.

Θα μπορούσε να αναπαύεται στις δάφνες που έδρεψε με το πρώτο της βιβλίο. Η Ινδή όμως Αρουντάτι Ρόι αντιμετωπίζει ως δοκιμιογράφος και συγγραφέας την ωμή πραγματικότητα της πατρίδας της.

.

Ερώτηση: Έχετε διακριθεί ως πεζογράφος και είστε ως δοκιμιογράφος επίσης αναγνωρίσιμη. Ωστόσο, δεν μοιάζετε σαν κάποια που επιδίωξη της είναι κυρίως η απόκτηση δόξας. Τι σημαίνει για σας «απόλυτη ευτυχία» – φράση που αναφέρεται και στον τίτλο του καινούργιου σας βιβλίου;

.

Α: Στην ουσία κάθε δραστηριότητα, για την οποία μπορώ να δουλέψω με όλες μου τις ικανότητες – με κάθε δυνατότητα που έχω, με την προσοχή και την προσήλωση, τις γνώσεις και την κατανόηση, το δέρμα, τα μαλλιά και τα νύχια μου… Όταν τα πάντα εστιάζουν σε ένα πράγμα, τότε αυτό είναι για μένα και η απόλυτη ευτυχία.

.

Ε: Στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στο πρώτο σας μυθιστόρημα και στο «Το υπουργείο της υπέρτατης ευτυχίας» (Σ.τ.μ: Ελληνικός τίτλος: Το βασίλειο της υπέρτατης ευτυχίας), συγκρουστήκατε με ισχυρούς πολιτικούς αντιπάλους και οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι έμοιαζε αδύνατον να νικηθούν. Δεν βρεθήκατε ποτέ στον πειρασμό να εγκαταλείψετε την προσπάθεια;

.

Α: Τώρα, τι σημαίνει «νικάω», και τι σημαίνει «εγκαταλείπω την προσπάθεια»; Προτιμώ να χάσω, αντί να βρεθώ απ΄την άλλη πλευρά. Η εγκατάλειψη της προσπάθειας είναι αδύνατη, γιατί τότε κανείς βρίσκεται απ΄την άλλη πλευρά. Πρέπει να επιλέξω τη δράση. Και σε τελική ανάλυση, δεν έχει να κάνει με την δική μου επιτυχία ή αποτυχία. Έχει να κάνει με ανθρώπους, οικοσυστήματα, με τον πλανήτη μας.

.

Ε: Μια από τις πρώτες επιθυμίες σας, για την οποία δραστηριοποιηθήκατε, ήταν παλαιότερα ο αγώνας κατά του φράγματος Ναρμάντα. Όντως η παγκόσμια τράπεζα και άλλοι επενδυτές αποσύρθηκαν κάποτε από το εν λόγω έργο. Μπορούν κινήματα άραγε και σήμερα  να ελπίζουν σε τέτοιες επιτυχίες;

.

Α: Δυστυχώς εκείνο το κίνημα δεν κατάφερε εντέλει, παρά τις επιτυχίες, να σταματήσει το έργο. Επέσυρε, όμως, την παγκόσμια προσοχή και επέβαλε μια σχετική νομιμότητα. Στην Ινδία υπάρχουν και άλλες πρωτοβουλίες πολιτών, στις οποίες οι φτωχότεροι στον κόσμο στέκονται με επιτυχία εμπόδιο σε μεγάλες εταιρείες και συμφύρματα. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, επειδή απλά ο πληθυσμός δεν επέτρεψε την δημιουργία των έργων. Παρόλα αυτά, στην Ινδία έχουμε πλήθος προβλημάτων. Και, βέβαια, τέτοια κινήματα καταπολεμούνται. Αυτό που ωστόσο κατόρθωσαν, είναι το ξύπνημα των συνειδήσεων.

.

Ε: Η σημερινή κυβέρνηση της Ινδίας προπαγανδίζει αφενός την οικονομική και τεχνολογική πρόοδο, αφετέρου όμως και έναν οπισθοδρομικό και τοξικό θρησκευτικό εθνικισμό. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό το παράδοξο;

.

Α: Απλά λόγω του ότι δεν ευοδώθηκαν οι εξαγγελίες για οικονομική ανάκαμψη. Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού – ακόμη και για τη μεσαία τάξη – οι συνθήκες διαβίωσης επιδεινώνονται. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια, θα δούμε μια τεράστια αύξηση του θρησκευτικού εθνικισμού, γιατί αποτελεί τη βαλβίδα μέσω της οποίας η κυβέρνηση μπορεί ευκολότερα να απομακρύνει την οργή και την απογοήτευση. Η κατάσταση θα είναι πολύ σοβαρή. Νομίζω,  ότι ο κόσμος δεν φαντάζεται καν, τι πρόκειται να συμβεί.

