`

Στερνόγραφο

Στον Ειρηναίο Μαράκη

Εμένα δεν με άγγιξαν, κορμιά του Modigliani
Στην μάσκα μου δεν κάθισε , σκύλος να πιλοτάρει
Πόνος εμένα μʼ έθρεψε, το στρίτσο και οι μουράβιες
και η μπαρκέτα έγραψε, της προσμονής ανταύγειες

Γλάροι σ´εμέ Φτερούγισαν, απά από την πρύμνη
κι όχι τα απαίσια, των Μαραμπού τα σμήνη
Ο ίμερος σαν έσφιγγε, μετά τα τόσα μίλια
ποτέ μου δε με έσπρωξε σε νέο απ´ τη Σεβίλλια

Εγώ δεν γράφω ρήματα, για τους αλλοπαρμένους
Ισόμετρο δεν στέγνωσε, τους θαλασσοδαρμένους
κι ούτε  με νοιάζει τι θα πουν  σεφέρια και ελύτες
Εγώ την πένα έσπασα για θαλασσών αλήτες

Θα μείνω πάντα εύκλεος, μα και άξιος εραστής
των φθογγικών συνθέσεων , μιας ποίησης που ρέει
Μηδέποτε αριστερός και οπορτουνιστής
Μα ούτε και παιδεραστής , που Νόμπελ αποπνέει

Corbiere εγώ δεν διάβασα, ούτε και Εμπείρικο
Τις ρίμες μου τις έγραψα, με την ψυχή a picco
κι ούτε μού δώκαν προβολή του πενταγράμμου μύστες
Με ματσακονι πληρωσα  των λογισμών τις ρήτρες

Παιδί του μόχθου κι άπραγο στου λόγου τα λιβάδια
φρόντισα τις ανάγκες μου να βάλω στη γραμμή
Κι όταν με φως εγεμησα , της γνώσης τα σκοτάδια
πλήρωσε της αξίες μου  του χρόνου η φυλακή

Δεν είμαι τέλος ο γραφιάς,  του σαλονιού της σάλας
Γέννημα, θρέμμα , ανάθεμα, θαλασσινής κουφάλας
τους πόθους και τα κρίματα τραγούδησα του μόχθου
Τα εύσημα δεν ζήτησα  ενός λογίου όχλου

Λένε για μένα οι άναυτοι  που μοίρα βρωμερή
έφερε το γιατάκι τους  πλάϊ με το δικό μου
πως είμαι κακοτράχαλο , του βίτσιου εγώ παιδί
υποταγμένος άδολα, στο λερωμένο εγώ μου

Αυτοί με δίχως φρόνημα , το θυμικό του ναύτη
αυτοί που ´ρθαν στην θάλασσα τυχοδιωκτικά
και λέρωσαν και ντρόπιασαν με τα γραπτά τους λάσπη
μιάς οικογένειας πλατιάς τα έντιμα παιδιά

Οι άναυτοι μιλούν για με λίβελος ψιχαλίζει
ενώ εγώ πιστέψτε με , λάτρης στα θηλυκά
Κι αν μία που αγάπησα πουτάνα θε να γένει
εκείνη αποφάσισε Πλαστά ιδανικά

Πικρό ψωμί και ανέβρεγο που φάγαμε μαζί
λένε για μένα ναυτικοί και παραγκωνισμένοι
την ποίηση πως έπλασα ζαχαροκάντιο ζυμωτή
και όχι τραβέρσο ψευτικο και νάνοι κουρασμένοι

Τώρα σεπτός τραγουδιστής, ψάλλω τις Αρπυίες
τα πλευρικά μου σβήνοντας , για δυό μικρές αξίες
Η μιά , η δίψα της ζωής , η άλλη του θανάτου
κ΄ οι φίλοι , κληρονόμοι μου , του τελικού μαντάτου

`

*


Ανεμολόγιο

Από τον Γρέγο , μέχρι και τον Γαρμπή
κι από τον Πουνέντη , εως τον Λεβάντε
έψαξε η αγάπη να με βρει
μα ´γω κρυμμένος, με μιά όμορφη στις Andes

Από τον Σιρόκο, στου Μαΐστρου την πληγή
έψαχνα τα φιλιά της Τραμουντάνας
Η Οστρια , με κοιτούσε σιωπηλή
να υποκύπτω , στα τερτίπια μιάς πουτάνας

Από τον Νότο μέχρι και τον Βοριά
είν´ εκατον ογδόντα , χρυσαλίδες
Στις ενενήντα , μόνο μια παστρική
κι άλλες μισές , κάλπικες φυσαλίδες

Απ´ τον Levante , στου Gulf Sream τα δυτικά
κι απ´ τον Ponente , στα νερά του Kuro-Siwo
άφησα , τα όνειρα μου βιαστικά
πριν για την κόλαση , μονάχος μου να φύγω

Τ´ ανεμολόγιου δύο καρτίνια μοναχά
με χώρισαν από το άχθος ευτυχίας
το «είναι» , όλο ανάθημα , στη χαρά
Μα έμεινα  ιερομνήμων ουτοπίας

`

*

Κυματωσιά

Μ´αρπαξε μιά κυματωσιά απ´το βυζί της μάνας
για να μου μάθει τη ζωή¨ πως βγαίνει το ψωμί
κι αφού καλά με δίδαξε , τι πάει να πει χολή
σε ομήγυρη με πέταξε , ποιητικής αλάνας

Μ´αγκάλιασε κυματωσιά , φουρτουνιασμένου πόντου
για να μου δείξει των μοιρών , τ´αποκρυφα γραπτά
μα δ´αύτη με χαστούκισε και μ´εκανε σκουπίδι !
με ρίζωσε σαν μύδι , στου πάτου τα ριζά !

