Φοιτητες τις Σχολης Καλών Τεχνων Τηνου, 1971 – Κ,Νταης αυτος με τα γυαλια,,,

Λάρισα. Το 1960 ήμουν έξι ετών, με ένα χαρτονάκι και με μισό μολυβάκι στο χέρι ζωγράφιζα τα κορίτσια της γειτονιάς την ώρα που κεντούσαν, όταν χτενίζονταν ή όταν με σταυρωμένα χέρια καθόταν στα πεζούλια των σπιτιών. «Μπράβο Κωστάκη, τι θα γίνεις ζωγράφος;». «Ναι, ζωγράφος», τους έλεγα σοβαρός. «Θα πεθάνει στην ψάθα», λέγαν οι άντρες και όντως έτσι ήταν, τότε και τώρα.
Στο ένατο δημοτικό σχολειό δεν άνοιγα ποτέ βιβλίο και όταν το άνοιγα ζωγράφιζα στα περιθώρια των σελίδων αεροπλανάκια, περικεφαλαίες και μασίστες. Από την πρώτη δημοτικού ήμασταν τρεις φίλοι κολλητοί που ζωγραφίζαμε καλύτερα από όλους, ο Αντώνης, ο Γιώργος και εγώ. Ο Αντώνης μπάρκαρε μηχανικός στα γκαζάδικα, ο Γιώργος καπετάνιος στο εμπορικό ναυτικό και εγώ συνέχισα να ζωγραφίζω και να σμιλεύω τα μάρμαρα. Στη δευτέρα δημοτικού ζωγράφισα ένα γάιδαρο και ο δάσκαλος με επαίνεσε πολύ και το έδειξε στους δασκάλους και στα παιδιά. Πήραν τα μυαλά μου αέρα ότι ζωγραφίζω ωραία και ονειρευόμουν να το μάθουν όλοι στη γειτονιά μας και κάποτε ίσως όλη η συνοικία -δηλαδή η Φιλιππούπολη-, μέχρι εκεί έφτανε η φιλοδοξία μου.

Στο σχολείο συνέχισα να μην ανοίγω βιβλίο, μου βάζανε χαριστικώς εξάρια να περνώ τις τάξεις, κανονικά ήμουν για πεντάρια. Ζωγράφιζα συνέχεια και παντού, η μάνα μου τα έβρισκε και τα έκαιγε, μου έριχνε και ξύλο γιατί δεν διάβαζα παρά μόνο ζωγράφιζα. Ο πατέρας, πιο καλλιεργημένος, δεν μου έλεγε τίποτα.
Όταν μεγάλωσα λίγο μάζευα πενηνταράκια και δεκάρες, έκλεβα και κανένα φράγκο από τη μάνα μου αλλά το καταλάβαινε γιατί δεν είχε και πολλά και πάλι τις έτρωγα κανονικά. Όταν γινόντουσαν τέσσερις δραχμές πήγαινα Κυριακή πρωί στο Σινέ Παλλάς και έβλεπα τρεις ʽʼΜίκη Μάουςʼʼ και μια ταινία, πότε Ταρζάν, ποτέ καουμπόικο ή τον Μασίστα.

Βγάζοντας το δημοτικό μετά βασάνων πάω στην πρώτη τάξη του 1ου Γυμνασίου Λαρίσης, συνέχισα να μην ανοίγω βιβλίο. Ξάφνου, ανακάλυψα σε ένα βιβλιοπωλείο χρώματα λαδιού σε σωληνάρια αλλά πολύ ακριβά. Μάζευα και πάλι δραχμούλες να αγοράσω και εγώ πέντε χρώματα και κανένα πινέλο να ζωγραφίσω σαν κανονικός ζωγράφος. Βρήκα χαρτονέξ και χρησιμοποιούσα την πίσω πλευρά που έμοιαζε με μουσαμά. Ο καθηγητής τεχνικών, Ζαχαρίας Μπεκιάρης, βλέποντας τη φτώχια μας είπε μια μέρα στους συμμαθητές της τάξης να κάνουν έρανο και ό,τι μαζευτεί να μου τα δώσουν να αγοράσω χρώματα γιατί ο πατέρας μου δεν μου έδινε. Τότε μαζευτήκαν γύρω στις σαράντα δραχμές και τα πήρα με χαρά, παρόλη τη ντροπή μου. Κάποια μέρα είδα στην βιτρίνα του βιβλιοπωλείου ένα μεγάλο βιβλίο με τον τίτλο ʽʼΠαγκόσμια Ιστορία της Τέχνηςʼʼ με γυαλιστερό έγχρωμο εξώφυλλο, «μπαμπά, θέλω να το πάρουμε», τον παρακαλούσα κάθε μέρα για κανένα εξάμηνο. Τελικά το πήραμε, εξήντα δραχμές θυμάμαι, πολλά τα λεφτά για μας. Το ξεφύλλιζα κάθε μέρα και έβλεπα μόνο τις φωτογραφίες με τα έργα, ποτέ δεν το διάβασα. Μόνο το κοίταζα και ήθελα και εγώ να γίνω σαν κιʼ αυτούς.