.

Ε: Την περασμένη εβδομάδα μια φίλη σας, η δημοσιογράφος Γκαουρί Λανκές, πλήρωσε με τη ζωή της το θάρρος να ασκήσει κριτική στην πολιτική του Ναρέντρα Μόντι. Μήπως η Ινδία αρχίζει να γίνεται και για σας επικίνδυνη;

.

Α: Το συγκεκριμένο γεγονός είναι λίγο πιο περίπλοκο, γιατί στο παιχνίδι κάνει και πάλι την εμφάνισή του αυτός ο σφοδρός εθνικισμός. Εάν επικρίνετε όμως μόνο τον Μόντι, αυτό ίσως δεν αρκεί, για να καταδειχθούν οι δολοφόνοι – αν και ποτέ δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος. Η Γκαουρί είχε όμως επιπλέον  πει,  ότι ήταν ορθολογίστρια και όχι Ινδουίστρια –  και δεν είναι η μόνη που έχει δολοφονηθεί εξαιτίας μιας τέτοιας δήλωσης. Αυτό όμως που είναι σοβαρό, είναι ότι για πρώτη φορά το θύμα είναι γυναίκα Σε αντίθεση ωστόσο με την Γκαουρί, εγώ δεν γεννήθηκα Ινδουίστρια, η μητέρα μου ήταν Χριστιανή. Έτσι με κατηγορούν για το γεγονός, ότι δεν είμαι Ινδουίστρια – και άρα a priori εχθρός της Ινδίας – , τα δεδομένα όμως είναι λίγο διαφορετικά.

.

Ε: Δεν σας αρέσει, όταν σας αποκαλούν «πολιτικοποιημένη συγγραφέα». Σε ποια αναλογία βρίσκονται για σας η συγγραφή δοκιμίων και το λογοτεχνικό γράψιμο;

.

Α: Δεν πιστεύω, ότι ένα δημιούργημα της φαντασίας μπορεί να θεωρηθεί λογοτεχνία, ενώ ένα πολιτικό δοκίμιο, όχι. Βρίσκω πολύ πιο επικίνδυνη την αντίληψη, ότι οι συγγραφείς δεν πρέπει να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή ή ότι μια τέτοια δράση δεν είναι λογοτεχνική. Γιατί κατ΄αυτόν τον τρόπο τίθεται υπό αμφισβήτηση ακριβώς αυτό,  το οποίο σήμαινε κάποτε η λογοτεχνία. Παρόλα αυτά, υπάρχουν βαθιές διαφορές μεταξύ των δυο ειδών. Για μένα, οι διαφορές αυτές αφορούν καταρχάς  τη φύση του επείγοντος. Γράφω δοκίμια υπό την πίεση μιας κατάστασης,  για την οποία έχω την αίσθηση,  ότι πρέπει να κάνω ό, τι μού είναι δυνατόν, για να αλλάξω την προοπτική. Ίσως τελικά αυτό που γράφω να μη μπορεί να εμποδίσει ένα γεγονός, μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο, με τον οποίο  βλέπουν οι άνθρωποι το συγκεκριμένο γεγονός. Αντιθέτως, όταν εργάζομαι πάνω σε ένα μυθιστόρημα, αυτό το επείγον δεν υπάρχει. Αυτό το γράψιμο δεν έχει να κάνει απαραίτητα με την επικαιρότητα, δεν έχει χρονικά πλαίσια, αλλά είναι διαχρονικό.

.

Ε: Στο κείμενο του «Υπουργείου της υπέρτατης ευτυχίας» δουλέψατε δέκα χρόνια.

.

Α: Ναι, διήρκησε πολύ. Νομίζω επίσης, ότι κανείς θα πρέπει να βρίσκει χρόνο για το διάβασμα των γραπτών του. Σε κάθε νέα ανάγνωση μπορεί να εμφανιστεί και μια καινούργια σημασιολογική οπτική.

.

Ε: Σε αυτό το μυθιστόρημα σκιαγραφείτε, μεταξύ άλλων, πολύ αποστασιοποιημένα, έναν αξιωματικό της μυστικής υπηρεσίας, έναν εκπρόσωπο δηλαδή του αντίπαλου  στρατοπέδου. Ζείτε έντονα τους χαρακτήρες σας. Πώς ήταν η σχέση σας με τον  συγκεκριμένο χαρακτήρα;

.

