G. Courbet, Baudelaire

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ ΣΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ.
(ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ. ΣΕ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ, ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΕΩΝ.)

μεθύστε χωρίς διακοπή με κρασί, με ποίηση, με αρετή!
με ό, τι θέλετε!
C. Baudelaire

Ο 19ος αι. χαρακτηρίζεται ή από ορισμένους κατηγορείται για την αποσπασματική του φύση και πολλαπλότητα, καθώς επίσης και για την έλλειψη ενότητας στην τέχνη. Ο Μπωντλαίρ τον ορίζει ως άπιστο αιώνα ενώ άλλοι υιοθετούν τον τίτλο «αιώνας της αστικής τάξεως », «ο αιώνας του υποκειμενισμού» αλλά και «αιώνας του ατομικισμού». Στον αιώνα αυτόν ανάγεται σύμφωνα με μελέτες η καταγωγή των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων. Έτσι, σ’ αυτόν ανάγει τις ρίζες της η δημιουργία νέων συνηθειών, θεσμών επιστημονικών και πνευματικών μεθόδων. Η δομή μιας νέας κοινωνίας συγκροτείται και παράλληλα ενισχύεται η νέα αστική τάξη. Η δημοκρατία του εθνικισμού και του κομμουνισμού καθώς και επαναστατικών αφυπνίσεων κατάγονται επίσης από το 19ο αι. οδηγώντας σε αντιφατικά αισθήματα και στο διφορούμενο χαρακτηρισμό αυτού.

Mία από τις κύριες τάσεις στα χρόνια αυτά αποτελεί η ανάδυση του ρεύματος του Ρομαντισμού, κίνημα χαρακτηριζόμενο από πολλούς ως νοσηρό και υστερικό. H εμφάνιση του όρου ρομαντικός ξεκινά από την Αγγλία συνδεόμενη με τις παλιές ρομάντζες δηλαδή διηγήματα ιπποτών που προκρίνουν τον στόμφο, την υπερβολή και το υψηλό μέσα σε πλαίσια του απραγματοποίητου και του φανταστικού ατελέσφορου. Με το πέρασμα των χρόνων ο όρος επαναπροσδιορίζεται και άπτεται εγκωμιαστικών σχολίων συνδεόμενων με τον χαρακτηρισμό fine . Την ίδια εποχή ο όρος εισάγεται στη Γαλλία με τους όρους romanque, pittoresque (γραφικό) ενώ ως mot anglais δηλαδή romantique χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Letourner. Στη Γερμανία, ο όρος προβιβάζεται από την Αγγλία, μέσω του έργου του Tomson, με το όνομα romantisch αντικαθιστώντας τον όρο romanhaft . Η γέννηση λοιπόν του Ρομαντισμού σε Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία την ίδια περίοδο θα μπορούσαμε να πούμε πώς συνδέεται με την διαδικασία εκσυγχρονισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης . Σύμφωνα με τον Isaiah Berlin η σπουδαιότητα του ρομαντισμού έγκειται στο γεγονός πώς το κίνημα αυτό αποτέλεσε τη μεγαλύτερη στροφή στη συνείδηση της Δύσης και πώς οι υπόλοιπες στροφές που σημειώθηκαν στη διάρκεια του δέκατου ένατου και εικοστού αιώνα δέχτηκαν τη βαθιά επίδραση του Ρομαντισμού . Στον 19ο αι., ο όρος συνδέεται άρρηκτα με την έκρηξη συναισθημάτων, το έρεβος και την εκκεντρικότητα μέσα σε ένα κλίμα μελαγχολικής διάθεσης και συνειδητοποίησης της τραγικής αίσθησης της ζωής. Στην παρούσα μελέτη λοιπόν, θα ορίσουμε ως πεδίο μελέτης την εστίαση γύρω από την εκδήλωση της μελαγχολικής αυτής διάθεσης όπως αυτή πραγματώνεται στη Μελαγχολία του Παρισιού του Μπωντλαίρ, σε ένα φάσμα κειμενικών αλλά πολλές φορές και εικαστικών διασυνδέσεων.

Η πρώτη αναφορά στη μελαγχολία συναντάται σε ένα από τα παλαιότερα κείμενα της Ιπποκρατικής συλλογής, το Περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων, το οποίο αποδίδεται στον Ιπποκράτη και χρονολογείται στα τέλη του 5ου αι π.Χ . Ο Ιπποκράτης υποστήριζε την ύπαρξη τεσσάρων χυμών στο σώμα(φλέγμα, αίμα, κίτρινη και μέλαινα χολή). Η μελαγχολία περιγράφεται ως η μέλαινα νοσηρή αλλοίωση της χολής. Τα συμπτώματα αυτής ορίζονται ως σωματικά άνευ ψυχολογικών επιπτώσεων. Η ισορροπία των χυμών (εὐκρασία) αποτελεί προϋπόθεση υγείας ενώ όταν κάποιος χυμός πλεονάζει (δυσκρασία) προκαλείται η ανάλογη ασθένεια. Στον 5ο αι. το ρήμα μελαγχολᾶν χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του μαίνεσθαι συσχετιζόμενο με τη τρέλα και την παραφροσύνη. Για τον Αριστοτέλη, ο μελαγχολικός άνθρωπος ορίζεται στο κείμενο Περὶ μνήμης και ἀναμνήσεως ως εκείνος που κατακλύζεται από αναμνήσεις μη ελέγχοντας τη μνήμη του. Καθοριστική συνίσταται επίσης η συμβολή του Γαληνού με το κείμενο Περί Κράσεων, στο οποίο υποστηρίζει ότι η αναλογία χυμών καθορίζει το χαρακτήρα. Εκεί, ο μελαγχολικός τύπος σκιαγραφείται ως ύπουλος, οκνηρός, λιγόψυχος και μισάνθρωπος. Συναφείς ασθένειες, αποτελούν η φρενίτιδα και η μανία. Η φρενίτιδα παραγόμενη από τη λέξη φρήν αποτελεί την αρρώστια του μυαλού, η οποία παρουσιάζει υψηλό πυρετό, αϋπνίες και έντονες κραυγές εν αντιθέσει με τη μελαγχολία. Η μανία από την άλλη ορίζεται ως η πιο βίαιη μωρία, πιο άγρια απ΄ την μελαγχολία, με θυμό και ένταση. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται ως θεραπευτική αγωγή μέχρι το 19ο αι. είναι τα καθαρτικά, εμετικά καθώς και οι ευεργετικές ιδιότητες της μουσικής και των ταξιδιών που προτείνουν οι γιατροί των κλασικών και μεταγενέστερων κειμένων . Τον 18ο αι. η ψυχιατρική παρουσιάζεται ως κεντρική μέθοδος αντιμετώπισης της μελαγχολίας ενώ τον 19ο αι. η μελαγχολία εκφράζεται με έντονο εσωτερικισμό και ο Λόγος βιώνεται ως αναζήτηση έντονου πάθους, ακατανόμαστου ή μυστικού, ως η παρουσία ενός νοήματος παντοσήμαντου, ασύλληπτου και εγκαταλειπτικού .

