Επειδή είσαι ένα σπάνιο λουλούδι

επειδή τα χρώματά σου δεν μπορεί να τα δει άνθρωπος

μόνον, ίσως, κάποια έντομα που πίνουνε το νέκταρ των ανθέων

κι εκπνέουν μέλι για να φάνε τα παιδιά τους και οι άνθρωποι

επειδή από τότε που σε γνώρισα βλέπω μέσα από τους τοίχους

σε όλα τα δωμάτια που κλείστηκα

εσένα

επειδή τα δένδρα σε καρποφορούν το καλοκαίρι και σκας

με κρότο στο έδαφος πλουτίζοντας το χώμα που πατάω με χυμούς

βγαίνεις από μέσα μου νικήτρια σʼ έναν θρίαμβο σεισμού

και σε ρωτώ πού ήσουν τόσα χρόνια

νʼ ακούσεις το τραγούδι σου παιγμένο απʼ τη λύρα μου

με τις χορδές αηδονιών που πέθαναν στον αέρα

σχίζοντας δεσποτικά τη γη του παραδείσου.

*

Aπόψε θα παίξουμε παιχνίδι.

Δως μου δυο λέξεις που σου αρέσουν˙

τουλίπα διαλέγεις και δελφίνι

υγρές οι λέξεις που μου δίνεις

με κέντρο τους το λάμδα.

Στη θάλασσα που κολυμπάς

περιπλανιέμαι χρόνια

κι απʼ το χώμα που ξεριζώθηκες

πενθώ και περιμένω.

Στο σώμα μου σήμερα διαλύεσαι, λουλούδι

ένας Θεός στο στήθος του

χαμογελά και μας απλώνει.

*

Τα μάτια σου

οι ώμοι σου, το στήθος, τα μαλλιά σου

τα δάχτυλα, τα πέλματα, τα γόνατά σου

πηλός που περίσσεψε στην τράπεζα

με των Θεών τις καταθέσεις.

Χρόνια πολλά περίμενα για να σε συναντήσω

να γίνω κορμί ολόκληρο

κορμί που δεν αναρωτιέται.

*

Θα κόψω τη μέρα που ήρθες στη ζωή μου

Από το σώμα της ζωής μου

Και θα τη βάλω σ’ ένα ανθοδοχείο

Να τη ζωγραφίσει ο Θεός.

*

Ούτε ρουμπίνι ούτε διαμάντι.

Βότσαλο.

Για να μπορείς με τα χείλη σου

να γράψεις

εκεί που χρόνια ολόκληρα

η θάλασσα προσπάθησε

με κύμα.

*

Μυστικό εσώρουχο

κρύβεται μέσα στο χορό σου

σιγά σιγά το βγάζεις και γελάς.

Τίποτα δε μου κρύβεις

όταν η γλώσσα μου σʼ αρπάζει

μέσα στο στόμα μου ουρλιάζεις και γεννάς.

Θάλασσα από γιασεμί

πίνει του Δία το κεφάλι

ανάμεσα στα πόδια σου

εκκλησιάζονται οι Θεοί.

*

Μου ζητάς να γράψω ένα

χαρούμενο ποίημα

όμως

όλα τα ποιήματα

η χαρά ολάκερης της γης

δραπετεύουν απ’ τις προθέσεις μου

στις ώρες που δεν έχω χαρτί

σ’ ό,τι υπάρχει έξω από τους τοίχους

του δωματίου μου.

Έτσι μιλώ πάντοτε για κείνο που λησμονήθηκε

αφήνοντας ελεύθερο το δήμιο του κόσμου.

*

Γέρασα να βρω γυναίκα

νʼ ανέχεται εμένα και τις λέξεις.

Όταν κοιμάμαι όμως

πάντοτε επιστρέφει ο ίδιος

αυτοκινητόδρομος πλάι στα δένδρα

και το νερό.

Στον ύπνο δεν υπάρχουν ψέματα

αλάνθαστα ταξιδεύω.

Εκείνη κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο

στο όνειρο.

Όταν ξυπνήσω περιγράφει.

*

Η επικοινωνία συνέβη πολύ πριν μιλήσουμε

στο σύμπαν που έφτιαξε δυο ανθρώπους

στην τύχη που τους έφερε κοντά.

Όλα μας τα λόγια μια αέναη συμφωνία

παρηγορία στην αέναη μοναξιά μας.

*

Ω πόσο μ’ αρέσει να ψηλαφώ

τα αγγεία του στήθους σου.

Ψέματα.

Πόσο μ’ αρέσει να ψηλαφώ

το στήθος σου

μ’ όλο το αίμα και το γάλα του

και το ζεστό παλμό του

κι όλο το σμήνος των περιστεριών

π’ απλώνει τ’ αφροσύννεφα στο χόρτο.

Λυγίζει ο ήλιος, σφάζεται, σφαδάζει

τη θηλή σου ρουφά των οδόντων

ο πολφός μου.

*

Φόβο έφερε η ανάμιξή σου στη ζωή μου.

Έπαψε να διακυβεύεται η ύπαρξή μου

διακυβεύεται η ευτυχία μου.

Λιποψυχούν όσα μπορούν να με σκοτώσουν

αυτός δε γκρινιάζει

αυτός δε ζητάει τίποτα, σκέπτονται

στη γη περπατά ο άνθρωπος χωρίς επιθυμίες.

*

Στάγδην στα χείλη κόκκινο κρασί

απασφαλίζει το φιλί.

Τα στόματα πλησιάζονται

να πιούνε μαζί

το ένα απ’ το άλλο

το ένα το άλλο.

Φωνάζω πάνω στη γλώσσα σου

κι εσύ με καταπίνεις.

Χάνεται η φωνή μου μέσα σου

ηρεμεί και σβήνει.

*

Τώρα πια παντρευτήκαμε.

Ενώσαμε τις ζωές μας μια

υγρή μέρα του Οκτώβρη

όπως ενώνουν τις σταγόνες της βροχής

τα μεγάλα δάκρυα.

Τώρα πια όσο σκέφτομαι

θα σκέφτομαι αν έφαγες καλά, αν

πονάει η μέση σου

αν κάποιος κάτι πει και σε στενοχωρήσει.

Μέσα στο τραίνο, στη δουλειά

ζει μονάχα ο ένας εαυτός σου.

Ο άλλος μες στο κεφάλι μου

διαρκώς με βασανίζει.

*

Κοριτσάκι μου˙ θα ʼρθει η στιγμή που

ο καιρός θα μας έχει προσπεράσει.

Τα φθινοπωρινά φύλλα δε θα πέφτουν

στο χώμα με το νάζι το γλυκύ της νιότης.

Τα παιδιά (το ξέρεις) όταν περπατήσουν

δεν ανήκουν πια σʼ εμάς αλλά

στον κόσμο που εκείνα κατασκευάζουν.

Εσένα, όμως, κορίτσι μου

δε σʼ απασχολούν αυτά γιατί σου δίνω

το λόγο μου και ο λόγος μου δε σπάει.

Αν περπατήσεις ως το γραφείο μου

εκεί που σκέπτομαι και καπνίζω το τσιγάρο μου

θα είμαι πάντοτε εκεί˙

κι όταν τη νύχτα ξεσκεπάζεσαι

εγώ αμέσως θα ξυπνάω.

Αυτό από δω και μπρος θα είναι

το ξυπνητήρι μου

τα όνειρά σου στα ζεστά

η αγάπη μου θα τυλίγει.