`

ΣΥΝΤΑΙΡΙΑΞΕ ΥΠΕΡΟΧΑ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

[Σκέψεις για την ποιητικη συλλογη «Το ξέφωτο της μνήμης»  του Δημ. Καραμβάλη]

`

Ο Δημήτρης Καραμβάλης είναι γνωστος και καταξιωμένος ποιητης στον ελληνικο χώρο. Τα πνευματικα του ενδιαφέροντα όμως δεν περιορίζονται μόνο στην ποίηση, εφόσον έχει καταπιαστει με επιτυχία με το δοκίμιο καθως και τη μελέτη της λογοτεχνίας, δίνοντά μας σπουδαία βιβλία-μονογραφίες για την πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου, την ποίηση του Νίκου Καρούζου, του Οδυσσέα Ελύτη αλλα και άλλων σημαντικων ελλήνων δημιουργων.

Η ποιητικη συλλογη Το ξέφωτο της μνήμης (Η εκταμίευση των δακρύων), που κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2017, απο τις εκδόσεις Δρόμων, της Αθήνας, είναι το τελευταίο δημιούργημά του και αποτελει, κατα την ταπεινη γνώμη μου, ένα απο τα πιο ποιοτικα και όμορφα βιβλία που είδαν το φως της δημοσιότητας την χρονια που μας πέρασε.

Είναι ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει σίγουρα με την εκτυπωτικη και καλαισθητικη αρτιότητά του αλλα και με το διπλο χαρακτήρατου, εφόσον το περιεχόμενό του αποτελείται απο δύο διαφορετικα είδη τέχνης, όπως είναι η ποίηση και η ζωγραφικη. Δηλαδη στις σελίδες του βιβλίου δημοσιεύονται μία σειρα ποιήματα και άλλη μία απο ζωγραφικους πίνακες, όλα δημιουργήματα του Δ. Καραμβάλη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να προβληματίζεται και να διερωτάται τι να ξεχωρίσει πρώτα; Να ξεχωρίσει πρώτα την ποίηση και μετα την ζωγραφικη ή το αντίθετο; Ο αναγνώστης, για να το διατυπώσω διαφορετικα, προβληματίζεται και διερωτάται ποιο απο τα δύο αυτα είδη τέχνης πρέπει να βάλει πρώτο στην εκτίμησή του; Δύσκολο ερώτημα, γιʼ αυτο και πολυ αμφιβάλλω αν θα προκύψει κάποια ξεκάθαρη απάντηση μέσα απο τη συνείδησή του.

Συγκεκριμένα, η συλλογη το Ξέφωτο της μνήμης αποτελείται απο 53 υπέροχα μικρα ποιήματα, με το μικρότερο νʼ αποτελείται απο τρεις στίχους και το μεγαλύτερο απο δέκα, καθως και απο 53 έγχρωμους πίνακες ζωγραφικης. Δηλαδη, το κάθʼ ένα απο αυτα τα μικρα ποιήματα συνοδεύεται και απο ένα πίνακα, του οποίου το περιεχόμενο έχει πάντοτε άμεση σχέση με το περιεχόμενο του ποιήματος. Προηγείται, ψηλα σε κάθε σελίδα του βιβλίου, ο ζωγραφικος πίνακας και ακριβως κάτω απο τον πίνακα δημοσιεύεται το ποίημα.Το αποτέλεσμα αυτης της προσπάθειας του Δημήτρη Καραμβάλη κρίνεται αξιοθαύμαστο γιατι σπάνια στις μέρες-μας συναντάμε βιβλία με τέτοιο συνταίριασμα ή καλύτερα, με τέτοια αρμονικη συνύπαρξη ποίησης και ζωγραφικης, εφόσον όλα σε αυτη τη συλλογη καταλήγουν σʼ ένα αδιαίρετο σώμα.