Στα χρόνια λοιπόν του 19ου αι. ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα της γαλλικής ποίησης συγκαταλέγεται και η μορφή του Κάρολου Μπωντλαίρ. Συναιρώντας μέσα του όλο το πνεύμα του αιώνα αναμοχλεύει την άβυσσο της ψυχής, τα άδυτα της μοναξιάς καθώς και τον τύπο του βασανισμένου και δραματικού ανθρώπου. Μέσα στην πολύβουη πολιτεία τραγουδά με λυπητερό τόνο τον ανθρώπινο πόνο, τον πόνο της ψυχής που συνθλίβεται μέσα στη σκοτεινή και ζοφερή πραγματικότητα. Η ανία των συνοικειών, η θλίψη των ανθρώπων και τα άχρωμα ξημερώματα μαγνητίζουν το εἶναι του ποιητή, εμπλουτίζοντας με αυτό το τρόπο τον ποιητικό και καλλιτεχνικό διάκοσμο του έργου του. Έτσι, εάν θα θέλαμε να ξεχωρίσουμε την βασική δεσπόζουσα του έργου κάτω από την οποία επιστεγάζονται και συγχρωτίζονται όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα θα ξεχωρίζαμε τη βαρύνουσα σημασία του spleen(μελαγχολία). Έτσι, η μελαγχολία ορίζεται ως συνάρτηση της υπαρξιακής αγωνίας, του ψυχικού άλγους, της ασυμβατότητας προς τον εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο, προς το εἶναι και το φαίνεσθαι. Στην Έκθεση του 1846, ο όρος μελαγχολία μέσα σε δύο σελίδες απαντά πέντε ή έξι φορές για να χαρακτηρίσει την οδύνη που αποπνέει το έργο του Ντελακρουά:

«Αυτή η υψηλή και αυστηρή μελαγχολία λάμπει με μια ζοφερή λάμψη ακόμη και στο χρώμα της, λιτό, άφθονο σε αρμονικούς όγκους, όμοιο σ’ όλους τους μεγάλους καλορίστες, θρηνητικό ωστόσο και βαθύ σαν μελωδία του Βέμπερ.»

Στα υπόλοιπα κείμενα όμως ο όρος δεν απαντά αυτούσιος αλλά μέσω συνδηλώσεων, συνωνύμων και μεταφορών. Η πρώτη ενότητα των Ανθέων του Κακού φέρει τον τίτλο Spleen et Idéal, ενώ άλλα τέσσερα ακόμη ποιήματα τιτλοφορούνται με τον τίτλο Spleen. To idéal χαρίζει τη δύναμη της ενθύμησης ενώ το spleen προσφέρει αντίθετα το σμήνος των δευτερολέπτων . Το spleen πιο επώδυνο από τον θάνατο, η μεγάλη δοκιμασία του Χρόνου, ως καρπός θλιβερής αδιαφορίας, όπως επισημαίνει η Ανιέ Βερλέ, συνδέει τον άνθρωπο με το σκοτεινό νεφέλωμα του θανάτου . Στο έργο όμως του Μπωντλαίρ, το πιο συγκλονιστικό δεν είναι τόσο το γεγονός του θανάτου όσο οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις που χρησιμοποιούνται για να τον χαρακτηρίσουν:

Et de longs corbillards, sans tambours ni musique,
Défilent lentement dans mon âme; l’Espoir,
Vaincu, pleure, et l’Angoisse atroce, despotique,
Sur mon crâne incliné plante son drapeau noir
( Spleen IV )

Μεγάλες νεκροφόρες, δίχως τύμπανα μήτε μουσική,
Παρελαύνουν αργά αργά μέσα στην ψυχή μου. Η Ελπίδα,
Νικημένη, κλαίει, η Αγωνία φρικτή, δεσποτική,
Φυτεύει στο σκυμμένο μου κρανίο τη μαύρη σημαία.

Ήδη, από το 1857 και εξής αρχίζουν να δημοσιεύονται τμηματικά τα Πεζά Ποιήματα του Μπωντλαίρ. Ο ίδιος όμως συνήθιζε στην αλληλογραφία του να τα αποκαλεί Η μελαγχολία του Παρισιού. Ο Μπωντλαίρ γνώριζε πολύ καλά το Παρίσι τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Με διεισδυτική ματιά παρατηρούσε κάθε πτυχή της πόλης, γνωρίζοντας σε βάθος όλες τις εποχές, κάθε στιγμή και κάθε λεπτό. Έζησε στο Σεν Ζερμέν, στην οδό Πιγκάλ και στην οδό Άμστερνταμ, κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές του σταθμού Σεν Λαζάρ που οδηγούν στο Ονφλέρ, όπου ζούσε η μητέρα του. Η σχέση του με το Παρίσι θα λέγαμε πώς είναι μια σχέση έλξης και απώθησης, ζήλιας και έντονου πάθους μαζί. Χαρακτηριστική μνεία για το Παρίσι σημειώνεται στο κείμενο Ωδή στο Παρίσι από τον λόφο της Μονμάρτης:

«Σ’ αγαπώ, ω πανέμορφη αγαπημένη μου… Τις μπόμπες σου, τις μαχαιριές, τις γιορτές σου, τις νίκες/ Τα μελαγχολικά σου προάστια/ Τα στολισμένα σου μέγαρα/ Τους κήπους σου, όλο στεναγμούς και ίντριγκες/ τους ναούς σου, που ξεβράζουν τη δέηση σαν μουσική/Την παιδιάστικη απόγνωσή σου και τα παιγνίδια σου, σαν τρελής γριάς/ Τις απελπισίες σου.»

