`

Από χθες βράδυ χιονίζει ασταμάτητα στο Ντένβερ, είπεο άντρας του σπιτιού
χτυπώντας νευρικά τοι στήθος του με μια παλιά εφημερίδα στα χέρια,
το είδα στις ειδήσεις. (Ή μάλλον τ’ ονειρεύτηκα-σκέφτηκε.)

Η γυναίκα μιλούσε στο αναμμένο κερί, στη μέση του σαλονιού.
Εγώ είμαι πιο όμορφη από σένα, του έλεγε, και πιο αγέρωχη,
άμα φυσήξει δυνατά θα καταλάβεις τι εννοώ,
ακόμη και με ανάκατα μαλλιά λάμπω και δεν φοβάμαι τίποτα,
εδώ που τα λέμε ίσως και να ʽμαι εγώ ο άντρας του σπιτιού.
(Αρκεί πάντα να φυσάει, αρκεί πάντα να φυσάει)

Μην αφήσετε να σας ξεγελάσει κανείς,
το ρεύμα μας το ‘κοψε αυτός που λέει
τις ειδήσεις αργά το βράδυ , είπε ο παππούς
καθισμένος στον ξεχαρβαλωμένο θρόνο του,
φωνάζει πιο δυνατά απʼ όσο πρέπει, του το είχα πει,
(ως όφειλα αφού εξακολουθώ να είμαι ο άντρας του σπιτιού),
αν και φαίνεται καλό παιδί δεν θέλησε να μ’ ακούσει,
οι νέοι σήμερα είναι περισσότερο αυθάδεις απʼ όσο πρέπει,
είναι φορές που δεν σέβονται ούτε τον εαυτό τους.
(Τι να σου κάνουν κι οι ασφάλειες; πόσο ν’ αντέξουν;
κάποια στιγμή θα καούν.)

Το μικρό παιδί έπαιζε μόνο στη σκοτεινή γωνιά
με ένα τραίνο που μύριζε σαν πορτοκάλι,
ή το αντίστροφο.
Σήκωσε το κεφάλι στο ταβάνι:
Πω, πω, πάλι αστράφτει,
θα βρέξει,
θα βραχούν τα απλωμένα ρούχα,
η μαμά από τη στεναχώρια της θα πάθει ομορφιά ,
αλλά θα ποτιστούνε τα δέντρα και τα σπαρτά,
θα γεμίσουνε οι αποθήκες μας καρπό,
το βλέμμα μας θα φύγει πέρα από τον ορίζοντα
ασυγκράτητο σαν σίφουνας,
θα δυναμώσουνε τα χέρια μας ξανά,
τα φτερά μας θα ξεπαγώσουνε τον ήλιο,
τα τρένα μας δεν θα ωριμάσουν ποτέ
για να μπορέσουν έτσι να μας δώσουν τα μέρη που μας υποσχέθηκαν,
και οι θεοί…, οι θεοί ετούτη τη φορά
θα είναι με το μέρος μας, πιο γενναιόψυχοι από ποτέ.
Μα, τι είναι αυτά που λες; το μάλωσε η μητέρα τρυφερά,
που όντως ήτανε πιο όμορφη από το αναμμένο κερί
όταν χαμογελούσε, αν και τα μαλλιά της
δεν ήταν τόσο μακριά και τόσο πυκνά όσο θα ήθελε.
Έλα, σήκω, ώρα για ύπνο, καιμη ξεχνάς:
είσαι μικρός, δεν έχεις μάθει ακόμη να μιλάς.
(Όχι, δεν έχω μάθει, αυτό είναι αλήθεια,
σκέφτηκε το παιδί,
αλλά άμα Εσύ δεν πάψεις ποτέ να χαμογελάς
και να μυρίζεις τόσο όμορφα
το φως, αργά ή γρήγορα, θα έρθει να μας ψάξει,
και τα ξύλινα σπαθιά μας
θα γεμίσουνε ρόδα πιο κοφτερά
από τα κρύα δωμάτια.)
Κι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της.


