`

[…] Δὲν ἔκανα τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ὀνειρεύομαι. Αὐτὸ ἦταν, καὶ μόνο αὐτό, τὸ νόημα τῆς ζωῆς μου. Ποτὲ δὲν εἶχα ἄλλη πραγματικὴ ἐνασχόληση πέρα ἀπὸ τὴν ἐσωτερική μου ζωή. Οἱ μεγαλύτερες συμϕορὲς τῆς ζωῆς μου σβήνουν ὅταν ἀνοίγοντας τὸ παράθυρο στὸν δρόμο τοῦ ὀνείρου μου ξεχνῶ τὴ θέα στὴν κίνησή του. Ποτὲ δὲν θέλησα νὰ εἶμαι τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ ὀνειροπόλος. Σὲ ὅποιον μοῦ εἶπε νὰ ζήσω δὲν ἔδωσα ποτὲ σημασία. ᾽Ανῆκα ἀνέκαθεν σ᾽ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι ὅπου εἶμαι καὶ σ᾽ αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ εἶ μαι. ῞Ο,τι δὲν εἶναι δικό μου, ὅσο ταπεινὸ καὶ νὰ εἶναι, εἶχε πάντα ποίηση γιὰ μένα. Ποτὲ δὲν ἀγάπησα ἄλλο ἀπὸ τὸ τίποτα. Ποτὲ δὲν ἐπιθύμησα ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ ϕανταστῶ. ᾽Απὸ τὴ ζωὴ τίποτε ἄλλο δὲν ζήτησα πέρα ἀπὸ τὸ νὰ περάσει ἀπὸ μέσα μου χωρὶς νὰ τὴν αἰσθανθῶ. ᾽Απὸ τὴν ἀγάπη τὸ μόνο ποὺ ζήτησα ἦταν νὰ μείνει γιὰ πάντα ἕνα ὄνειρο μακρινό. ᾽Απὸ τὰ ἐσωτερικά μου τοπία, ὅλα τους μὴ πραγματι κά, αὐτὸ ποὺ πάντα μὲ εἵλκυε ἦταν τὸ μακρινό, καὶ τὰ τοξωτὰ γεϕύρια ποὺ ἔσβηναν, στὴν ἴδια σχεδὸν ἀπόσταση μὲ τὰ τοπία τῶν ὀνείρων μου, εἶχαν μιὰ γλυκύτητα ὀνείρου σὲ σχέση μὲ ἄλλα μέρη τοῦ τοπίου – μιὰ γλυκύτητα ποὺ μ᾽ ἔκανε νὰ τ᾽ ἀγαπῶ. ῾Η μανία μου νὰ θέλω νὰ δημιουργῶ ἕναν κόσμο ψεύτικο μὲ συνοδεύει ἀκόμα, καὶ μόνο στὸν θάνατό μου θὰ μ᾽ ἐγκαταλείψει. Δὲν τακτοποιῶ σήμερα στὰ συρτάρια μου κουβαρίστρες καὶ πιόνια ἀπὸ σκάκι –ἀπ᾽ ὅπου ξεπροβάλλει ἕνας τρελὸς ἢ ἕνα ἄλογο–, ἀλλὰ λυ πᾶμαι ποὺ δὲν τὸ κάνω… καὶ τακτοποιῶ στὴ ϕαντα σία μου, ἀναπαυτικά, σὰν κάποιος ποὺ τὸν χειμώνα ζεσταίνεται στὸ τζάκι, μορϕὲς ποὺ κατοικοῦν, καὶ εἶ ναι σταθερὲς καὶ ζωντανές, στὴν ἐσωτερική μου ζωή. ῎Εχω ἕναν κόσμο ἀπὸ ϕίλους μέσα μου, μὲ δική τους ζωή, ἀληθινή, καθορισμένη καὶ ἀτελή. Κάποιοι γνωρίζουν δυσκολίες, ἄλλοι ἔχουν μιὰ ζωὴ μποέμικη, γραϕικὴ καὶ ταπεινή. Κάποιοι ἄλλοι εἶναι ἐμπορικοὶ ἀντιπρόσωποι. (Τὸ νὰ μπορῶ νὰ μὲ ὀνειρευτῶ ἐμπορικὸ ἀντιπρόσωπο ὑπῆρξε ἀνέκαθεν μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ϕιλοδοξίες μου – ἀπραγματοποίη τη εὐτυχῶς!) ῎Αλλοι κατοικοῦν σὲ χωριὰ καὶ κεϕαλοχώρια κοντὰ στὰ σύνορα μιᾶς Πορτογαλίας ποὺ ὑπάρχει μέσα μου· ἔρχονται στὴν πόλη κι ἐκεῖ τυχαῖα τοὺς συναντῶ καὶ τοὺς ἀναγνωρίζω, ἀνοίγοντάς τους τὴν ἀγκαλιά μου, μὲ συγκίνηση… Κι ὅταν τὰ ὀνειρεύομαι αὐτά, περπατώντας πάνω-κάτω μέσα στὸ δωμάτιό μου, μιλώντας δυνατά, χειρονομώντας… ὅταν τὰ ὀνειρεύο μαι ὅλα αὐτά, καὶ μὲ ϕαντάζομαι νὰ τοὺς συναντῶ, χαίρομαι ὁλόκληρος, πραγματοποιῶ τὰ ὄνειρά μου, πη δῶ ἀπὸ χαρά, λάμπουν τὰ μάτια μου, ἀνοίγω τὴν ἀγκαλιά μου καὶ νιώθω μιὰ εὐτυχία πελώρια, πραγματική, ἀσύγκριτη. […]