Τα Πεζά Ποιήματα ανήκουν στην κατηγορία των ποιημάτων γραμμένων σε πρόζα (poème en prose) . Αν και ο όρος απαντά ήδη από τον 17ο αι., ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε συνειδητά τον όρο, για μια σειρά κειμένων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό La Revue Fantaisiste. Έτσι, ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Ποιός από μας, στις φιλόδοξες στιγμές του, δεν ονειρεύτηκε μια ποιητική πρόζα, μουσική, χωρίς ρυθμό και χωρίς ρίμα, αρκετά εύπλαστη και τραχιά, ώστε να προσαρμόζεται στις λυρικές παρορμήσεις της ψυχής, τους κυματισμούς της ονειροπόλησης, τους σαρκασμούς της συνείδησης; »
Στο δεύτερο μέρος που ακολουθεί, θα γίνει η διερευνητική προσέγγιση επιλεγμένων ποιημάτων από τα Πεζά ποιήματα του Μπωντλαίρ. Σημαντικά ποιήματα όπως Ο Θύρσος και Τα πλήθη τέθηκαν εκτός του ερευνητικού μας πεδίου διότι η προσέγγιση αυτών από προηγούμενους μελετητές κρίθηκε αρκετή και εμπεριστατωμένη. Η κειμενική προσέγγιση στηρίζεται κυρίως στην προσωπική ανάγνωση των ποιημάτων και στην οπτική που απέκτησα διαβάζοντας τα.

II. ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΟΞΕΝΟΣ

(https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&cad=rja&uact=8&ved=0ahUKEwip3uCY2NfQAhWL2RoKHW8LBT4QFggYMAA&url=http%3A%2F%2Fmindpoetrymusic.blogspot.com%2F2012%2F08%2Fcharles-baudelaire.html&usg=AFQjCNGkQkLxxpxnrxUxEYtnJ3F4d-saUw&sig2=3Vav3u7Mi8aQ5eOLDXv_dw)

Το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής προδιαθέτει τον αναγνώστη για το κλίμα μέσα στο οποίο θα κυμανθούν και τα υπόλοιπα ποιήματα. Έτσι λοιπόν, ο ξένος δεν αγαπά κάποιον άνθρωπο, φίλο, συγγενή ή κάποιο αντικείμενο αλλά τα σύννεφα. Λένε πώς το καλύτερο πράγμα δεν είναι να αγαπάς ή να σε αγαπούν, αλλά να αγαπάς και να αγαπιέσαι ταυτόχρονα. Μα εδώ ο ήρωας δεν αποζητά τέτοιες αξιώσεις. Αγαπά κάτι από το οποίο δεν απαιτεί συναισθηματική δέσμευση, χωρίς να επενδύει σε μια σχέση που να στηρίζεται στο δίπολο δοῦναι και λαβεῖν. Τα σύννεφα αποτελούν το κατάλληλο έναυσμα διαφυγής σε τόπους ονειρικούς και φανταστικούς. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα σύννεφα λειτουργούν ως συναισθηματικό καταφύγιο και τόπος ψυχικής ενατένισης. Πολλές φορές κοιτώντας τα σύννεφα δημιουργεί κανείς σχήματα, πρόσωπα, εικόνες και καταστάσεις πάνω σε ένα φανταστικό καμβά. Η Φαντασία στον Ρομαντισμό καταλαμβάνει θα λέγαμε την νοητική περιοχή μεταξύ αισθητικού και μυστηριακού . Πολλά ποιήματα στο Spleen de Paris υιοθετούν το μοτίβο με σύννεφα. Η βεβήλωση των νεφών είναι η πιο φοβερή απ’ όλες . Τα σύννεφα χαρακτηρίζονται εδώ ως θαυμάσια, στο ποίημα η «Η Κλίση του καθενός» αποκτούν χρυσή όψη ενώ στο πεζό ποίημα «Η σούπα και τα σύννεφα» τονίζεται η φαντασμαγορία της συννεφικής μέθης σε αντιπαραβολή με την πραγματικότητα. Έτσι, όταν το βλέμμα επιστρέφει στο παρόν, το ideal περιχαρακώνεται και τη θέση του διαδέχεται το άκρατο spleen, υπό την ηχώ της βραχνής και υστερικής φωνής της αγαπημένης.

Η ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ

(https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&cad=rja&uact=8&ved=0ahUKEwjAsZWc2tfQAhWIExoKHd9iDHAQFggYMAA&url=http%3A%2F%2Fwww.poiein.gr%2Farchives%2F14145&usg=AFQjCNEuRMEX9Jz1BBaXFcyT07SLtsoSrg&sig2=XctPTDwc0NmcHVF-C9mspA)

Το ποίημα αυτό πραγματεύεται το αίσθημα μοναξιάς μιας γριάς με κλαυθμηρικό τόνο. Η ίδια νιώθει απογοητευμένη και παραγκωνισμένη από το κοινωνικό περιβάλλον. Θαυμάζει ένα ωραίο παιδί, μα εκείνο διαμαρτύρεται και ταράσσεται στο άγγιγμά της. Έτσι, λοιπόν αναπόφευκτα καταλήγει στην διαπίστωση ότι αποτελεί μια αποκρουστική ύπαρξη, ένα νοσηρό κύτταρο της κοινωνίας. Το θέμα των γηρατειών γνώριμο στο έργο του Μπωντλαίρ συναντάται και στα Άνθη του Κακού , με τα ποιήματα «Οι Γριούλες» και οι «Εφτά γέροι». Τα ποιήματα αυτά αφιερώνονται στον Β. Ουγκώ. Η απάντηση του ίδιου χαρακτηριστική:

«Τί κάνετε όταν μου γράφετε αυτούς τους συναρπαστικούς στίχους: Οι επτά γέροι και οι Γριούλες, που μου αφιερώνετε και σας ευχαριστώ; Τί κάνετε; Περπατάτε! Πηγαίνετε μπροστά! Προικίζετε τον ουρανό της τέχνης, κανείς δεν ξέρει με ποιά ακτίνα μακάβρια. Δημιουργείτε ένα καινούργιο ρίγος .»

