`

Εσωτερική πορεία

Αργά αργά η απόγνωση

διέσχιζε τον ουρανίσκο

Κατέβαινε ως τα σπλάχνα της

Με μπισκοτάκια βουτύρου αμφιβολίας

γλύκαινε το πικρό πέρασμα

Το έκανε να μοιάζει υποφερτό

Με ένα «μήπως δεν κατάλαβα καλά;»

μπορούσε τελικά να πιει όλη την απόγνωση

Ως τον πάτο

`

*

Κουρελού

Πίσω κοιτάς
Μνήμες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Πάνω της ξαπλώνεις
Δήθεν εκπέμπει μια ασφάλεια
Καθώς από γνωστό σου υλικό είναι καμωμένη
Κι όλα τα χρώματα που ράβεις
θαρρείς είναι δικά σου χρώματα
Λύπες, χαρές, ματαιώσεις
Έκτισαν- κομπάζεις- τον εαυτό σου
Κι ύστερα
Προσδοκίες μπαλώνεις στην κουρελού σου
Φανατικά υπέρ ονείρων και αναμονών τάσσεσαι
«Λες να είναι εφικτό;»
Και κρατάς για λίγο μετέωρο το βελόνι σου
Πόσο επιδέξια κατασπάραξες τ
ο ευγενικό και ταπεινό σου «τώρα»
Με πόση σιγουριά το αγνόησες
για να επιδοθείς στη συρραφή νεκρών παρόντων
που έγιναν μνήμες
ή επερχόμενων στιγμών
αμφιβόλου υπόστασης
απουσιάζοντας ουσιαστικά
από τον ενεστώτα σου
Ετοιμάζεις προσεκτικά την κουρελού σου
Το σάβανο εν τέλει
μιας ζωής που δεν έζησες`

*

Χειμερινή παραλία
Ο ήλιος
ένα κέρμα, κορώνα ή γράμματα
στα φορτωμένα σύννεφα
Ο ήλιος
ασημένια κοιλιά ψαριού
σε μαύρο ουρανό
Κι η θάλασσα
μια γκρίζα γάτα
που ανασαίνει
στο σαλόνι
«Σαν φοβηθείς
Πίσω μην κοιτάξεις
Η νοσταλγία
Θα σου βγάλει τα μάτια
Και θα σου φορέσει
Τα δικά της»,
Σού ʼπαν τα κύματα
εκείνο το πρωί.

`

*


Πηνελόπη
Η Πηνελόπη χόρευε συνήθως ως τα ξημερώματα
Τα έντυπα εξέτασης των μνηστήρων
χάθηκαν.
Η Πηνελόπη χόρευε και έραβε και ξήλωνε
και κρυφογελούσε.
Ερωτευόταν ενίοτε τους πιο νάρκισσους
μόνο για έναν χορό.
Το πρωί τους έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα.
Κι αυτοί
Όλο γυρόφερναν στην αυλή της
ποτίζοντας επιμελώς
τη φιλαρέσκειά της.
Ο Οδυσσέας
δεν υπήρξε στʼ αλήθεια.
Η Πηνελόπη
ήταν πιστή
μόνο στην προσμονή.

`

*

Ακαριαίως
Η φωνή σου βγήκε
Πυρωμένη γραμμή
το πρώτο χάραμα
Μια μικρή ρωγμή
Και φως.
Ήθελες κάτι να πεις.
Μια συλλαβή μετέωρη
Σκοτάδι.
Λες κι από κάποιο παράξενο
πέταγμα πουλιού
η γη έκανε ένα βήμα πίσω
Σκοτάδι την αυγή.
Τέντωσα τʼ αυτιά μου
Τα μάτια μου
Το σώμα μου ολόκληρο
Νʼ αρπάξω τις λέξεις σου
να μη χαθούν.
Ήθελες κάτι να πεις
ακόμα
Τις νύχτες σʼ ονειρεύομαι συχνά.
Απʼ το μισάνοιχτο στόμα σου
Ξεχειλίζουν τριαντάφυλλα
`
*
**************************************************************

Η Μαρίνα Αρμεύτη γεννήθηκε στις 25.1.1974 στη Λεμεσό. Είναι κόρη της Χριστίνας Πατσαλίδου και του Ανδρέα Αρμεύτη, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 16.6.1974 από την ΕΟΚΑ Β΄. Αποφοίτησε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής σχολής. Έκανε μεταπτυχιακό στη «Δημιουργική γραφή» στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση από το 1997.
Δημοσιεύει άρθρα στην κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης» και ποιήματα στο κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό «ΑΝΕΥ» και στο λογοτεχνικό περιοδικό Κοζάνης «Παρέμβαση». Στίχους της έχουν μελοποιήσει ο Νίκος Παπάζογλου, ο Αντώνης Μιτζέλος, ο Γιάννης Ιωάννου. Είναι μητέρα δυο παιδιών.