Α: Συναρπαστική. Θα ήταν εύκολο να δημιουργηθεί ένας μπαμπούλας, αλλά αυτός ο χαρακτήρας εκπροσωπεί μια άποψη, που δεν μπορεί εύκολα παραβλεφθεί. Ως συγγραφέας ζει κανείς πάντα στις παρυφές της τρέλας. Συγκεντρώνεται και ταυτόχρονα είναι τελείως διασπασμένος – δίνει στον εχθρό ένα κομμάτι του εαυτού του, ένα μέρος των συναισθημάτων, της νοημοσύνης του, το ίδιο όπως και στους χαρακτήρες που συμπαθεί. Συμπαθώ λοιπόν και τον ασφαλίτη. Δεν εκτιμά ιδιαίτερα τον εαυτό του, δεν τον κοροϊδεύει.

.

Ε: «Το υπουργείο της υπέρτατης ευτυχίας» αναφέρεται σε σύνορα, τα οποία διαπερνούν ολόκληρη την ινδική υποήπειρο, συχνά όμως ακόμα και ανθρώπινους χαρακτήρες. Είναι η Ινδία ως χώρα μεγαλύτερη απ΄ό, τι θα έπρεπε;

.

Α: Και τι πάει να πει Ινδία; Ποια ήταν η Ινδία; Πότε δημιουργήθηκε η Ινδία; Στα τέλη του 19ου αιώνα οι Άγγλοι τράβηξαν μια γραμμή και ονόμασαν ό, τι υπήρχε από την μέσα πλευρά Ινδία. Στην ίδια ομάδα ανήκαν και το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, πάνω από πεντακόσια πριγκιπάτα, συμπεριλαμβανομένου και του Κασμίρ. Όταν μιλούν για ανεξαρτησία, αναφέρονται πάντα στην διαίρεση της Ινδίας και του Πακιστάν, ποτέ στην αφομοίωση. Και οι δυο διαδικασίες υπήρξαν ωστόσο ιδιαίτερα βίαιες. Από τις 15 Αυγούστου 1945, που η Ινδία έγινε ανεξάρτητη,  μέχρι σήμερα δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που ο ινδικός στρατός να μην έχει χρησιμοποιηθεί ενάντια στον ίδιο του το λαό. Τα θύματα είναι πάντα μειονότητες. Ιθαγενείς, συχνά Χριστιανοί, Νταλίτ, Σιχ, Μουσουλμάνοι. Το κράτος της ανώτερης τάξης των Ινδουιστών διεξάγει ένα διαρκή πόλεμο.

.

Ε: Στο βιβλίο σας υπάρχει ένας τόπος, όπου συναντιούνται χαρακτήρες από διάφορες περιθωριακές κοινωνικές ομάδες. Αυτός ο τόπος ονομάζεται Γιαννάτ – Παράδεισος – και βρίσκεται σε ένα νεκροταφείο. Πρόκειται για έναν τόπο της ειρωνείας και της ελπίδας. Υπερίσχυε ένα από τα δυο αυτά συναισθήματα μέσα σας, όταν τον δημιουργούσατε;

.

Α: Όχι. Ελπίδα, ειρωνεία, πόνος. Όλα αυτά είναι μεταξύ τους άρρηκτα συνδεδεμένα.

.

Ε: Το πρώτο της μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από μια οικειότητα που έρχεται σε αντίθεση με τον ευρύ ορίζοντα του νέου έργου.

.

Α: Ναι, υπάρχει αυτή η διαφορά, αλλά κατά κάποιο τρόπο και τα δυο βιβλία μοιάζουν μεταξύ τους. Ο  «Θεός των μικρών πραγμάτων» έχει να κάνει μια οικογένεια, στης οποίας το κέντρο βρίσκεται μια σπασμένη καρδιά. Θεωρώ, ότι το νέο μυθιστόρημα δεν είναι λιγότερο οικείο υπό κάποια έννοια, αφορά ωστόσο ανθρώπους χωρίς οικογένεια. Όμως και σε αυτούς τους ανθρώπους οι καρδιές είναι σπασμένες, και μάλιστα εξαρχής. Δεν χωράνε στα πλαίσια της κάστας, του φύλου, της θρησκείας, της εθνικότητας, στα οποία εξαναγκάζεται να μπει η ινδική κοινωνία. Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες κουβαλούν τα θραύσματα της καρδιάς τους στο νεκροταφείο. Στο σύνολο τους όμως έχουν μια ζωή, που δεν τους αφήνει περιθώρια επιλογής για το αν επιθυμούν να είναι πολιτικοποιημένοι ή όχι. Σε όλους μας η πολιτική μπορεί να χτυπήσει την πόρτα στις τρεις τα ξημερώματα και να μπει.  Πρέπει να μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Προσωπικά, δεν έχω ενδοιασμούς να αναφερθώ σε τέτοιες καταστάσεις σε ένα λογοτεχνικό έργο.