Στις «Γριούλες» μας παρακινεί να συμπονέσουμε και να αγαπήσουμε αυτά τα πλάσματα. Οι χαρακτηρισμοί βαριοί:

«Monstres brisés, bossus ou tordus aimons – les / Τέρατατσακισμένα, καμπουριασμένα ή στρεβλωμένα ας τις αγαπήσουμε !».

Οι γριές παρουσιάζονται ως άδικες κατάρες να τριγυρνούν βιαστικές στον ασφυκτικό κλοιό της πόλης. Τα μάτια τους ως πηγάδια δακρύων έλκουν το μυστήριο. Στοιχειωμένες από τη μοίρα καταφέρνουν να προκαλέσουν το αίσθημα της μέθης στον ποιητή. Η πατρίδα, ο σύζυγος και τα παιδιά παρουσιάζονται ως πιθανές αιτίες θλίψης και δυστυχίας. Παράταιρες και μόνες εισπράττουν την χλεύη και την αδιαφορία (nul ne vous reconnait). Σε ανάλογους ρυθμούς κυμαίνεται και το ποίημα «Οι εφτά γέροι» από τα Άνθη του κακού. Μέσα στην ομιχλώδη και κιτρινωπή πόλη προβάλλει η μορφή του γέροντα λειτουργώντας αντιστικτικά προς το περιβάλλον. Έτσι λοιπόν, ο γέρος με κίτρινες κόρες ματιών του, τσακισμένος τριγυρίζει με το ραβδί στην πόλη. Τον ακολουθούν και άλλες έξι όμοιες γέρικες φιγούρες δίνοντας έτσι στο ποιητή της αίσθηση ότι τα δύσμορφα αυτά τέρατα είναι αιώνια.
Τα γηρατειά απασχόλησαν σε μεγάλο βαθμό και το μεγάλο Έλληνα ποιητή, Καβάφη. Έχει εξάλλου επισημανθεί αρκετές φορές η συνομιλία των δύο ποιητών. Για τον ποιητή τα γηρατειά ισοδυναμούν με τον άκρατο πόνο και απελπισία. Το γήρας δημιουργεί μια ανυπόφορη κατάσταση πιο οδυνηρή και από τον ίδιο τον θάνατο. Προκειμένου να καταπολεμήσει τον αναπόφευκτο ερχομό των γηρατειών ο ποιητής καταφεύγει στην ποίηση ως αναλγητικό φάρμακο. Στο ποίημα Πολύ Σπανίως ο ποιητής έχει ως παρηγοριά τις ερωτικές οπτασίες του έργου του, οι οποίες θα συνεχίσουν διαχρονικά να συντροφεύουν τους νέους. Ο τίτλος δηλώνει πώς πολλές φορές ο στόχος αυτός δεν πραγματοποιείται, να κερδίσουν δηλαδή το στοίχημα του χρόνου προσελκύοντας το ενδιαφέρον των νέων ανθρώπων.

Πολύ Σπανίως

Είνʼ ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
σακατεμένος απʼ τα χρόνια, κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νειάτα.

Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Το ποίημα «Ένας γέρος παρουσιάζει τη μοναξιά ενός γέρου στο καφενείο, ο οποίος βιώνει την καταφρόνια των γηρατειών μετανιώνοντας για όλες τις χαμένες ευκαιρίες του παρελθόντος:

Ένας γέρος

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετʼ ένας γέρος•
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κʼ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ• το νοιώθει, το κυττάζει.
Κʼ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα•
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε• «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε• και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθʼ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

Μα απʼ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Ως καταφύγιο της σκέψης, θα λέγαμε πώς λειτουργεί το ποίημα Η μελαγχολία τους Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ. Εδώ τα φάρμακα της ποίησης, η Φαντασία και ο Λόγος προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση στον ποιητή έναντι του άλγους των γηρατειών:

«Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου• ποιητού εν Kομμαγηνή• 595 μ.X.»

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα•
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Στον 19ο αι. η φιγούρα του γέρου περνά δημιουργικά και στο χώρο της ζωγραφικής με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους πίνακες του Φρανθίσκου Γκόγια:

(Dos viejos comiendo sopa, Jose de Goya ,1819–1823)

Στον πίνακα αυτό παρουσιάζονται δύο γέρικες και θλιμμένες φιγούρες να σκύβουν προς τα εμπρός μέσα σε μαύρο φόντο. Η πρώτη φιγούρα παραπέμπει σε γκριμάτσα καθώς απουσιάζουν τα δόντια ενώ η δεύτερη θυμίζει κρανίο.

(Dos viejos, Jose de Goya, 1819-1823)

Στον πίνακα Οι δύο γέροι πάλι δεσπόζουν δύο μορφές μπροστά σε μαύρο φόντο. Ο πρώτος ίσως είναι ο Κρόνος, ο θεός του Χρόνου ενώ η δεύτερη φιγούρα παραπέμπει σε μια αποκρουστική φιγούρα που προσπαθεί να εμφυσήσει κάτι στο αυτί του ηλικιωμένου άντρα.