Σίγουρα, μέσʼ απο αυτο το εγχείρημά-του, ο Δημ. Καραμβάλης παρουσιάζεται ως ένας αφοσιωμένος μαθητης του Σιμωνίδη του Κείου (556 π.Χ-469 π.Χ), εφόσον ασπάζεται και υλοποιεί τις αισθητικες θέσεις του, όπου, κατα τη γνωστη ρήση του, «ζωγραφίαν μεν είναι φθεγγομένων την ποίησιν, ποίησιν δε σιγώσαν την ζωγραφίαν», που πάει να πει πως η ποίηση είναι ομιλούσα ζωγραφικη και η ζωγραφικη σιωπώσα ποίηση.

Δεν θέλω όμως να πω περισσότερα για τη ζωγραφικη του Καραμβάλη. Νιώθω πως είμαι αναρμόδιος και δεύτερον το αντικείμενό-μου σήμερα είναι η ποίηση που εμπεριέχεται σε αυτη τη συλλογη. Έχω την αίσθηση όμως, μάλλον την υποψία, (και αυτο μπορω να το αναφέρω), πως και η ζωγραφικη του Καραμβάλη αγγίζει τα όρια της μεγάλης τέχνης.

Όπως σημείωσα ήδη, τα ποιήματα που παρουσιάζει ο ποιητης στην εν λόγω συλλογη του είναι ολιγόστιχα, με εκπληκτικη όμως παραστατικότητα και συνάμα λιτότητα! Επεδίωξε και κατάφερε με το κοφτερο μαχαίρι της αίσθησής-του νʼ απαλλάξει όλα τα περιττα βαρίδια ή, καλύτερα, τα άχρηστα «λύπη» απο την ποίησή του, για νʼ αφήσει μόνο τα απογυμνωμένα κόκκαλά-της, (οστα γεγυμνωμένα κατα τον ευαγγελιστη), που είναι ασφαλως η στιλπνη και αληθινη ουσία της. Θα έλεγα, χωρις δισταγμο, πως όλα, εννοω και τα 53 ολιγόστιχα ποιήματα της συλλογης, με την πυκνότητα σε νοήματα και την οικονομία στις λέξεις που τα διακρίνει, αγγίζουν τα αυστηρα πλαίσια της επιγραμματικότητας! Ενδεικτικο παράδειγμα το ποίημα στην σελίδα 38 με τον τίτλο «Πυρκαϊα»:

`

Το βράδι έφυγαν τα πουλια

Κυνηγημένα

Μέσα στο βαθυ σκοτάδι.

Το χάραμα

Ξεκίνησε η φωτια

Στα περασμένα

Και στα τωρινα…

`

Δεν ξέρω αν η Λέσβος, τόπος καταγωγης του ποιητη, έχει παράδοση στην τέχνη των Λιθοξόων και των Μαρμαρογλυπτων, όπως συμβαίνει με το άλλο νησι, την Τήνο. Παράδοση απο την οποία ίσως να δέχτηκε επιδράσεις. Γιατι, όπως με χαρα διαπιστώνω, στην παρούσα συλλογη του εργάσθηκε με τη μαστορια του περίφημου Μαρμαρογλύπτη, που σκάβει αδιάκοπα το ακατέργαστο μάρμαρο μέχρι να το κάνει λείο και να του δώσει τη μορφη που θέλει, για να το βλέπει νʼ απαστράπτει κάτω απο το λαμπερο ήλιο! Την ίδια ακριβως επεξεργασία και λαμπρότητα έχουν και οι στίχοι του Καραμβάλη που τους κάνουν να φαντάζουν όπως οι δωρικες κολόνες ή όπως οι εντάφιες πλάκες κάτω απο το υπέρλαμπρο ήλιο. Ας μην ξεχνάμε πως το ποίημα, όπως έλεγε ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, «είναι ο τάφος του ποιητη, αλλα ένας τάφος που τον λαξεύει μόνος του, μέρα με τη μέρα, και που τον μεταμορφώνει σʼ ένα μαργαριτάρι». Στο ποίημα «Άρνηση», σελ. 34 θα γράψει ο Καραμβάλης:

`

Αδιάφοροι χειμώνες

Άφησαν τα χνάρια-τους

Στη λαξευμένη πέτρα.