`
***

Δεκαπεντασύλλαβος
Θεός και Άνεμος
μέσα στους τριγμούς
των οστών.
Δεν είναι παιχνίδι.
Το γέλιο μας φορτίζεται απʼ την άβυσσο.
Είναι αντήχηση
που χώνεται
σαν μαχαίρι
στον λαιμό.
Θα μπορούσε να είναι
πόλεμος
εάν δεν ήξερε να σβήνει
με τόση ευκολία
τις πληγές μας.
`

***

Αυτός ο άνθρωπος έχει ένα χέρι,
παίζει όμως το καλύτερο βιολί,
αντί για μάτια έχει κρίνα
που τρώνε αδηφάγα
όποιο σκοτάδι τους επιτεθεί
κι ύστερα χορτάτος
ίσως και λίγο μεθυσμένος
χαμογελά με ένα διάπλατο καλοκαίρι στα χείλη.
Αν περάσεις δίπλα του
θα σηκώνει το μοναδικό του χέρι να σε χαιρετήσει
και θα σε ραντίσει με νερά του Αξιού.
Αν η καρδιά σου του χαμογελάσει
θα σ’ ανταμείψει με λίγο χαρούμενο λυπημένο Μπετόβεν
κι αν το ευχαριστώ σου τον ξεδιψάσειθα σου πει
την ακριβή ηλικίατων ονείρων σου,
πόσες γλώσσες το αίμα σου μιλάει
(ασχέτως που κάποιες χαθήκανε για πάντα)
και ποια ακριβώς πρωινά να αποφεύγεις
όταν θα σου ʽρχεται η όρεξη
να κάνει γαλάζιες σκέψεις
για τον γκρίζο ουρανό.
Αυτός ο άνθρωπος έχει ένα χέρι
και δυο φτερά μονίμως έτοιμα
να πάνε τη ζεστή σου καλημέρα στον Θεό

`

*****

Φόβε γιατί λάμπεις τόσο πολύ απόψε
και ρίχνεις τον ίσκιο σου
στις σιωπές μου, εκεί που κολυμπούν
αγέρωχες η Απελπισία και η Ελπίδα,
προσφάτως προστάτιδες θέες μου;
Κι όταν πάω να σου προσάψω οτιδήποτε
τραυλίζω
και μέσα απ’ τις σπασμένες συλλαβές
αντλείς μια δύναμη απόκοσμη
που μου παγώνει το αίμα
και σε κάνει να μοιάζεις Στρατηλάτης
που δεν του απομένουν παρά ελάχιστα
να κατακτήσει.
Γίνομαι τότε αχρείαστα κι ανόητα μεγάλος
ενώ τα φυλαχτά μου παραμένουν παιδικά,
κι εσύ μικραίνεις, αδιανόητα πανούργος.
Γίνεσαι κόμπος στο λαιμό μου,
στάλα ιδρώτα που σκάβει ακόμη πιο βαθιά
τις πιο βαθιές ρυτίδες του προσώπου ,
παλιό αγκάθι που ‘ρχεται
στην επιφάνεια του δέρματος μου
μοιάζοντας λιγάκι με βέλος,
μια κουταλιά νερό
όπου μέσα της ιριδίζουν ναυάγια τρομερά.
Και έτσι βρίσκομαι ξανά
δίχως τις χάρτινες μου βάρκες
αποκλεισμένος σε ένα νησί
που η νύχτα δεν το άγγιξε ποτέ.
αλλά
το παντοτινό του μεσημέρι είναι από μάρμαρο βαρύ.
Τα αναπάντητα ερωτηματικά είναι αναθήματα
και οι Βάκχες είναι σίγουρες πως κρύβω τον Πενθέα.