H εξομολόγηση του καλλιτέχνη

https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=3&cad=rja&uact=8&ved=0ahUKEwirkt-e6dfQAhUHtxoKHX-xBwAQFgglMAI&url=http%3A%2F%2Fwww.poiein.gr%2Farchives%2F14145&usg=AFQjCNEuRMEX9Jz1BBaXFcyT07SLtsoSrg&sig2=pwM7SCVmWEg6gPJZPQuHVw

Εδώ ο ήρωας παραδίνεται στη μαγική σαγήνη του φθινοπωρινού απογεύματος. Αγαπημένη εποχή το φθινόπωρο για τον Μπωντλαίρ. Ξυπνά το νοσταλγικό, το ελαφρά πένθιμο και εφιαλτικό στοιχείο. Και άλλα ποιήματα του όπως το «Φθινοπωρινό» από τα Άνθη του Κακού και το «Φθινοπωρινό σονέτο» από τα απαγορευμένα ποιήματα της ίδιας συλλογής στρέφονται γύρω από το Φθινόπωρο. Το φθινόπωρο εμφανίζεται συχνά και στην ποίηση του Ουράνη, ποιητή της γενιάς του ‘ 20, ο οποίος επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την ποίηση του Μπωντλαίρ. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά: .

Δειλινά Φθινοπώρου

Στα δειλινά τα πένθιμα και φθινοπωρινά
όταν χτυπάει στα τζάμια τους θρηνητικά η βροχή
ενώ στην πόλη εσπερινούς βαρούν αργά οι καμπάνες
παίρνουν μια εξωτική οι κάμαρες ζωή…

Επιστρέφοντας στον Μπωντλαίρ βλέπουμε στο ποίημα αυτό συναισθήματα συγκίνησης να εισέρχονται στον ενδότερο κόσμο παλλόμενα σε ρυθμούς κατάθλιψης. Σε αντίθεση με τη μελαγχολία που υποκρύπει εσωτερική ισορροπία, η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται ως μια επώδυνη ψυχική κατάσταση, η οποία δημιουργεί στον ασθενή το αίσθημα της ματαιότητας και του ανέλπιστου της ζωής (Η βασική διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι το μελαγχολικό άτομο δεν παύει να είναι λειτουργικό εν αντιθέσει με το καταθλιπτικό). Στη συνέχεια, εκθειάζεται το απέραντο μεγαλείο της θάλασσας που φιλοξενεί το ηδυπαθές βλέμμα του υποκειμένου. Μοναξιά και θλίψη απορροφούμενες σε γαλάζιο καμβά, συμφύρονται δημιουργικά με το φευγαλέο της σκέψης. Κατ ‘ ανάλογο τρόπο στο ποίημα Ο άνθρωπος και η θάλασσα από τα Άνθη του Κακού προβάλλεται η αγάπη του ανθρώπου για τη θάλασσα:

O άνθρωπος και η θάλασσα

Πάντα τη θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θʼ αγαπάς!
Αυτή είναι ο καθρέπτης σου κοιτάζεις τους βυθούς σου
στο κύλισμα τʼ ατελείωτο του κύματος, κι ο νους σου
κλείνει κι αυτός την πίκρα της αβύσσου, της βαθιάς
Σʼ αρέσει να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζειʼ
να κλείσεις στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,
και της καρδιάς σου η τρικυμιά καμιά φορά ησυχάζει,
τον άγριο του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμό
Είστε κι οι δυο σκοτεινοί κι απόκρυφοιʼ κανείς,
ω άνθρωπε, δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σουʼ
κανείς δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,
τόσο με ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας εσείς!
Κι όμως, να που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,
ο ένας τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,
τόσο κι οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,
ω πολέμαρχοι αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!

ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Το δωμάτιο περιγράφεται μέσα από το πρίσμα του ονείρου και της πραγματικότητας. Έτσι, αρχικά το δωμάτιο συμφύρεται με ονειρικό παραλήρημα που πριμοδοτεί τη μελαγχολική διάθεση. Ο καμβάς αποτελείται από τα χρώματα του γαλαζίου, του λυκόφωτος και του ωχρού ροδίνου. Τα έπιπλα με υπνοβατική διάθεση χορεύουν και αυτά αγκαλιά με το όνειρο. Τα υφάσματα στέκουν σιωπηλά κι ανάλαφρη υγρασία τυλίγει τους τοίχους. Μυστηριακός τόνος και αινιγματική διάθεση οδηγούν τις σκέψεις σε μέθεξη και κατανυκτική ευλάβεια μέσα στη δίνη του ονείρου. Ο χρόνος εκμηδενίζεται και η Αιωνιότητα απλώνει το απέραντο πέπλο της. Κι όλα αυτά καταρρέουν σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα με την έλευση του κλητήρα. Τώρα οι χαρακτηρισμοί αλλάζουν, γίνονται βίαιοι και επιφορτισμένοι με αρνητικό συναίσθημα. Το ονειρικό δωμάτιο μετατρέπεται σε τρώγλη, τα αιωρούμενα έπιπλα επιφορτίζονται με δυσανεκτική σκόνη ενώ η υγρασία μετατρέπεται σε εμετική μούχλα. Ο χρόνος επιστρέφει από το ταξίδι στο όνειρο επιβάλλοντας το τυρρανικό καθεστώς των δευτερολέπτων του.
Λίγα χρόνια αργότερα το μοτίβο του δωματίου ενέπνευσε και το μεγάλο Ολλανδό ζωγράφο Vincent Van Gogh στον πίνακα του, Το Δωμάτιο. Το έργο αυτό δεν ισοδυναμεί με ένα ονειρικό δωμάτιο αλλά δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις ονείρου. Τα χρώματα του θυμίζουν τους τοίχους του ονειρικού δωματίου του Baudelaire βαμμένοι σε χρώμα μπλε ανοιχτό, τα πλακάκια κόκκινα, τα σεντόνια και οι μαξιλαροθήκες σε πράσινη ανοιχτή απόχρωση και οι καρέκλες σε κίτρινο χρώμα φρέσκου βουτύρου. Όλα τείνουν να δώσουν την εντύπωση εσωτερικότητας, ξεκούρασης και καλλιέργειας της φαντασίας.