Έφυγα κι ήρθα και ξανάφυγα

Σώμα και στόμα και νερο

Μια καταδίκη

Ποιες είναι οι σκιες που φαίνονται;

Πόσες νύχτες πρέπει ακόμα να διαβούνε;

`

Ο αλησμόνητος Τάκης Βαρβιτσιώτης όμως, έδωσε ακόμη ένα εμπνευσμένο και υπέροχο χαρακτηρισμο για το ποίημα, όταν αποφάνθηκε πως το «ποίημα είναι το αίμα σου που αστράφτει συμπυκνωμένο σε μία λέξη».

Ο αναγνώστης, αξιολογώντας συνολικα Το ξέφωτο της μνήμης, δεν είναι δύσκολο, νομίζω, νʼ αντιληφθει πως η ποίηση που εγκλείεται στη συλλογη, στις βαθύτερες επιδιώξεις-της, είναι ταυτόσημη με την χαρα αλλα και με τη λύπη, το φως αλλα και το σκοτάδι, τον έρωτα αλλα και τον θάνατο, την απογοήτευση αλλα και την ελπίδα. Με άλλα λόγια είναι ταυτόσημη με την χαρα της ζωης και κυρίως με την ελευθερία και την ανάσταση της ψυχης του σημερινου ανθρώπου. Σημειώνει στο ποίημα «Μοναχικο», στη σελ. 24:

`

Έρημη πόλη

Άσπρο και μαύρο να εναλλάσσονται

Ασφυκτικα.

Για που δραπετεύεις πάλι

Ψυχη-μου;

Ποια μονοπάτια ανοίγεις

Κι άβατα;

Σε ποιο αλειτούργητο ξωκλήσι

Ορφανων ψυχων

Κερι ανάβεις;

`

Ο Καραμβάλης, όπως διαπιστώνω, παρουσιάζει στην ποίησή του─και εδω είναι που φανερώνεται εύγλωττα το μεγάλο ταλέντοτου─τα πιο βαθια και δύσκολα, δηλαδη τα πιο ουσιαστικα πράγματα κάτω απο την επίφαση μίας απλότητας! Και αλίμονο στον ανυποψίαστο αναγνώστη αν πέσει σε αυτη την παγίδα που λέγεται «απλότητα» και θεωρήσει την ποίησή-του αφελη ή άτεχνη. Γιατι, σίγουρα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αντιθέτως, η ποίηση του Καραμβάλη είναι υψηλου επιπέδου και απευθύνεται στον καλλιεργημένο αναγνώστη. Θέλω να πω πως προσλαμβάνεται ευκολότερα απο τον επαρκη αναγνώστη. Εννοω τον αναγνώστη που είναι καλα μυημένος στην ποιητικη τέχνη του, εφόσον η ποίηση του Καραμβάλη θεμελιώνεται και στηρίζεται πάνω σε σύμβολα και κώδικες, όπως είναι οι λέξεις «πουλια», «ομίχλες», «πυρκαγιες», που συναντάμε αρκετα συχνα στους στίχους του.

Έχει όμως και μυστικα η ποίηση του Καραμβάλη, όπως είναι π.χ. η συγκινησιακη λειτουργία του ανέμου που πνέει μέσα της, παρασύροντας τα σκοτεινα πέπλα που σκεπάζουν τη σκέψη μας για να καταδειχθουν οι αντιφάσεις ενος κόσμου μέσα στον οποίο βρισκόμαστε επικίνδυνα παγιδευμένοι. Όμως, όπως κάθε μυστικο, έτσι και η ποίηση του Καραμβάλη, θα έχανε πιστεύω την μαγεία και αξία-της αν ξηγιόταν με λογικα κριτήρια. Θα προέτρεπα, λοιπον, τον καλοπροαίρετο αναγνώστη νʼ αποφύγει να ψάχνει για «κλειδια», τα οποία ίσως τον βοηθούσαν να ερμηνεύσει σωστα την ποίησή του. Με άλλα λόγια, θα τον συμβούλευα να παραμείνει απορροφημένος μόνο στη μαγεία που του προσφέρει αυτη η ποίηση. Και μόνο έτσι, νομίζω, θα την νιώσει και σταδιακα θα την απολαύσει πλήρως. Εξάλλου, όπως εύστοχα σημειώνει ο Δημήτρης Νικορέτζος στο υπέροχο δοκίμιό-του που τιτλοφορείται Αξονικη τομογραφία του ποιητικου λόγου, «στόχος της ποίησης, όπως και των άλλων τεχνων, είναι η αισθητικη συγκίνηση, που για τον Αριστοτέλη είναι ταυτόσημη με την ηδονη, δηλαδη τον ηδυσμένο λόγο».