`

[…] Η συνήθεια εἶναι μιὰ ἑστία. ῾Η καθημερινότητα εἶναι μητρική. ῞ Υστερα ἀπὸ μιὰ εὐρεία ἔϕοδο στὴ μεγάλη ποίηση, στὰ ὑψώματα τοῦ ὑπέρτατου στόχου, στὶς κορυϕὲς τοῦ ὑπερβατικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ, νιώθουμε ὑπέροχα, νιώθουμε ὅλη τὴ ζεστασιὰ τῆς ζωῆς, σὰν ἐπιστρέϕουμε στὸ πανδοχεῖο ὅπου γελοῦν οἱ εὐτυχισμένοι ἀνόητοι, γιὰ νὰ πιοῦμε μαζί τους, τὸ ἴδιο ἀνόητοι, ὅπως μᾶς ἔκανε ὁ Θεός, εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸ σύμπαν ποὺ μᾶς δόθηκε καὶ ἀϕήνοντας τὰ ὑπόλοιπα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ σκαρϕαλώνουν βουνά, χωρὶς ὡστόσο νὰ κάνουν τίποτα ἐκεῖ πάνω. Δὲν μὲ συγκινεῖ καθόλου ὅταν ἀκούω νὰ λένε, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θεωρῶ τρελὸ ἢ ἠλίθιο, ὅτι ξεπερνᾶ ἕναν συνηθισμένο ἄνθρωπο σὲ πολλὲς περιστάσεις καὶ ἐπιτυχίες τῆς ζωῆς. Οἱ ἐπιληπτικοὶ στὴ διάρκεια τῆς κρίσης τους ἔχουν πολὺ μεγάλη δύναμη, οἱ παρανοϊκοὶ συλλογίζονται ὅπως λίγοι ϕυσιολογικοὶ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν, οἱ μανιακοὶ ποὺ βρίσκονται σὲ θρησκευτικὸ παραλήρημα μαζεύουν πλήθη πιστῶν ὅσο λίγοι (ἂν ὑπάρχουν κάποιοι) δημαγωγοὶ καταϕέρνουν νὰ τὸ κάνουν, καὶ μὲ μιὰ ἐσωτερικὴ δύναμη ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν κατορθώνουν νὰ μεταδώσουν στοὺς ὀπαδούς τους. Κι ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποδεικνύουν τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἡ τρέλα εἶναι τρέλα. Προτιμῶ τὴν ἥττα γνωρίζοντας τὴν ὀμορϕιὰ τῶν λουλουδιῶν παρὰ τὴ νίκη στὴ μέση τῶν ἐρήμων, γεμάτη ἀπ᾽ τὴν τυϕλότητα τῆς ψυ χῆς, συντροϕιὰ μὲ τὴ μηδαμινότητά της τὴν ἀποκομμένη ἀπὸ τὰ πάντα. Πόσες ϕορὲς τὸ ἐπιπόλαιο ὄνειρό μου μοῦ ἀϕήνει μιὰ ϕρίκη γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, μιὰ σωματικὴ ναυτία γιὰ τοὺς μυστικισμοὺς καὶ τὶς στοχαστικὲς σκέψεις. Μὲ τί βιασύνη τρέχω ἀπὸ τὸ σπίτι, ὅπου ὀνειρεύομαι, στὸ γραϕεῖο· ἀντικρίζω τὴ ϕάτσα τοῦ Μορέιρα σὰν νὰ ἔϕτανα τελικὰ σὲ κάποιο λιμάνι. ῍Αν τὸ καλοσκεϕτῶ, προτιμῶ τὸν Μορέιρα ἀπ᾽ ὅλο τὸν ἀστρι κὸ κόσμο· προτιμῶ τὴν πραγματικότητα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια· προτιμῶ τὴ ζωή, ναί, ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ποὺ τὴ δημιούργησε. ῎Ετσι μοῦ δόθηκε, ἔτσι θὰ τὴ ζήσω. ᾽Ονειρεύομαι ἐπειδὴ ὀνειρεύομαι, ἀλλὰ δὲν ὑποϕέρω τὴν προσβολὴ αὐτὴ καθαυτὴν νὰ δίνω στὰ ὄνειρα ἄλλη ἀξία πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι τὸ ἐσωτερικό μου θέατρο, ὅπως δὲν δίνω στὸ κρασί, χωρὶς ὡστόσο ν᾽ ἀπέχω ἀπὸ αὐτό, τὸ ὄνομα τῆς τροϕῆς ἢ τῆς ἀναγκαιότητας της ζωής [..]