.

Ε: Τι έχετε να πείτε για τις αφηγηματικές προκλήσεις που έθεσε το νέο σας μυθιστόρημα;

.

Α: Κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών, το ερώτημα για το πώς η φαντασία μπορεί να ασχοληθεί με τον εντελώς διαφοροποιημένο μας κόσμο, είχε γίνει όλο και πιο απαιτητικό. Η οικειότητα και η ηθελημένη περιχαράκωση δεν υφίστανται πια. Ζούμε μέσα στο πλήθος, στην κοινωνία της πληροφορίας, σε αυτό το απολύτως γελοίο συνονθύλευμα  πληροφοριών, που στροβιλίζεται ολόγυρα μας μέρα νύχτα. Πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα μυθιστόρημα, στο οποίο η αφηγηματική πλοκή πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως ο σχεδιασμός μιας πόλης; Σχεδιάζεις λοιπόν κάτι, και στη συνέχεια η ιδέα χάνεται από το τραπέζι, κάθεσαι ξανά και πάλι βρίσκεις μπροστά σου κάποιο άλλο εμπόδιο, υπάρχουν κύριοι και δευτερεύοντες δρόμοι και μια Δημοκρατία που απλά απαγορεύει την διέλευση στον κόσμο.

.

Ε: Τι εννοείτε;

.

Α: Οι αναγνώστες μπορεί να θέλουν να δουν το μυθιστόρημα ως την ιστορία πέντε κύριων χαρακτήρων, αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει με τίποτα και για μένα. Υπάρχει, για παράδειγμα, ένας δευτερεύων χαρακτήρας που είναι από χωριό και έχει χάσει το σπίτι του. Τώρα δουλεύει σαν φύλακας. Φρουρεί το πλακάτ μιας εταιρείας αυτοκινήτων. Η ιστορία του αξίζει επίσης προσοχή. Η αντίληψη που είχα για το πώς ένα μυθιστόρημα μπορεί και πρέπει να ειπωθεί, ήταν κάπως μαχητική. Δεν ήθελα μόνο πέντε κύριους χαρακτήρες. Ήθελα όλοι οι χαρακτήρες να έχουν πρόσωπο, ακόμα κι αν εμφανίζονται μόνο για μια στιγμή.

.

Ε: «Το υπουργείο υπέρτατης ευτυχίας» περιέχει υλικό για πολλά μυθιστορήματα – λες και σκοπός σας ήταν να εντάξετε μέσα του όσο το δυνατόν περισσότερα από εκείνα τα πράγματα, που έχετε στην καρδιά. Σημαίνει αυτό,  ότι θα διαρκέσει και πάλι πολύ, μέχρι να βρείτε χρόνο για ένα νέο έργο;

.

Α: Όχι απαραίτητα. Όμως δεν ξέρω, τι θα κάνω μετά. Πρώτα απ ‘όλα αισθάνομαι, ότι μετά από αυτά τα δέκα χρόνια, που ήμουν υπεύθυνη για τους χαρακτήρες του βιβλίου μου, ανέλαβαν τώρα εκείνοι την ευθύνη για μένα. Νιώθω ανακουφισμένη, λες και τώρα είμαι εγώ η ίδια πια επισκέπτης στον ξενώνα της Γιαννάτ. Λες και έχω τώρα εκεί ένα δωμάτιο για μένα – ένα φιλικό μνήμα. Καταρχάς  θα ήθελα λίγο να το απολαύσω.

***

(Η συνέντευξη δόθηκε στη δημοσιογράφο  Angela Schader και δημοσιεύθηκε στην ελβετική εφημερίδα Neue Zürcher Zeitung, 13.09.2017)

.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι:

.

Εφημερίδα Καθημερινή: http://www.kathimerini.gr/114545/article/politismos/arxeiopolitismoy/haroyntatiroihgennaiathsindias