Όπως ανάφερα ήδη, η ποίηση του Καραμβάλη, στο σύνολό-της, διακρίνεται για την εσωτερικη πυκνότητά της αλλα και τον ήπιο λυρισμο της. Μεταφέρει μέσα της, και είναι έκδηλο αυτο, την στοχαστικη θεώρηση των πραγμάτων και την υπαρξιακη αγωνία του δημιουργου της. Επομένως, μπορει να είναι λιτη και απέριττη, είναι όμως στιβαρη και ενδιαφέρουσα εφόσον είναι διαποτισμένη απο τους βαθιους στοχασμους και τα πανανθρώπινα μηνύματα του δημιουργου της που αρχίζουν απο τον διακαη πόθο του για ελευθερία και ειρήνη στη γη, την αγωνία και τον αγώνα του για μία καλύτερη ανθρώπινη ζωη, τον φόβο του μπροστα στο μυστήριο του θανάτου, την θλίψη του για την καταστροφη που απειλει το περιβάλλον και γενικα όλο τον πλανήτη-μας μέχρι τον σπαραγμο του για τη μοίρα ή το απάνθρωπο τέλος των οικονομικων μεταναστων που αποφασίζουν κάποια μέρα να φθάσουν στην θάλασσα του Αιγαίου για μία καλύτερη ζωη. Θα γράψει στο ποίημα «Αιγαίο», που δημοσιεύεται στη σελίδα 51:

`

«Μαύρο και άσπρο παντου.

Η νύχτα καταργει τις διαστάσεις

Οι εφιάλτες επιστρέφουν

Αναχωρουν οι βάρκες με τους μετανάστες

Οι αποστάσεις ξεπουλάνε την

Πραμάτειά τους!

`

Είμαι βέβαιος πως ο ποιητης Καραμβάλης, για να δημιουργήσει και να μας προσφέρει όλα αυτα τα υπέροχα ποιήματά του, έχει αναλώσει πολλα κύτταρα απο το σώμα του. Γιατι είναι ποιήματα φτιαγμένα με θέματα που επιφέρουν πόνο, θλίψη, πίκρα και οδύνη στην ψυχη του δημιουργου-τους. Υπο αυτη την έννοια είναι γνήσια και αληθινα. Και αληθινη ποίηση, κατα τον Δημ. Νικορέτζο, «σημαίνει έμπνευση και αληθινη έμπνευση σημαίνει συντριβη. Τότε μόνο επέρχεται η λύτρωση και η ψυχικη κάθαρση του δημιουργου, που είναι η πιο μεγάλη και πιο ακριβοπληρωμένη αντιμισθία του ποιητη». Γράφει στο ποίημα «Αναπάντητο», σελ. 56:

`

Εγκατέλειψε η θάλασσα

Των ναυαγίων τα ξύλα

Και τʼ άλλα, τα πιο βαρια

Τα ʼκλεισε μέσα-της για πάντα.

Πως να μαζέψω

Τα κομμάτια της ψυχης-μου

Που τά ʼδα στην ακτη

Απολιθωμένα;

`

Ολοκληρώνοντας θα έλεγα πως όσο πιο μεγάλος είναι ο ποιητης, τόσο πιο μεγάλος είναι ο πόνος του για όσα απαράδεκτα συμβαίνουν γύρω του και ακόμη μεγαλύτερη η σωματικη συντριβή του. Όμως, όπως καλα γνωρίζουμε, εξίσου μεγάλη είναι και η ψυχικη του ανάσταση που επέρχεται μετα τον προσωπικο Γολγοθά του.