`

*****

Ποιος σκότωσε την κυρία της μουσικής;
Ποιος έχει συνθλίψει το κεφάλι της;
Να σηκώσει το χέρι του τώρα αμέσως
για να μην την πληρώσει όλη η τάξη.
Να σηκωθεί όρθιος με το ένα πόδι στην γωνία.
Να γράψει εκατό φορές, «το άδειο όπλο σκοτώνει»
και χίλιες, «η μοναξιά είναι ένα όνειρο που βλέπουμε όλοι μαζί»
(και ένα δέντρο που ο καθείς το φροντίζει όπως ξέρει,
με τα χρώματα που διαθέτει, χωρίς βοήθεια καμιά,
μέχρι που ένας άξαφνος αέραςνα το γκρεμίσει και να πέσει
πλακώνοντας τον λάθος άνθρωπο
τη σωστή στιγμή) .

`

*****

Είμαι οψίπλουτη-είπε. Θέλω να σου χαρίσω ένα ηφαίστειο άδειο και μνησίκακο- είπε. Κατά τα άλλα σπέρνω κουκιά αν μου δοθούν εύφοροι ύπνοι -είπε. Στη χάση και στη φέξη φιλοξενώ λόρδους και καρδινάλιους-είπε. Και ερασιτέχνες μετεωρολόγους-είπε. Λατρεύω τους τυφώνες-είπε. Ψαρώνω με τις νηνεμίες-είπε. Είμαι μοναχοκόρη-είπε. Χορεύω σε αναμμένα κάρβουνα όταν κι όποτε παραστεί ανάγκη-είπε. Όσοι δεν τους κάθισα με λένε Νιγηρία -είπε. Εκείνοι που πήρανε τα πάντα από μένα με φωνάζουν σιγανοπαπαδιά -είπε. Το όνομα μου είναι Κατάνευση-είπε. Αλλά εδώ έχει πολύ καπνό και το ξεχνάω-είπε. Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, Κατασίγαση-είπε. Ο σύζυγος μου είχε ερωμένη την Χίμαιρα-είπε. Πνιγήκανε κι οι δυο στον Μόρνο-είπε. Λάθος μου που παντρεύτηκα τόσο μικρή-είπε. Δεν είχα κλείσει καλά-καλά τα δεκαπέντε-είπε. Κακώς που δεν τους δηλητηρίασα όλους-είπε. Naturanonfacitsaltum-είπε. Δέχεσαι;-είπε.

`

****

Κάτω απ’ το φτερό του σπουργιτιού/ πως χώρεσε όλη η φωτιά/πως χώρεσε η νήσος Τζια/ πως χώρεσε ο νόστος;/ Στα μάτια τ’ ανέμελου παιδιού/ πως χώρεσε το ηφαίστειο/το πέλαγος το ανέστιο/ του έρωτα το κόστος;

`

***
Με ύλη το λίγο και το τίποτα τʼ ανθρώπου ο Γιαννούλης Χαλεπάς σμιλεύει θαύματα επάνω στο βρόχινο μανδύα της Παναγιάς. Σιγομουρμουρίζει έναν ρυθμό που τον εβάλανε στα χείλη του οι πικρές αλμύρες της θάλασσας ενώ εκείνος πρόσμενε τους αγέρηδες των ψηλών βουνών. Δεν πειράζει, δεν πειράζει, δεν πειράζει, στα χέρια μου όλες οι όμορφες του κόσμου είναι ξύπνιες, αθάνατες, λαμπερές κι όταν κοιμάμαι θωπεύουνε λατρευτικά το έρεβος που κρατάει δυνατές τις ρίζες του Απρίλη μου. Σηκώνει τα μάτια του στον ουρανό και διώχνει την ομίχλη. Οι θεοί στο στήθος του φλέγονται. Δεν πειράζει, δεν πειράζει, δεν πειράζει, είμαι παντού κεντημένος από το Ασήμαντο που πάει να πάει μπορώ να γίνω του σύμπαντος σεντόνι, να σκεπάσω όλους τους ήλιους, όλα τα ουράνια σώματα και να βγει και περίσσευμα από πάνω. Όταν τρέμει το χέρι του ο κόσμος γεννιέται ξανά στο υπάκουο μάρμαρο. Σπίτι μου είναι ο χειμώνας, τα παράθυρα μπορεί να είναι άχρηστα αλλά τα γυμνά κλαδιά που τα ʽχουν κλείσει έχουν να σου δώσουν περισσότερα απʼ όσα δίνουν οι συχνές υπερβολές του φωτός. Βρέχει παντού ολόγυρα του και στο κεφάλι του χιονίζει ασταμάτητα χειμώνα-καλοκαίρι. Εμένα με γέννησε η βροχή πολλές φορές, με γέννησε η βροχή, κι αυτή με μεγάλωσε όμορφα, και όλα τα άλλα είναι ιστορίες να ομορφαίνουν και νʼ ασχημαίνουν τις φαντασίες των ανθρώπων. Άπλωνε το χέρι, όταν διψούσε, κι έκοβε σταφύλια από το Άπειρο, τα τρωγε σιγά-σιγά να ξεδιψάσει και ξανασκεφτεί το φιλί που έρχεται λυτρωτικό από τα βάθη της επίμονης στιγμής-λυτρωτικό αλλά όχι ξαφνικό: γιατί σε έχει προειδοποιήσει ήδη. Εμένα τα παιδιά μου σκαρφαλώνουν στις σκάλες ουρανού, καμιά φορά φοβάμαι, αλλά η χαρά μου πάντα είναι μεγάλη, ειδικά όταν με μαλώνουν, κάθε φορά που κινδυνεύω να πάψω να είμαι αδερφός τους.
`