Καβάλησα κυματωσιά , θάλασσας , μιάς αντάρας
για να με πάει στη χαρά , στης γνώσης τα στενά
Μα ´κείνη με ξελόγιασε και μ´έκανε σκουπίδι
μα τράβηξε το ξύδι , μέσα απ´ την καρδιά !

Μέζωξε μια κυματωσιά , σαν άτι του ανέμου
σεργιάνι και με έβγαλε , σ´αντάρα και καιρό
κι αφού στροβίλισε , το πενιχρό «εγώ»
στους νικημένους μ´έβγαλε , του , της ζωής πολέμου

Μ´άρπαξε μια κυματωσιά , στον Άδη να με πάει
αφού πρώτα μου έμαθε , τι πάει να πει ουτοπία
και πριν προκάνω να διαβώ , την λίμνη Αχερουσία
αράδιασα στον τάφο μου , λουλούδια Απριλομάη !!!

`

*

Ενʼ από Ivori κολιέ

Στον Σπύρο Αραβανή

Σʼ ένα flea market , του λιμανιού του Cienfuegos, δυτικά
βρέθηκα κάποτε χαζεύοντας , των νέγρων σόλικες πραμάτιες
μέχρι που πρόσεξα , πως μία μαύρη με κοιτούσε επίμονα
αν κι ʼχε το κεφάλι της σκυφτό , με των ματιών τις άκρες.

Μπροστά της είχε μπιχλιμπίδια , καρφίτσες και κουμπιά
ανάκατα, κάποιων καιρών αλλοτινών , της φθήνιας μεγαλεία
μα στό ʼνα χέρι , το ζερβό, κράταγε να μην της πάρουνε , σφικτά
ένα από ivori κολιέ , που σίγουρα θα είχε την δική του ιστορία.

Μόλις το πρόσεξα , το είναι μου κόμπος (ε)σφίχτηκε με μιάς
και ένιωσα πως κάποτε , στα χέρια κράτησα το μάταιο στολίδι
όταν παιδί αμούστακο , περνούσα στο λαιμό μιάς κοπελιάς
απʼ το παρθενικό, που όμως με σημάδεψε , σαν γύριζα , ταξίδι.

Η γερονέγρα , ιέρεια voundou και του διαβόλου παπαδιά
στο πρόσωπο μου διάβασε , της μοίρας το παιγχίδι, αμέσως
και όταν το κόστος ζήτησα να μου πει , για μια ανάμνηση παλιά
με θράσος αξιέπαινο , ζηλευτό , μου είπε «solo cinquenta pesos».

Βαρύ το τίμημα πολύ , μα το συναίσθημα ακόμη πιό μεγάλο
πρόσταξε: πλήρωσε φτωχέ μου και ίσως, έτσι πάλι ξαναβρείς
αυτό που λίγοι, με χαρά κερδίζουμε η πίκρα, από τον άλλο
και όνειρο η ανάμνηση το λένε, μοναδικό φτιασίδι της ψυχής.

Ένʼ από ivori κολιέ, πάντοτε στο λαιμό μου θα φοράω
χωρίς ετούτο να σημαίνει, τα μάταια πως δοξάζω στη ζωή.
Ανάλγημα και γιατρικό, όταν αδύναμος, γιʼ αυτά που φύγανε πονάω
και θύμημα μοναδικό. Η ουτοπία μόνο, μπορεί να είναι ιδανική.

`

*

Liberty

Στον Αντώνη Αντωνάκο

Απʼ το κοράκι μέχρι και το ποδόσταμο
χίλια καρφιά, πυρά , σε περιζώνουν
Κι απʼ την καρίνα έως την γαλέτα σου
χίλιες κατάρες να ξορκίσεις, που σʼ οργώνουν

Και μόνη ένδειξη της γέφυρας
ζερβά το κόκκινο, πράσινο στα δεξά σου
και τʼ αλμπουρήσια , για την ρότα μας
και η κορώνη, να φωτά ταʼ απόνερα σου

Τʼ αμπάρια σου με χούφτες και σφηνόξυλα
με μπίμια, μπουκαπόρτες, μουσαμάδες
Αβέρτα κουραδόρος που φορτώθηκε
την λευτεριά να φέρει στους ραγιάδες

Κτίστηκες για να πεθάνεις άδοξα!
Εσένα περισκόπιο περιμένει
Κάπου εκεί στʼ Ατλαντικού, τα κρύα νερά
θʼ αφήσεις το κουφάρι σου! Στο πρέπει!

Την προτομή σου, βλέπω τώρα στο βυθό
κοράλλια το κορμί σου έχουνε στοιχειώσει
και μία σμέρνα απʼ το όκιο το πρυμιό
κοιτά τον θάνατο σου, να προδώσει!