Όσοι ξεχνούν πως η διαχρονικότητα στη λογοτεχνία είναι το αποτέλεσμα μιας αναμέτρησης όχι μόνο με όσα έχουν γραφτεί, αλλά και με όσα δεν έχουν γραφτεί ακόμη, το πληρώνουν. Kαι το καταλαβαίνουν αργά, όταν έρχεται ο λογαριασμός που γράφει ότι δεν χρωστάνε τίποτα παρά το ότι κατανάλωσαν χρόνο πολύ για να ευδοκιμήσουν.
Πώς όμως να αναμετρηθείς με κάτι που δεν είναι ορατό; Προφανώς γράφοντας πράγματα που μπορούν να ενεργοποιήσουν συνειδήσεις και αισθήσεις ανεξαρτήτως εποχών και αιώνων. Γράφοντας πράγματα που ανήκουν στη σφαίρα του “πάντα”, άρα και στη σφαίρα του “τώρα” (αρκεί να μην είναι χαοτική η πρωτοποριακή ενόραση του λογοτέχνη). Λογικοφανής ορισμός, αλλά και πάλι, πώς γίνεται αυτό; Αν το ξανά-αναλύσεις, δεν βρίσκεις χειροπιαστή απάντηση, άσε που μπορεί να καταλήξεις στο μάλλον φαιδρό “έλα να σου εξηγήσω πώς γράφεται η ποίηση”.
Φαιδρό, γιατί κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πώς γράφεται η ποίηση. Μπορεί να “πετύχεις” ποίηση κάποιες στιγμές, μπορεί να την αναγνωρίσεις, γνωσιολογικά, εμπειρικά, αισθαντικά, “γουστολογικά”, δεν μπορείς όμως να περιγράψεις με σιγουριά τη διαδικασία γέννησης και ολοκλήρωσής της, τον λόγο που η τάδε λέξη μπήκε εκεί και όχι αλλού, το “διότι” της μη επιλογής μιας άλλης και κυρίως τον τρόπο που η συνολική συγκρότηση μιας ιδέας, μιας πρόθεσης, δημιουργεί ποίημα. Δεν υπάρχει, ευτυχώς, μία συνταγή.
Διαβάζοντας το Αλτσχάιμερ αρχόμενο του Σωτήρη Παστάκα, περιόρισα το εύρος των ερωτημάτων και νομίζω, τελικά, πως βρήκα τουλάχιστον μια αξιοπρεπή απάντηση στο πώς είναι δυνατό κανείς να γράψει 15 ποιητικές συλλογές χωρίς να έχει κουραστεί από την ποίηση. Γιατί δεν είναι εύκολη η ποίηση. “ Κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;”, διερωτάται ο Χριστιανόπουλος στο περίφημο ποίημά του “ Εγκαταλείπω την ποίηση”.

