ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Βρέφος της Άρνισσας κόρη αντάρτη
Χαμένο νήπιο σε οικοτροφείο της Πράγας
Μαθήτρια στο χωριό του Μπελογιάννη
Έφηβη φυγάς στην Ιταλία
Παράνομη πρόσφυγας σε στρατόπεδο στη Ρώμη
Άπατρις δίχως ιθαγένεια στο Μάλμε
Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη
Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη
θρυμματισμοί θαμπού καθρέφτη
Εφτά θρυμματισμένα προσωπεία
Με τόσα θρύψαλα
θαμπά γυαλιά καρφιά
πού φως κουράγιο πού
να δέσεις την κοτσίδα μʼ ηλιαχτίδες
Καθρέφτες καθρεφτίσματα
λάμψεις φωταγωγίες
χαμένη υπόθεση
άγνωστες λέξεις

***
KÄRLEKSLÅS13

Στον βραδινό περίπατο
διέσχιζε ανελλιπώς τη Västerbron14
Κάθε φορά στεκόταν μʼ έκσταση σχεδόν
μπρος στα κλείθρα του έρωτα
αραδιασμένα στο κιγκλίδωμα
Τελετουργικά τα μέτραγε ένα ένα
απότομα σταμάταγε το μέτρημα
έτρεμε σύγκορμη
ανατρίχιαζε
Πάνω απʼ το κιγκλίδωμα
κοιτούσε τα εβένινα νερά να την καλούνε με σαγήνη
–στον ύπνο πάλι κείνο το βρέφος
ζητούσε τη μανούλα του
τσίριζε την καλούσε με θυμό
μʼ απόγνωση κι ύστερα πέτρωνε–
Κλειδί δεν είχε αυτή να ρίξει στα νερά
χωρίς το άλλο χέρι πώς
Αυτή κλειδί και κλειδωνιά μαζί
και τʼ άλλο χέρι πάλι αυτή
Αυτή να ριχνόταν στα σκοτεινά νερά
Έρωτα ανεπίδοτο
αγάπη Πρώτη βρεφική
βίαιο ξεριζωμό
να κλείδωνε

13. Kärlekslås: κλείθρο του έρωτα.
14. Västerbron: Δυτική γέφυρα στο κέντρο της Στοκχόλμης.

***
ΜΙΑ ΤΣΑΝΤΑ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ ΕΓΙΝΑ

Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ
Είμαι το σπίτι μου λιτό κι απέριττο
συμμετρικό και σταθερό παλεύω να ʼμαι
κι ας είναι τα μπαλκόνια μου μικρά
κι ας έχω τα θεμέλια προς τα μέσα
Με ξαναχτίζω μʼ επανατοποθετώ
πατρίδα μου και σπίτι μου εγώ
κι αναζητώ γωνιές όπου δέντρα φύονται
γωνιές με γαλανό ουρανό
γαλήνια να μʼ αγκαλιάζουν
Μια τσάντα σπίτι είμαι
και τα χερούλια μου κρατώ σφιχτά μες στην καρδιά
Φέτες σχιστόλιθοι α-συνέχειες
φλόγες ζωσμένες βίαια έσκαψαν
κι έκοψαν
Πολλά τα ξερι-ζώματα
ολοκληρωτικά απειλούν να με συνθλίψουν
Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ

***
ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ ΣΤΑ ΔΩΜΑΤΙΑ

Μια λίμνη ταξιδεύει στα δωμάτια
φουσκώνει τα πατώματα
εισχωρεί διαβρώνει τα θεμέλια
Στα ξύλινα ταβάνια η βροχή
ιδρώνουν τοίχοι δακρύων ακατοίκητων
Ξεπλένει αποστακτήρα ενοχών η λίμνη
κρύβει κραυγές που πνίγηκαν
τροφοδοτεί απολυμαντήρια
γίνεται χιόνι σε σκηνές ανέστιων
Νερό δεν έχουν οι σκηνές
πολύτιμες οι λίμνες στα δωμάτια
το χιόνι στις σκηνές

***
ΟΛΟΙ ΒΟΥΛΙΑΖΟΥΜΕ ΕΝΤΡΟΜΟΙ

Ένα ποτάμι έρεε παλιά εδώ
τώρα δυνατός λυσσομανάει αγέρας
κι η άμμος μανιασμένη ρέει ποτάμι
Κολλά πάνω μας στα ρούχα στο πετσί
μπαίνει στα μάτια μας
Προχωράμε με μάτια κλειστά
σκοτάδι η άμμος μας σκεπάζει
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι
μπρος στην αδυσώπητη ροή της
Σαρώνει τα πάντα ανελέητα
όταν λυσσομανάει ο αγέρας
Μόνο οι νεκροί κείτονται ατάραχοι
η μανιασμένη άμμος δεν τους νοιάζει
τι είχαν και τι έχασαν τάχα οι νεκροί
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι

***
ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

[Μόνο οι νεκροί έχουν δει το τέλος του πολέμου*]
Θα παίξουμε τον πόλεμο είπαν
Παιδιά που από νωρίς την αθωότητα είχαν απεκδυθεί
Εσείς πολεμιστές και πόλεμος
Εμείς υποκινητές της ήττας ερωδιών και
κολεοπτέρων
Εσείς δορκάδες διαμελισμένες το τέλος του πολέμου
θά ʼχατε δει
Εμείς ολέθριοι εξολοθρευτές δορκάδων
Δεινοί εκδοροσφαγείς καταπατητές καθημαγμένων
τόπων
Τη φρίκη του πολέμου θα πουλάμε με κροκοδείλια
δάκρυα
Θα τη διανέμουμε σε ακριβά παράθυρα

* Του στρατηγού McArthur, αποδίδεται λανθασμένα και στον Πλάτωνα.