Vincent Van Gogh, Το δωμάτιο, 1889.

Το μοτίβο του χρόνου
O χρόνος δομείται πάνω στην αντίθεση ονείρου και πραγματικότητας. Το όνειρο συμβαδίζει παράλληλα με την αιωνιότητα ενώ η πραγματικότητα με τους αβυσσαλέους χτύπους του ρολογιού. Η έννοια του χρόνου συχνά εμφανιζόμενη στην μπωντλαιρική ποίηση κατατρώγει τα σωθικά του ποιητή αργά και και βασανιστικά:

Le goût du néant (Fleurs du mal)

«Et le Temps m ‘engloutit minute par minute
Comme la neige immense un corps pris de roider»
«O χρόνος με καταπίνει στιγμή τη στιγμή
Όπως το απέραντο χιόνι, ένα ξυλιασμένο κορμί.»

Τα λεπτά σκεπάζουν τον άνθρωπο σαν νιφάδες. Στο spleen η αντίληψη του χρόνου είναι υπερφυσικά οξυμένη. Κάθε δευτερόλεπτο βρίσκει τη συνείδηση έτοιμη να ανακόψει το σοκ που επιφέρει . Ο χρόνος παίκτης που δεν δειλιάζει, λοιδορός γέρος, σκοτεινός δολοφόνος της ζωής και της Τέχνης είναι στον Μπωντλαίρ μια μορφή αλληγορική, ένας εχθρός ενάντια στον οποίο το παιχνίδι είναι άνισο :

«Ω πόνε! Πόνε! Ο καιρός τρώει τη ζωή, της λιώνει,
κι ο σκοτεινός αυτός Εχθρός που την καρδιά μασά,
απ’ όσο αίμα χάνουμε, ανθεί και δυναμώνει.»

Στο Μπωντλαίρ ο δείκτης των δευτερολέπτων, la Seconde εμφανίζεται ως παρτενέρ του παίκτη . Ας θυμηθούμε το «Ρολόι» από τα Άνθη του κακού:

«Souviens- toi que le Temps est un jouer avide
Qui gagne sans tricher, a tout coup! C’ est la loi.»
« Μην το ξεχνάς! Πώς ο Καιρός, παίχτης που δεν δειλιάζει
κερδάει σε κάθε χτύπημα δίχως ποτέ να κλέβει.»

Στα πεζά ποιήματα έχει αφιερωθεί ένα ποίημα στο χρόνο που φέρει τον τίτλο «Το ρολόγι». Εκεί, η ώρα παρουσιάζεται άπειρη χωρίς υποδιαιρέσεις λεπτών και δευτερολέπτων. Ο Χρόνος, ως ασύλληπτη μορφή, είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού που λέγεται ζωή ενώ ο καλλιτέχνης είναι μόνος σπρώχνοντας βασανιστικά το τροχό της μέρας και της νύχτας να περάσουν.
Το θέμα του χρόνου, σύμβολο υπενθύμισης της φθοράς του ανθρώπου αποτέλεσε ένα από τα πιο συχνά εμφανιζόμενα σύμβολα στη ζωγραφική. Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα απεικόνισης του χρόνου είναι Το μαύρο ρολόγι του Paul Cezanne. To έργο μεταιμπρεσσιονιστικής φύσης απεικονίζει ένα τραπέζι με διάφορα αντικείμενα ενώ παράλληλα δίπλα σ’ αυτά στέκει ένα ρολόι χωρίς άλλα στηρίγματα, υπογραμμίζοντας την αίσθηση του άχρονου αντικειμένου, αμετάβλητο ανά τους αιώνες.

Πωλ Σεζάν, To μαύρο ρολόγι, 1870.

Τη σκυτάλη λίγο αργότερα στον 20ο αι. διαδέχονται ο Ματίς, Έντουαρντ Μουνκ και Σαλβαντόρ Νταλί. Ο πρώτος αποτύπωσε το αίσθημα του χρόνου μέσα από το έργο του Το κόκκινο ρολόι, το οποίο απεικονίζει ένα μετέωρο ρολόι ανάμεσα στα αντικείμενα του ατελιέ. Ο Μουνκ στον πίνακα Ανάμεσα στο ρολόι και στο κρεβάτι απεικόνισε μια αντρική μορφή σχεδόν παγωμένη ανάμεσα σε ένα ρολόι χωρίς δείκτες και στο κρεβάτι.

Ε. Μουνκ, Ανάμεσα στο ρολόι και στο κρεβάτι, 1940

Όμως το έργο που έμεινε στην ιστορία του εικοστού αιώνα δεν είναι άλλο από το έργο Persistence of memory (H εμμονή της μνήμης) του Σαλβαντόρ Νταλί. Στον πίνακα αυτό απεικονίζονται εύπλαστα λιωμένα ρολόγια να κυλούν σε ένα τοπίο φανταστικό, προϊόν της σουρρεαλιστικής φύσης του έργου του Νταλί. Τα ρολόγια που λιώνουν θεωρήθηκαν ως συμβολισμός της ανυπαρξίας του χρόνου μέσα στα όνειρα και στο υποσυνείδητο. Όμως ο τίτλος του έργου, Η επιμονή της μνήμης παραπέμπει στο γεγονός πώς ο χρόνος έχει κολλήσει σε παλαιότερες αναμνήσεις. Δεν είναι βέβαια λίγοι αυτοί που υποστήριξαν πώς η επίθεση των μυρμηγκιών στον πίνακα απεικονίζει την ύπαρξη άγχους ενώ άλλοι έκαναν λόγο πώς αφομοιώνει τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Σ. Νταλί, Η επιμονή της μνήμης, 1931

Χίμαιρες

Όπως παρατηρεί ο Μπόρχες στο Βιβλίο των φανταστικών όντων η Χίμαιρα μνημονεύεται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα, στη ραψωδία Ζ. Παραθέτουμε:

«κι είχε λέοντα κεφαλή, ουρά δρακόφιδου και
μεσοκόρμι γίδας, και ξεπέταξε απ’ τα
ρουθούνια της φωτιές τρανές και φλόγες.»