Η ποίηση έχει νόημα να γράφεται και να συνεχίζει να γράφεται, όσο ο ποιητής, αισθάνεται την ανάγκη να εξερευνά και να διεισδύει σε αθέατες όψεις του εαυτού του και του κόσμου, να κρατά ψηλά τον δείκτη της αγωνιστικότητας για να τα βάζει με τα μυστήριά του και να προτείνει τη δική του, πιο τρομαχτική ακόμα από αυτά τα μυστήρια, εκδοχή. Τούτο κι αν προϋποθέτει κόπο και φθορά! Κι αν ο ποιητής “έχει έναν μόνο κόσμο” και αυτόν επεξεργάζεται και εξελίσσει, όπως διατεινόταν ο Σαχτούρης, φύσει καχύποπτος στους ποιητικούς πειραματισμούς (οι οποίοι στον καιρό μας τείνουν να αποτελέσουν γερό άλλοθι για την ποιητική ένδεια που μας κατακλύζει), αυτόν τον κόσμο πρέπει να ανακαλύπτεις και να ξαναανακαλύπτεις όχι για να επινοήσεις κάτι πρωτογενώς καινούργιο, αφού περίπου όλα έχουν γραφτεί, αλλά για να τον επαναδιατυπώσεις με τρόπο πρωτότυπο και αυθεντικό, αφήνοντας το προσωπικό σου ίχνος.
Όταν, λοιπόν, ο Παστάκας γράφει στο Άλτσχάιμερ αρχόμενο “Οι κακοί γάμοι φτιάχνουν ωραίους κήπους” δεν σου λέει κάτι που δεν ήξερες. Σου λέει κάτι το οποίο σε οδηγεί στο να εντοπίσεις το χορταριασμένο μονοπάτι προς την πιο περίλαμπρη κληρονομιά του δικού σου κοινωνικού υποσυνείδητου. Σου επιδοτεί το κόστος της μετάβασης, πληρώνει δηλαδή τα κόμιστρα, ώστε να θυμηθείς αυτό που αξίζει να κρατάς. Κι έτσι ο Παστάκας συνεχίζει να γράφει, έχει λόγο να συνεχίζει να γράφει.
Δεν ενδιαφέρει τον Παστάκα να μας περιγράψει κουρελιασμένες από την πολυχρησία εικόνες και συναισθήματα, αλλά να μας εξομολογηθεί εξαντλητικά, όχι όμως κουραστικά, με την ίδια φρεσκάδα, τη δική του οπτική των πεπερασμένων, των συντελεσθέντων, αλλά και την προσωπική του προφητεία για εκείνα που πρόκειται να συμβούν. Ή δεν πρόκειται να συμβούν. Γράφει, όχι για να ξορκίζει τους προσωπικούς του δαίμονες, αλλά επειδή έμαθε πια να παίζει μαζί τους, να τους αποδέχεται ως μέρος της ποιητικής και ανθρώπινης φύσης του.
Προκλητικός όσο χρειάζεται για να συμπαρασύρει τα αραχνοΰφαντα πέπλα σεμνοτυφίας “-τα ποτά είναι πόμπες. Οι πουτάνες δεν μασάν παρόλ γαλλικά. Με φωνάζουν Αλιόσα!”, καυστικός – όπως και όταν δημοσιολογεί – με τα παγιωμένα λογοτεχνικά και παραλογοτεχνικά κατεστημένα των Αθηνών “ Έπρεπε να αποδεχθείς την εξορία σου Σωκράτη. Θα είχα κι εγώ παρεΐτσα, θα σκάγαμε στα γέλια με τα καμώματα των Αθηναίων…”, αυτοσαρκαστικός “ Ένας άντρας είναι ο ακέραιος αριθμός που προκύπτει από τα λάθη που διέπραξε μείον τον συντελεστή της επιδιόρθωσής τους…” και αθεράπευτα έντιμος και απομυθοποιητικός “…πετάξτε από πάνω μου αυτόν τον λευκό μανδύα του ποιητή. Σταματήστε επιτέλους να με φωτογραφίζετε και να ζητάτε συνεντεύξεις. Ένας κακός ευτυχισμένος άνθρωπος είμαι”, ο Παστάκας στη 15η ποιητική του συλλογή επιβεβαιώνει ότι μέσα από την απαλλαγμένη από περιττά λίπη επιμυθιακή βιωματικότητα της ποίησής του, αναμετράται επιτυχώς με τα όσα έχουν γραφτεί και περιμένει “καθισμένος στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού, πίνοντας μια ξανθιά μπύρα” να δει την έκβαση της αναμέτρησής του με τα άγραφα.

Κυκλοφόρησε το Διόραμα #13, Α΄μέρος του αφιερώματος στον Σωτήρη Παστάκα

Παναγιώτης Νικολαίδης, Μαριάννα Χρίστου, Αφιέρωμα στον Σωτήρη Παστάκα

Συνέντευξη στο ΚΥΠΕ και στον Γιώργο Χριστοδουλίδη, Σ. Παστάκας: Το πιο σημαντικό στην ποίηση είναι η τρέλα
– Αντώνης Ψάλτης, Η πολιτική μοναξιά στην ποιητική συλλογή Τριλογία του Σωτήρη Παστάκα
– Κώστας Ρεούσης, «Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου», Αντίδωρο στον, «Ύποπτο Φυγής», ποιητή Σωτήρη Παστάκα
– Γιώργος Χριστοδουλίδης, Σωτήρης Παστάκας: Η αναμέτρηση με τα άγραφα. Μια προσέγγιση στο Αλτσχάιμερ αρχόμενο.