Βάγγέλης Κολώνας

Ο Βαγγέλης Κολώνας με προσκαλεί σ’ ένα αόρατο κονσέρτο για πιάνο αισθησιακών αισθημάτων. Σολίστ ο ίδιος. Με παπιόν. Τόσο ερωτικός όσο καμιά από τις συναδέρφους του. (Ο Βαγγέλης είναι ηθοποιός – σκηνοθέτης -συγγραφέας). Τόσο ερωτικός που μπροστά του ντίβες του θεάτρου και λαϊκές κομμώτριες που σέρνουν συνοικίες από καψουράκια, μοιάζουν σταφιδιασμένα μουνιά μπροστά του. «Μπροστά του οι ζωντανοί μοιάζουν ξόανα» έγραφε ο Κώστης Παπαγιώργης σε μια άλλη περίπτωση, εντελώς διαφορετική.
και εγώ λαϊκός άντρας με το σκεπάρνι στους ώμους, και ανοιχτό πουκάμισο, μοιράζω σκεπαρνιές σε δήθεν λαϊκές ποιήτριες (κάποιες εξ αυτών με περιοδικό), που το παίζουν μάγκες. μάγκες και χωρίς εφημεριοπεριοδικά έστω και ως ανάγνωση. και από κάποιο σημείο και μετά η ηλικία δεν παίζει κανένα ρόλο, αυτό είναι δοσμένο. και το λέω εγώ ο φύση και καταγωγή λαϊκός. πίπες στην μέση του δρόμου, παρτούζες πίσω από νταλίκες ή μέσα σ αυτές, όπερα σε βελούδινα υπόγεια πρέζα και τσιφτετέλια σε ρετιρέ και μεζονέτες, κάπνισμα οπίου με γαύρο στην σχάρα και ρετσίνα. όλα ισάξιες γνώσεις, οδηγός προς τον ουμανισμό….τον ανθρωπισμό του έρωτα….

Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία

στην Αλεξάνδρα Δήμου

αγίου Βαλεντίνου ανήμερα. Γιορτή έρωτα. Τότε που πεθαίναμε με τους ποιητές κάθε ηλιοβασίλεμα. αν και κυρίως πεθαίναμε, πάρα πολύ μετά από την δύση του ηλίου. Ξημερώματα. Πεθαίναμε κάθε ξημέρωμα. Με λαϊκούς ποιητές. Και με αρτίστες. Κόκαλο πάντα…..
και κάτι μπακούρια ποιητές. Ποιητές της νύχτας. Πάντα Κύριοι. Ποιητές της νύχτας που μπήκαν μες στους υπονόμους χωρίς να λερωθούν. Γιατί ποιητές και δημοσιογράφοι είναι το ίδιο πράγμα. Βλέπε Μήτσο Παπανικολάου.
Και μπήκαμε στον υπόνομο, αψεγάδιαστοι, και μπήκαμε στο υπόνομο με τα ποιο ειλικρινά κριτήρια. Πέρα από του σύγχρονου κόσμου το κριτήριο. Καθαροί στο μπες και βγες σαν νεράκι, έστω αν το νεράκι το δικό μας ήταν το ουίσκυ. Και οι γιορτές είτε αυτοκαταργούνται , είτε υπόσχονται. Πάντα με το Φ. Φοιτητές, Φαντάροι, Φαντάσματα είχαν από χρόνια αυτοκαταργηθεί. Μόνο τα Φ. του Λ. Χρηστάκη είχαν μείνει. Αλλά αυτό το Φάτε ήταν λίγο δύσπεπτο. Η προτίμηση ήταν στην πόση παρά στο νερλίκωμα…. με τα προηγούμενα Φαντάσματα της νιότης μας, βαθιά σφηνωμένα στην ψυχή μας. Το ποιο ιδεατό τα Βυζιά – Βυζάρες και οι κώλοι – Κωλάρες. Πάντα με το ΑΧ…. Το Αχ της σαρκικής επαφής που όσο αναβαίνει η πόση και αυξάνονταν τα χρόνια, το χάναμε. Σιγά σιγά αλλά πάντα ταπεινά. Ταπεινά και όχι ταπεινωμένα.
και μια χρόνια, χρονιά πίκρας, πολύ μικρής μπροστά στα χρόνια που ακολούθησαν, πριν γίνουν αστρόσκονη τα καρντράσια ποιητές, τσουπ στην Μ.Β με ελβετικά σοκολατάκια, 40αρες κόκες και γαλλικές σαμπάνιες, προς τέρψη μια εξάρτησης για μερικούς, μεταξύ τους και εγώ, με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάτια μας, και να μας κρατάν ζωντανούς, τόσο ζωντανούς όσο ένα απών έρωτας, έστω και διαχωρισμένος σε μόνιμή σχέση και περιστασιακή, με ελβετικά σοκολατάκια να μας γλυκαίνουν την πίκρα και κόκες 40αρες να μας κρατάν ζωντανούς, έστω και σε μνήμες, τόσο ζωντανούς σαν ξυπόλητους Μεσσίες.