Με το πέρασμα του χρόνου όπως αναφέρει ο Μπόρχες οι άνθρωποι βαρέθηκαν τη Χίμαιρα και τους ήταν βολικό να την μετατρέπουν σε κάτι άλλο γιʼαυτό με τον καιρό κατέληξε να σημαίνει κάτι το χιμαιρικό, ουτοπικό. Το εν λόγω δημιούργημα παρουσιαζόταν αποτυπωμένο σε νομίσματα, πινάκεια, αγγεία κατέχοντας παράλληλα θέση και στην αρχιτεκτονική των αρχαίων.
Στο ποίημα του Μπωντλαίρ, οι άνθρωποι παρουσιάζονται ως ουτοπιστές και ονειροπόλοι. Χαμένοι στη δίνη μιας φιοριτούρας και φανταστικής μέθης υιοθετούν το φανταστικό ως τρόπο σκέψης, ως ιδεολογική δεσπόζουσα τρόπου ζωής. Ανέπαφοι με την πραγματικότητα απτόμενοι μιας ονειρικής ατμόσφαιρας συγχρωτίζονται με υποκείμενα φερέφωνα της ίδιας της ουτοπίας πορευόμενα σε μια πομπή μπροστά από τον ποιητή. Η ευτυχία στην μπωντλαιρική ποίηση δεν είναι το χαμένο καλό της ζωής: είναι ο ίσκιος της ανέφικτος21. Έχοντας γύρω της ένα χορό φτερωτών χιμαιρών, η ψυχή του ποιητή εξόρμησε μαζί τους προς την κοιλάδα της ζωή, προς το φως της ημέρας, προς τον Ήλιο. Όμως με τη δύση του ηλίου ο ίδιος ήλπιζε μάταια πως τρέχοντας θα αρπάξει τα χρυσά νήματα των φευγαλέων ακτίνων 21 :

«Ας τρέξουμε προς τον ορίζοντα, βραδυάζει, ας τρέξουμε γρήγορα
για να πιάσουμε μια τουλάχιστο λοξή ακτίνα.»

Όμως ο κόπος είναι μάταιος. Η ψυχή συνθλίβεται νικημένη στο έρεβος:

«Μα κυνηγάω μάταια το θεό που φεύγει
η ακατανίκητη νύχτα εγκαθιστά την αυτοκρατορία της
μαύρη, υγρή, θανατερή και γιομάτη ρίγη…».

Ο ποιητής αρέσκεται στην θελκτική χιμαιρικότητα των πραγμάτων και και στην πονεμένη ηδονή του ζεῖν. Σαν μια ήπια εκδοχή του Μπετόβεν, θεωρεί τον Πόνο απαραίτητο στοιχείο της ζωής και μοχλό ξεδίπλωσης του οίστρου της Τέχνης. Την έννοια της Χίμαιρας προσδίδει και Ο Gerard de Nerval σε μια συλλογή ποιημάτων που τιτλοφορούνται χαρακτηριστικά Les Chimeres. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά:

El Desdichado

Je suis le ténébreux, le veuf, l’inconsolé,
Le prince d’Aquitaine à la tour abolie :
Ma seule étoile est morte, et mon luth constellé
Porte le soleil noir de la Mélancolie.

Είμαι ο ερεβώδης, ο χήρος, ο απαρηγόρητος ο πρίγκιπας της Ακουιτανίας, σε βασίλειο που έχει καταλυθεί Το μόνο μου αστέρι είναι πεθαμένο και το έναστρο λάουτο κάνει τον ήλιο μαύρο, της μελαγχολίας

G. Moreau, The Chimera, 1867

Οι χήρες

Η φιγούρα της χήρας, προσηνής μορφή για τον Μπωντλαίρ διακινεί για άλλη μια φορά τη στοχαστική σκέψη του ποιητή. Η ερεβώδης μορφή της αναδύεται στο πλήθος καταδικασμένη . Άγεται και φέρεται από αναμνήσεις , νοσταλγικές σκέψεις μέσα στην υποβλητική εικονοποιία που προστάζει η αίγλη του φθινοπώρου. Η μοναχική φτωχή χήρα προσπαθεί να εμποτίσει το ανιαρό παρόν της καταφεύγοντας σε ασχολίες που αναμοχλεύουν την σκουριασμένη σκέψη και περιδίνηση του παρελθόντος. Από την άλλη μεριά αναδύεται παράλληλα η μεγαλοπρεπής και σεβάσμια μορφή μιας άλλης χήρας, η οποία κουβαλάει δίπλα της ένα παιδί. Η αύρα που αποπνέεται από αυτές τις φιγούρες αρνητική. Ο πλούτος φαίνεται να εντρυφεί σε κενές αξίες, καλλιεργώντας τον εγωισμό, κατασκευάζοντας παράλληλα την ψυχοσύνθεση ατόμων χωρίς αισθήματα. Στο βιβλίο του Βurtom, Η ανατομία της μελαγχολιας στο τεμάχιο 4 αναφέρονται τα συμπτώματα της μελαγχολίας σε χήρες και παρθένες. Ο Burton, αντλώντας από το έργο του Μερκάδο και Κάστρο αποφαίνεται ότι η αιτία στην οποία οφείλεται το αίσθημα της μελαγχολίας είναι το διάφραγμα, η καρδιά και ο εγκέφαλος, όργανα δηλαδή που προσβάλλονται από το αίμα της περιόδου. Στις χήρες ο θάνατος φέρνει μεγάλη αναστάτωση και θλίψη, γιατί αλλάζει απότομα την τακτική πορεία ζωής τους. H μορφή της χήρας συνυφασμένη άρρηκτα με το φάσμα του θανάτου αποτέλεσε αναμφίβολα και αποτελεί θεματική σε πολλούς πίνακες ζωγραφικής. Παραθέτουμε ένα πίνακα χαρακτηριστικά:

Thomas Cuture, A Widow, 1840.

