`

Ένα αγόρι που το δαγκώνει σαύρα, είναι ο πίνακας του Καραβάτζιο που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του Νίκου Παπαδάκη. Κι αν επιλέχτηκε ακριβώς για αυτή την τεχνική του Κιαροσκούρο ή αλλιώς της φωτοσκίασης που διατρέχει την ποιητική συλλογή, με αφορμή και το σχετικό ποίημα Lizard που εμπεριέχεται, η σημειολογική ανάγνωση του πίνακα βρίσκει ακόμα περισσότερες ταυτίσεις με το ατομικό «είναι» και το ποιητικό «γίγνεσθαι» του Παπαδάκη.
`
Ένας καταξιωμένος ενήλικας, Πολιτικός Επιστήμονας, Πρωτοβάθμιος Καθηγητής Πανεπιστημίου από νεαρή ηλικία –σε σχέση με τη γεροντοκρατία του συστήματος- πολύπειρος και πολυπάσχων της επιστημονικής γραφής πριν τρία χρόνια δέχεται το δάγκωμα μιας σαύρας –ποιητική έμπνευση την αποκάλεσαν εδώ και αιώνες σε μια απέλπιδα προσπάθεια να την εξευμενίσουν- και γίνεται ένα αγόρι που αντιδρά με μιαν έκφραση τρόμου στο πρόσωπό του, αλλά χωρίς να χάνει την οργιλότητά του. Τρομάζει από την ιερή μέθη του πόνου που προκαλεί η ποίηση όταν αποφασίζει να σε δαγκώσει, για αυτό και προσπαθεί να την εξηγήσει μέσω του αντι-προλογικού του σημειώματος που υπάρχει στο βιβλίο.

`
Η χρήση του σημειώματος, αν και εκ πρώτης όψεως παραπέμπει στους κανόνες δόμησης ενός επιστημονικού εγχειριδίου και ένας ανυποψίαστος αναγνώστης ή κριτικός λογοτεχνίας θα έσπευδε να αναφωνήσει ότι προθέματα, πρόλογοι, επίμετρα και παντός άλλου είδους εξωποιητικά καρυκεύματα περισσότερο βαραίνουν ή αποπροσανατολίζουν το κατεξοχήν κείμενο, ωστόσο επαναλαμβάνω η χρήση του εδώ είναι μια αγωνιώδης προσπάθεια ενός αγοριού που προσπαθεί να διαχειριστεί έναν νέο πόνο στη ζωή του, αυτόν της ποιητικής γραφής. Για αυτό συνεχίζει να μη θεωρεί τον εαυτό του ποιητή, όπως ένα μικρό αγόρι στριφογυρνώντας με περιέργεια τα νέα του παιχνίδια στα χέρια του χαίρεται με την κάθε του ανακάλυψη, δεν προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί, να περιχαρακωθεί, δεν το νοιάζει ακόμα ο οποιοσδήποτε ρόλος του παίκτη.

`
Παράλληλα το νεαρό αγόρι του πίνακα δεν χάνει την αναίδεια της νεανικής ηλικίας, αν αναγνωρίσει κανείς πέραν του τσιμπήματος και τη συμβολική υπεραιώνια χειρονομία των δαχτύλων του, το «κατάπυγον» κατά την αρχαία γραμματεία. Το νεαρό αγόρι λιγότερο εκπεφρασμένα οργισμένος σε σχέση με την προ διετίας πρώτη του ποιητική συλλογή, «Ό,τι [δεν] θα μπορούσε να είναι αλλιώς/ Μια ποιητική δοκιμή και τρία κείμενα περί τέχνης, εξουσίας και οδύνης», εκδ. Ι. Σιδερής, χειρονομεί λεκτικά με έναν πιο αφαιρετικό τρόπο «μα είναι η καμπύλη/ ευάγρια τεθλασμένη/ που κυοφορεί/ Σαγήνη» και συνδιαλέγεται με την ύπαρξη που προηγείται της ουσίας κατά τη γνωστή Σατρική ρήση χωρίς τον ορθολογισμό μιας επιστημονικής προσέγγισης, αλλά με πλοηγό αυτήν την αναίδεια του νεαρού που ανακαλύπτει τον κόσμο και αντιδρά έμπλεος ουτοπίας: «Κάπως να ξεπλυθεί η βεβαιότητα/ Λίγο ακόμα/ κι όλα μπορούν να είναι αλλιώς» ακόμα κι αν ως ενήλικας γνωρίζει καλά, όπως λέει σε άλλο του ποίημα, «Ηττημένοι γεννηθήκαμε/ με την απλή υπόμνηση του τέλους» ή αλλού: «Και η ηχώ/ βάρβαρη/όπως η ζωή η ίδια».

