Ω, αυτή η ξενιτιά μας μέσα στα ίδια μας τα ρούχα που παλιώνουν,
μες στο ίδιο μας το δέρμα που ζαρώνει• ενώ τα δάχτυλά μας
δεν μπορούν πια να σφίξουν, να κρατήσουν τριγύρω στο κορμί μας
ούτε καν την κουβέρτα, που ανυψώνεται μόνη, διαλύεται, φεύγει, αφήνοντάς μας
ακάλυπτους μπροστά στο κενό. Και τότε η κιθάρα, κρεμασμένη στον τοίχο,
ξεχασμένη από χρόνια, με χορδές σκουριασμένες, αρχίζει να τρέμει
έτσι που τρέμει το σαγόνι μιας γριάς απʼ το κρύο ή απʼ το φόβο, και πρέπει
να βάλεις πάνω στις χορδές την παλάμη σου, να σταματήσεις
το μεταδοτικό τους ρίγος. Μα δε βρίσκεις το χέρι σου, δεν έχεις χέρι,
κι ακούς μες στο στομάχι σου πως είναι το δικό σου σαγόνι που τρέμει.

*
Oh, diese Fremdheit in den eigenen Kleidern, die mit uns alt werden,
in der eigenen runzligen Haut; die Finger aber
können nicht mehr greifen, nicht einmal die Decke um unseren Körper festhalten,
die sich von allein emporhebt, auflöst, verschwindet, uns unbedeckt
vor der Leere zurücklässt. Und dann beginnt die Gitarre,
die seit Jahren mit verrosteten Saiten vergessen an der Wand hängt,
zu zittern – wie das Kinn einer alten Frau vor Kälte oder Angst,
und du musst deine Hand auf die Saiten legen, ihrem ansteckenden Schauder
ein Ende setzen. Doch du findest deine Hand nicht, du hast keine Hand,
und du spürst in deinem Magen, dass es dein eigenes Kinn ist, das zittert.


***

Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
ήταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι, αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούντο κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απʼ το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο – ποιος ξέρει –
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου
ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκκαλα ταύρων και αλόγων,
ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δάφνη
κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγερμα σα χρυσόμαλλο δέρας.

*

Ach ja, wie viele sinnlose Schlachten, Heldentaten, Ambitionen, Anmaßungen,
Opfer, Niederlagen über Niederlagen, und weitere Schlachten, für Dinge,
die schon längst von anderen ohne uns entschieden waren. Und die Menschen, schuldlos, stechen sich Haarnadeln in die Augen, schlagen mit dem Kopf
gegen die himmelhohe Wand, wohl wissend, dass die Wand nicht einstürzt,
nicht einmal aufreißt, so dass sie wenigstens durch einen Spalt ein Stück Blau sähen, unbeschattet von der Zeit und ihren eigenen Schatten. Und dennoch ― wer weiß ― vielleicht dort, wo jemand ohne Hoffnung Widerstand leistet, vielleicht beginnt dort
des Menschen Geschichte, wie man so sagt, und die Schönheit des Menschen,
inmitten verrosteter Eisen und Knochen von Stieren und Pferden,
inmitten von uralten Dreifüßen, auf denen noch etwas Lorbeer schwelt,
und der Rauch steigt auf, zerfasert sich im Abendlicht wie goldenes Vlies.

***

Δεν κοίταξα άλλο• ούτε άκουγα σχεδόν τις πολεμόχαρες κραυγές τους –
εγώ, ψηλά, στα τείχη, πάνω απʼ τα κεφάλια των θνητών, αέρινη, σάρκινη,
χωρίς νʼ ανήκω σε κανένα, χωρίς να ʼχω κανενός την ανάγκη,
σα να ʼμουν (ανεξάρτητη εγώ) ολόκληρος ο έρωτας, – ελεύθερη
από το φόβο του θανάτου και του χρόνου, μʼ ένα άσπρο λουλούδι στα μαλλιά μου,
μʼ ένα λουλούδι ανάμεσα στα στήθη μου, κʼ ένα άλλο στα χείλη να μου κρύβει
το χαμόγελο της ελευθερίας.

*

Ich schaute nicht mehr hin; auch hörte ich kaum ihre kriegslüsternen Schreie,
ich, hoch oben, auf den Mauern, über den Köpfen der Sterblichen, luftig, fleischlich, ohne jemandem anzugehören, ohne jemanden zu benötigen,
als wäre ich (ich, unabhängig) ganz die Liebe – frei
von Furcht vor dem Tod und der Zeit, mit einer weißen Blume im Haar,
mit einer Blume zwischen den Brüsten, und noch einer vor den Lippen, die mir
das Lächeln der Freiheit verbarg.