`
*******************************************************
`
Το διασημότερο βιβλίο του μεγάλου Πορτογάλου συγγραφέα στην πλέον πρόσφατη και ολοκληρωμένη εκδοχή του. Η μεγαλοφυΐα του Πεσσόα στο απόγειό της. Αντι-μυθιστόρημα, βιογραφία του πιο κοντινού στον Πεσσόα ετερώνυμου του Μπερνάρντο Σοάρες, ημερολόγιο, χρονικό, ένα είδος λογοτεχνίας από μόνο του; Τι είναι το Βιβλίο της Ανησυχίας που εκτόξευσε τον συγγραφέα του στο πάνθεον των μεγαλύτερων συγγραφέων όλων των εποχών και τον τοποθέτησε στον περίφημο Δυτικό Kανόνα του Χάρολντ Μπλουμ πλάι στον Δάντη και τον Σαίξπηρ; Γεννήθηκε με τη δημοσίευση το 1913 ενός αποσπάσματος και συνέχισε να γράφεται μέχρι τον θάνατο του Πεσσόα το 1935. Εκδόθηκε 50 χρόνια αργότερα και καθώς ο δημιουργός του δεν είχε αφήσει παρά μόνο τον τίτλο του και ελάχιστες οδηγίες, συχνά αντικρουόμενες, από τότε μελετητές του μεγάλου Πορτογάλου συγγραφέα, επιμελητές και μεταφραστές συνθέτουν τα αποσπάσματά του καταθέτοντας τη δική τους εκδοχή του Βιβλίου της Ανησυχίας. Η παρούσα μετάφραση βασίζεται στην πιο πρόσφατη και πιο έγκυρη πορτογαλική εκδοχή του, εκείνη του άοκνου μελετητή του Πεσσόα Ρίτσαρντ Ζένιθ και περιλαμβάνει 481 αποσπάσματα, τα μεγάλα κείμενα που είχε επιλέξει για το βιβλίο ο συγγραφέας του, καθώς και κείμενα του Πεσσόα που αναφέρονται σε αυτό. «Αυτό που έχουμε μπροστά μας», γράφει ο Ρ. Ζενίθ, «είναι το βιβλίο-όνειρο, το βιβλίο-απελπισία, το αντι-βιβλίο, πέρα από οποιαδήποτε λογοτεχνία. Αυτό που έχουμε σʼ αυτές τις σελίδες είναι η μεγαλοφυΐα του Πεσσόα στο απόγειό της». Σκέψεις, αποφθέγματα, όνειρα, ιστορίες, περιγραφές, ένα μαγικό βιβλίο που μαγνητίζει. Ο κάθε αναγνώστης, τονίζει η μεταφράστρια του Πεσσόα Μαρία Παπαδήμα, μπορεί να το διαβάσει «ακολουθώντας ευλαβικά την αρίθμηση ή ανοίγοντας τυχαία κάποια σελίδα, ανακατεύοντας τα αποσπάσματα ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, να συνθέσει το δικό του Βιβλίο της Ανησυχίας δημιουργώντας με τον συγγραφέα του μια σχέση καινοφανή και απολύτως μοντέρνα, γράφοντας εν τέλει το δικό του προσωπικό βιβλίο».