`
Το κλασικό σκηνικό του πίνακα στο εξώφυλλο (το τριαντάφυλλο στα μαλλιά, η αρχαΐζουσα ενδυμασία και η ηδονή των αισθήσεων η οποία απεικονίζεται με τα φρούτα και τα λουλούδια (κατά όπως έχουν σημειώσει οι μελετητές του ζωγραφικού έργου) αντανακλάται και στην ποιητική του Παπαδάκη όπου συνδιαλέγεται με αρχέγονους μύθους π.χ. της Μήδειας, όπου εκφράζει το εύθραυστο πάθος και τον ερωτισμό («Συχνά τρελοί/ πάντα γυμνοί/ ουδέποτε γενναίοι/ Να είναι η σάρκα που με ιδιοτέλεια τον ντύνει») στήνοντας ένα αλληγορικό σκηνικό αισθήσεων και αφής, όπως και ο πίνακας, μόνο που τα ποιητικά του υποκείμενα είναι έννοιες αιμοσταγείς και αρπακτικές: η εξουσία, ο θάνατος ενός πρόσφυγα, η πεισματικά ανέκφραστη λέξη.

`
Η μεταφορά εννοιολογικής γνώσης και δεξιοτήτων από την επιστημονική στην ποιητική του γλώσσα θα έλεγα ότι σε αυτό το σημείο παραπέμπει στη γνωστή θεωρία του Cummins περί αλληλεξάρτησης των γλωσσών και την ύπαρξη μιας κοινής υποκειμενικής γλωσσικής ικανότητας, μόνο που εδώ η πρώτη γλώσσα είναι η επιστημονική του και η δεύτερη είναι η ποιητική. Ακριβής και στέρεος, δίχως λεκτικά πυροτεχνήματα και υπερρεαλιστικούς ακροβατισμούς, χωρίς το άσφαιρο κυνήγι του αδιόρατου, αλλά με μια μεταπρατική ικανότητα του ορατού σε εσώτερον πυρ ως το μοναδικό κέρδος που επιθυμεί και αναγνωρίζει. Αυτό δεν σημαίνει πως η σχέση του με την λογοτεχνική ανάγνωση είναι ημιτελής, κάθε άλλο, είτε ενδοκειμενικά είτε με βάση τις πηγές που αναφέρει, όπως και στην πρώτη του ποιητική συλλογή. παρουσιάζεται ένας συνειδητοποιημένος αναγνώστης που αναζητά στα κείμενα τους προβληματισμούς τους χωρίς να τα αντιμετωπίζει ως εγχειρίδια εντυπωσιασμού.

`
Σε μια εποχή που η ποίηση αποτελεί έναν μηχανισμό κοινωνικής κινητικότητας, όχι εξαιτίας της ανάγκης της, αλλά λόγω μιας ψευδαίσθησης κοινωνικής παρουσίας –εξ ου και η αφθονία των ποιητικών συλλογών που εμφανίζονται και του διαδικτυακού ποιητικού λόγου- όπου σαν να είναι ο καθένας υπόλογος σε όλους τους άλλους πλην του εαυτού του (στο σύντροφό του, στους γονείς του, στον εργοδότη του, στον σκύλο του, στην ανεργία του, στους διαδικτυακούς ακολούθους του, στην ασπόνδυλη ζωή του κτλ) ο Παπαδάκης ακολουθεί την αντίστροφη πορεία προς την εσωτερική αναζήτηση χωρίς το άγχος της επίδειξης ή της απόδειξης. Σαν αυτό το ανέμελο αγόρι του πίνακα.