***
ΕΠΙΜΕΤΡΟ:
Έλενα Παλλαντζά

Tο έργο του Γιάννη Ρίτσου έγινε ευρέως γνωστό στο γερμανόφωνο χώρο μέσω μιας μεταφραστικής και εκδοτικής υπερδραστηριότητας κατά τις δεκαετίες του ʼ70 και ʼ80 που κράτησε μέχρι λίγο μετά το θάνατό του. Οι γερμανικοί τίτλοι συλλογών και ανθολογιών ξεπερνούν τους 50 (σε μεταφράσεις των Kutulas, Eideneier, Nicolaou, Wedekind, Dietz κ.α.), ενώ δεκάδες ποιήματα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά. Μέσα σʼ αυτό το πλήθος, η απουσία μιας αυτοτελούς έκδοσης της Τέταρτης Διάστασης και ο μικρός αριθμός των μεμονωμένων μεταφρασμένων μονολόγων ξαφνιάζουν αν μην τι άλλο, δεδομένης της αισθητικής καταξίωσης του συγκεκριμένου έργου εντός και εκτός Ελλάδας. Αντανακλούν όμως και την αγκύλωση μιας ολόκληρης εποχής στην εικόνα του στρατευμένου αγωνιστή-ποιητή, η οποία δεν επέτρεψε στην πιο χαμηλόφωνη και ενδοσκοπική ποίηση του Ρίτσου να γίνει αντιληπτή ως μια άλλης φύσεως πράξη αντίστασης. Ύστερα άλλαξαν και οι καιροί, η ποίηση – ήταν βέβαιο – δεν θα έσωζε πια τον κόσμο κι όλοι αυτοί οι εξόριστοι ποιητές είχαν αρχίσει να αποπνέουν ούτως ή άλλως κάτι αφόρητα επικαιρικό και παρωχημένο.

Στον αντίποδα των παραπάνω οι λιγοστές αλλά ποιοτικές εκδοτικές επιλογές από το 2000 κυρίως και μετά υποδηλώνουν και συγχρόνως συμβάλλουν σε μια στροφή προς τις αθέατες ως τώρα πλευρές της ποίησης του Ρίτσου, τον ερωτισμό, την ειρωνεία, την αντιστροφή, τη μεταμφίεση, τη μυθολογία του, που αγκαλιάζει θετικά και η κριτική. Ποτέ δεν είναι αργά για μια μετατόπιση από στερεοτυπικές εικόνες. Με ανακούφιση σχεδόν μοιάζει να διαπιστώνει ο Ηarald Hartung στην Frankfurter Allgemeine (2011) πως «τίποτα πια δεν παραπέμπει στη μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας που κυριαρχεί στα πρώτα του έργα. Όλα είναι διαχρονικά και ταυτοχρόνως υποκειμενικά». Σκέφτομαι πως ο Ρίτσος θα χαμογελά από κάπου επαναλαμβάνοντας με συγκατάβαση: «Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος.»

Στην ίδια λογική εντάσσεται και το εγχείρημα να μεταφράσουμε – για πρώτη φορά στα γερμανικά – την ΕΛΕΝΗ, ένα κείμενο ιστορίας, ποιητικής και «ανεξιθρησκείας» πίσω απʼ τη μάσκα του μύθου, σαν «ελεγμένη ειρωνεία των ιστορικών μας παραισθήσεων […] μέσα στην κοινότητα μιας ίδιας μοίρας» (Γ.Ρ., Μελετήματα).Ένα κείμενο που αξίζει να εκτιμηθεί στο νέο του γλωσσικό περιβάλλον για την υπέρχρονη διάσταση και τις απεριόριστες προεκτάσεις του.

Hγερμανική απόδοση είναι το αποτέλεσμα μιας συλλογικής δουλειάς κι αυτό πολλαπλασιάζει τη χαρά γιʼ αυτή την έκδοση. Εδώ και τρία χρόνια έχω εντάξει ένα εργαστήρι μετάφρασης στα μαθήματα Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας που παραδίδω στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Τα μέλη της ομάδας LEXIS (Andreas Gamst, Anne Gaßeling, Rainer Maria Gassen, Milena Hienzde Albentiis, Christiane Horstkötter-Brüssow, Klaus Kramp καιAlkinoi Obernesser) συνδέει η αγάπη για την Ελλάδα του χθες και του σήμερα, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία της. Τη δίγλωσση έκδοση της ΕΛΕΝΗΣ από τον εκδοτικό οίκο Reinecke & Voß στη Λειψία (http://reinecke-voss.de/cms/ritsos.html) επιμελήθηκε o Ντιρκ Ούβε Χάνζεν, ελληνιστής στο Πανεπιστήμιο του Greifswald, μεταφραστής και ποιητής.