Εγώ,

ποιος θα μου πει στα αλήθεια
τι είμαι εγώ;
Ένα σκουπίδι πεταμένο
μες τον κάδο τον υγρό;
για φυλακτό,
κρατάω εγώ,
μαμά, γιαγιά .

Εγώ,
ποιος θα μου πει στα αλήθεια
τι είναι το εγώ;
Αυτό που βλέπω απέναντί μου,
ή κάτι βαθύτερο, κακό ;
Εγώ, εγώ,
δεν ξέρω ,εγώ.

Εγώ,
είμαι στα αλήθεια αυτό που ήθελα
να γίνω από μικρό;
ή ένα φερέφωνο πιστό,
γι’ αυτό και μένω εγώ εδώ.

Θολό,
το ποταμάκι που δεν έχει
πια νερό.
…και εγώ, δεν αγαπώ.

Ένας Χριστός
μ ‘ένα άσπρο ρούχο,
πού `ναι πάντα καθαρό.
Ένας σταυρός
χωρίς καρφιά,
μόνο το αίμα αλλωνών, εγώ.

Όνειρα

Ο κόσμος μου εν τάχει,
με γυρισμένη πλάτη
τον βλέπω μοναχός.

Τα όνειρα μου πλοία,
ο κόσμος σε δοχεία,
κλεισμένος και κενός .

Η θάλασσα,
παιδιά να τρέχουν μακριά,
τα χέρια, τα τραβάνε πίσω.

Το πλοίο των ονείρων
έφτασε στεριά ,
και κόπηκε ξανά στα δύο .

Η Ομίχλη

Αφήστε με να μπω μες στην ομίχλη,

να δω ό,τι πραγματικά ποθώ,

να δω και με τα μάτια της ψυχής μου,

τον άλλο εαυτό να φανταστώ.

Η ομίχλη δεν σαστίζει

να σου κρύψει το κενό,

στην ομίχλη δε διακρίνεις

καθαρό τον ουρανό.

Μα σαν η ομίχλη φεύγει μια πρωία,

και ανάμνηση δεν έχω πια εγώ,

αρπάζω την θηλιά και με μανία,

τη βάζω στο δικό μου το λαιμό .

Μύγες

Μιαίνουν τις πληγές,
πατάνε ότι έχτισες,
αφήνουνε ρωγμές.

Ό,τι είναι αληθινό,
το κλάμα σου, το γέλιο σου,
γίνεται σιωπηρό.

Ξάφνου στα παλιοσίδερα,
πάνω απ’ τη μαύρη βρόμα,
παίζουν δυο μύγες πράσινες, στιλπνές,
τον έρωτα ακόμα•
μα χώμα δίχως ριζικό,
άνθρωπος δίχως σκέψη•
σαν βρέξει κι έρθει το νερό,
μόνο του δε θα αντέξει.