαίρ]. Διάβασα πρώτη φορά μονορούφι τα Άνθη του Κακού, καταβροχθίζοντάς τα, όπως η μαγείρισσα τα ρομάντζα του σωρού, κι είναι τώρα οχτώ μέρες που τα ξαναδιαβάζω στίχο στίχο, λέξη λέξη. Ναι, μου αρέσουν πολύ. Και με μαγεύουν. Είστε σκληρός σαν μάρμαρο και διαπεραστικός σαν την εγγλέζικη ομίχλη. – Gustave Flaubert

και τέρπομαι oπόταν εν αρμονικοίς
στίχοις ο Βωδελαίρος ερμηνεύει
όσα απορούσα η ψυχή και ασαφώς
αισθάνετ᾽ εν αγόνοις συγκινήσεσιν.

– Κ.Π. Καβάφης

Ο Μπωντλαίρ γνώριζε καλύτερα από κάθε ποιητή της εποχής του το σημαντικότερο: το πρόβλημα του καλού και του κακού. – T.S Eliott

Η ιδιαίτερη ομορφιά της αρχής τόσων ποιημάτων του Μπωντλαίρ: η ανάδυση από την άβυσσο. – Walter Benjamin

Παρακινημένος από την ψυχική του κατάσταση και από τα δεδομένα ο Μπωντλαίρ αναγκάσθηκε να αντιταχθεί, ολοένα και πιο ξεκάθαρα, στο σύστημα ή στην απουσία του συστήματος που πήρε το όνομα «ρομαντισμός». – Paul Valéry

O Μπωντλαίρ εισήγαγε την κατάθλιψη μιας καταραμένης ποίησης, που δεν έφερε πια καμιά ευθύνη και που υφίστατο ανυπεράσπιστη μια γοητεία ανίκανη να ικανοποιήσει, μια γοητεία που κατέστρεφε. – Georges Bataille

Αυτός ο ποιητής που μερικοί προσπαθούν να τον παρουσιάσουν σαν σατανική φύση, ερωτευμένη με το Κακό, είχε μέσα του, στον ύψιστο βαθμό, την αγάπη για το Καλό και την Ομορφιά. – Théophile Gautier