***

Μαστέ της αγρύπνιας,
ποιον λεηλατημένο αγρό χύνεις
στο στόμα
της θυμωμένης παπαρούνας
και σε κοιτά
από τη σκοτεινή γωνιά
της αισιοδοξίας
η Πίνδος του ʽ 40,
σχεδόν άναυδη;
Τι είχες τάξει
στις αστραπές του Αυγούστου
και τώρα βρυχάται
στο θαμπό ποτήρι
ο εξαπατημένος ωκεανός;
Ποια τιμωρία
ενσαρκώνεις
όταν μας επιβάλεις
να κοιτάξουμε
το ρολόι
και δεν υπάρχουν ούτε
αριθμοί ούτε δείχτες
ούτε τικ ούτε τακ
ούτε μάτια στο πρόσωπο μας;
Για καθρέφτη μας ποιον όρισες εντέλει;
Τον δίχως παράθυρα τοίχο
ή
τα μάτια της λέαινας
που λαμποκοπούν
εκδικητικά
στο πυρωμένο βύσσινο
του πόθου
εκεί που δεν υπήρξε
βλάστηση ποτέ;

`

***

Σχεδόν ποτέ
ο ομφαλός του κόσμου
σχεδόν ποτέ
το αγρίμι
σχεδόν ποτέ
ο ματωμένος φλοιός
σχεδόν ποτέ
η ανάσα της Μαγιάτικης αυλής
σχεδόν ποτέ
το λυρικό ποδήλατο
σχεδόν ποτέ
το παιδικό τραγούδι
σχεδόν ποτέ
η κρεμαστή γέφυρα
σχεδόν ποτέ
ο μετανιωμένος φονιάς
σχεδόν ποτέ
η τελευταία πράξη του δράματος
σχεδόν ποτέ
το γάλο το πικρό
σχεδόν ποτέ
το γεφύρι Άρτας
σχεδόν ποτέ
το σχεδόν και το ποτέ
μια μόνο φορά
μια φορά μόνο
το επειδή
το επί
το κατά
το υποψιασμένο κοτσύφι
το πληγωμένο γόνατο
η πόλη που τη λένε Ρέικιαβικ
αλλά δεν είναι το Ρέικιαβικ
και το Ρέικιαβικ
και το Ρέικιαβικ
και το Ρέικιαβικ
κι αυτό
μία και μόνη φορά

`

***
Ξωκλήσι
του άγριου καημού,
τα κεριά σου
είναι άλικα περιστέρια
που διορθώνουν συνεχώς
την λέξη Αγάπη
στον ομιχλώδη ορίζοντα,
κι ακόμη δεν έχουν
καταλήξει
στην οριστική της ορθογραφία.