Τελείωνε η πρώτη χρόνια και βιβλίο δεν είχα ανοίξει, όλοι οι βαθμοί εξάρια και εννιάρια, στα καλλιτεχνικά όμως είκοσι. Φυσικά έριξα κανόνι. Δεύτερη χρονιά, μια από τα ίδια… ξανά κανόνι…! Βιβλία κλειστά και ξύλο από τη μάνα γιατί ζωγράφιζα! Ερχόταν ο πατέρας στους καθηγητές και τους παρακαλούσε να μου βάλουν ένα δεκάρι για να περάσω την τάξη, εκείνοι του λέγανε ότι δε γίνεται γιατί «δεν ξέρει τίποτα». Τρίτη χρονιά στην ίδια τάξη δε σήκωνε…! Καλεί ο καθηγητής των τεχνικών τον πατέρα και του λέει ότι για γράμματα δεν κάνω αλλά ότι είμαι ταλέντο στη ζωγραφική. Του είπε για τη σχολή Καλών Τεχνών στον Πύργο της Τήνου και αν μπορεί να με πάει εκεί να δώσω εξετάσεις. Εκεί μαθαίνουν ζωγραφική και γλυπτική στο μάρμαρο. Παρόλα τα πενιχρά οικονομικά του πατέρα, πάμε στον Πειραιά με το τραίνο και από εκεί με τον ʽʼΚανάρηʼʼ φτάνουμε στο νησί. Δίνω εξετάσεις και περνάω πρώτος με δεκαοκτώ. Διευθυντής της σχολής ήταν ο Τυρναβίτης ζωγράφος Δανιήλ Δανιήλ. Όλοι οι φοιτητές της σχολής ήμασταν μέχρι δεκαπέντε ετών, καμία δεκαπενταριά όλοι κι όλοι. Βρήκαμε ένα δωματιάκι στο χωριό να μένω, τρία επί δυόμιση, με ένα κρεβάτι και ένα παραθυράκι. Εμένα μου φάνηκε παλάτι. Ζωγράφιζα συνέχεια ακουαρέλες και σχεδίαζα τα πάντα. Κάναμε και θεωρητικά μαθήματα, θρησκευτικά και λίγο ιστορία της τέχνης. Στο μάθημα των θρησκευτικών με ρώτησε η καθηγήτρια να της πω ένα εκκλησιαστικό μυστήριο και της λέω η ʽʼμεταλαβιάʼʼ, αυτή γέλασε και μου λέει ʽʼθεία κοινωνίαʼʼ το λένε και όλη η τάξη γέλασε μαζί μου. Επειδή καθόμουν στο τελευταίο θρανίο και κάναμε φασαρία με τους συμμαθητές, κάποια μέρα με έβαλε στο πρώτο θρανίο, μόνο, να με ελέγχει. Εγώ όμως έβλεπα από εκεί και τα ωραία της μπούτια γιατί φορούσε μίνι, ήταν νέα και όμορφη. Με πήρε χαμπάρι που κοιτούσα και άφηνε λίγο ανοιχτά τα πόδια της, από εκεί μόνο εγώ μπορούσα να δω. Από τότε δεν ξαναγύρισα στα πίσω θρανία!


ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΝΟΥ = 1968

Την δεύτερη χρονιά έγινε διευθυντής της σχολής ο γλύπτης Παράσχος, αυτός με μισούσε για πολλούς δικούς του λόγους και επειδή ήμουν ταλαντούχος και ζωηρός. Έλεγε ότι δεν έχω ʽʼμέσο όροʼʼ, ή θα φτάσω ψηλά ή θα πεθάνω κάτω από γέφυρες. Όταν δεν ζωγράφιζα έπαιρνα το σακίδιο με τα βατραχοπέδιλα, ένα καρβέλι ψωμί με μυζήθρα και κατέβαινα με τους φίλους τρία χιλιόμετρα ποδαρόδρομο για μπάνιο στον Πάνορμο, μέχρι να νυχτώσει. Στην επιστροφή, αν πετυχαίναμε τον Νίκο Καραμαλή με το τρίκυκλο ανεβαίναμε στην καρότσα και γλιτώναμε την ανηφόρα. Ο Παράσχος, την χρονιά που έφτασα να αποφοιτήσω μου έβαλε είκοσι στη ζωγραφική και με βραβεία αλλά διαγωγή ΚΑΚΗ. Με κλάματα υπέγραψε η καθηγήτριά μου επειδή με αγαπούσε πολύ. Έτσι, με αυτήν την διαγωγή δεν μπορούσα να πάω στην Καλών Τεχνών της Αθήνας παρότι θα έμπαινα άνευ εξετάσεων λόγο αριστείας.
Φεύγοντας από το νησί δεν γύρισα στη Λάρισα αλλά πήγα στην Αθήνα να βρω δουλεία και να μείνω εκεί να ζωγραφίζω. Το 1970 γνώρισα τον ποιητή Κώστα Μαυρουδή που ήταν από την Τήνο και σπούδαζε νομικά στην Αθήνα. Αυτός με φιλοξένησε στο σπίτι του όσο χρειάστηκε μέχρι να βρω δουλειά και αυτό θα του το χρωστώ για πάντα. Η φιλία μας κρατά ως σήμερα, επηρεάστηκα πολύ από το μεγάλο ιδιοφυές πνεύμα του που ήταν και είναι ένα σχολείο για μένα. Την πρώτη μέρα που βγήκαμε στο κέντρο, Πανεπιστημίου και Σίνα, μου λέει «περίμενε, να πάω κάπου και έρχομαι. Μην φύγεις και χαθείς», έμεινα εκεί ακίνητος σαν σκοπός, μην κουνηθώ και χαθώ.

Δούλευα στα μαρμαράδικα της Φιλόθεης και έμενα στο Χαλάνδρι. Μετά ήρθαν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Τρεις μέρες δεν πήγα στο μαρμαράδικο, την έβγαζα απʼ έξω από το πρωί ως το βράδυ φωνάζοντας ʽʼκάτω η χούνταʼʼ. Εντωμεταξύ εκείνες τις μέρες είχα κάνει ένα απόστημα στο δόντι και μου το είχαν ανοίξει εξωτερικά για να το καθαρίσουν οπότε ήμουν με γάζες και τσιρότα. Μετά την εισβολή του τανκ στην πύλη και το ξύλο που έπεσε, πηγαίνοντας για το μαρμαράδικο, με έβλεπαν οι ταξιτζήδες με τα τσιρότα και φώναζαν με χαρά και μίσος «καλά σας κάνουν κωλόπαιδα, παλιοκουμμούνια».
Μετά από πολλά χρόνια μου δόθηκε η ευκαιρία να εργαστώ στην αναστήλωση της Ακρόπολης, η εμπειρία και η συγκίνηση τεράστια. Αποκολλούσαμε και συντηρούσαμε τα μέλη των μνημείων για πρώτη φορά μετά από 2,500 χρόνια. Ανάμεσα στις ρωγμές των μαρμάρων βρήκαμε ξεχασμένα από τους αρχαίους μαρμαρογλύπτες, του 447 π.Χ., μικρά κοκαλάκια από αποφάγια κοτόπουλου. Απερίγραπτη συγκίνηση η σύνδεση ʽʼτου θεϊκού με το ανθρώπινο.ʼʼ

Έτσι, πέρασαν τα χρόνια, ζωγραφίζοντας πάντα αυτό που με συγκινούσε και ποτέ δε σκέφτηκα αν είμαι ʽʼεντός η εκτός εποχήςʼʼ αυτό που κάνω είναι μόνο για μένα.

Κ. Νταής, Λάρισα 25/1/2018