O καθρέπτης

Διατρέχοντας το εν συνόλω φάσμα της λογοτεχνίας, της ζωγραφικής και του κινηματογράφου θα διαπιστώσουμε τη δυναμική έμπνευσης που παρουσιάζει η έννοια του καθρέπτη, ως πεδίο συμβολικών τομών και διαστάσεων. Έτσι, μέσα από το είδωλο στον καθρέπτη διερευνήθηκε η μελέτη της εσωτερικότητας και ψυχοσύνθεσης του ατόμου.
Στο ποίημα Ο καθρέπτης έχουμε το καθρέπτισμα ενός αποκρουστικού άντρα. Ο ίδιος στηριζόμενος στην αρχή των ίσων δικαιωμάτων προσπαθεί να αντικρίσει την άσχημη φιγούρα του, ως επίρρωση της εφαρμογής της παραπάνω θέσης που υποστηρίζει. Αυτό σημαίνει πώς όπως όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να καθρεπτίζονται έτσι και αυτός είναι κάτοχος αυτής της δυνατότητας. Όμως, για εκείνον το συναίσθημα αυτό που βαίνει παράλληλα με αυτή την πράξη δεν άπτεται συνειδησιακών αποκρίσεων. Λειτουργώντας πρακτικά στα πλαίσια μιας αριστοτελικής λογικής, έλκεται και απωθείται συγχρόνως από το είδωλο. To άτομο στρέφοντας τον προσανατολισμό του από το περιχαρακωμένο «εγώ», μαθαίνοντας να συμφιλιώνεται με αυτό που τον απογοητεύει, τρομάζει και απομακρύνει. Η ματιά του προς τον γυάλινο κόσμο πριμοδοτεί την καλλιέργεια όχι του τέρψειν μα του ωφελεῖν. Την ίδια περίπου εποχή παρουσιάζεται στα ελληνικά δρώμενα και το ποίημα του Κ. Καβάφη που τιτλοφορείται ως «Ο καθρέπτης στην είσοδον».

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό•
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μʼ ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κʼ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κʼ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα•
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κʼ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

Εδώ ο φακός στρεφόμενος προς το διαθλόμενο αντικείμενο παρουσιάζει την αίσθηση που αποκομίζει ο ίδιος ο καθρέπτης από τα αλλεπάλληλα κοιτάγματα των υποκειμένων. Κάθε βλέμμα μεταπηδά αυτόματα στην παρακαταθήκη της αιωνιότητας διεισδύοντας στη συνείδηση του καθρέπτη ως αλησμόνητη στιγμή. Οι κινήσεις των ατόμων εντυπωμένες μία προς μία στο συνειδησιακό απόθεμα του καθρέπτη τροφοδοτούν την ψυχή του με αίσθημα πληρότητας και ατομικής ολοκλήρωσης. Στο φάσμα του χρόνου εκκινώντας από το ήρεμο καθρέφτισμα του Ναρκίσσου στα νερά (Caravaggio), το τρομακτικό κοίταγμα της Μέδουσας οδηγούμαστε στα φιλάρεσκα καθρεφτίσματα της Αφροδίτης και στα φευγαλέα κοιτάγματα γυναικών σε λιλιπούτεια καθρεφτάκια, σε βενετσιάνικους και βικτωριανούς καθρέφτες. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά:

John William Waterhouse, Mariana in the south, 1897

Ο τρελός και η Αφροδίτη

Το ποίημα ξεκινώντας μέσα σε ένα ευφορικό κλίμα, ευτοπίας θέτει τις κατάλληλες προϋποθέσεις περιγραφής μια άλλης Primavera τύπου Βotticelli. Εν συνεχεία όμως την αδήριτη αυτή ομορφιά της φύσης. έρχεται να επισκιάσει η φιγούρα ενός τρελού ανθρώπου. Κατεχόμενος φανερά από μελαγχολικά αισθήματα ανυπαρξίας ικετεύει τη θεά για την ευσπαλχνία της. Η στέρηση της θαλπωρής, της φιλίας και του έρωτα καλλιεργούν στα μύχια της ψυχής του την κενότητα και την ατέρμονη μοναξιά. Η ψυχή φυλακισμένη ψάχνει ευκαιρία να ξεγλιστρήσει στο άπειρο αγγίζοντας την Iδέα της Ομορφιάς, ως στυλοβάτη της Αιωνιότητας. Όμως, τα λόγια δεν αρκούν. Η Αφροδίτη στεκόμενη ανέπαφη δεν αφήνει περιθώρια για προσέγγιση. Η εικόνα της Αφροδίτης συνδεδεμένη με τα φαινόμενα της αγάπης, θανάτου, γονιμότητας, μαγείας χαρακτηρίζει μεγάλο τμήμα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Παράθυρα

Ανατρέποντας για άλλη μια φορά τα δεδομένα ο Μπωντλαίρ προτιμά το κλειστό παράθυρο που το φωτίζει ένα κερί. Δημιουργώντας μια εικονοποιία σε φωτισμούς Rembrandt υποστηρίζει ότι η μελαγχολική αυτή ατμοσφαίρα συντελεί ως κατάλληλη προϋπόθεση ρεμβασμού και πνευματικής ενατένισης. Το βλέμμα του εστιάζει σε μια παράταιρη ρυτιδωμένη και φτωχή ψυχή που διακρίνεται μέσα απ’ το παράθυρο. Έτσι μέσα σε πλαίσια φρεναπάτης δίνεται το έναυσμα να κατασκευάζει ο ίδιος το θρύλο της μορφής. Αυτό τον γοητεύει και συγκινεί παράλληλα. Τα χαρακτηριστικά που προσδίδει στη μορφή αντλούνται θα λέγαμε από τον ίδιο του τον εαυτό ζώντας έτσι τη ζωή του μέσα σε μια άλλη ζωή, προσδίδοντας ύπαρξη στην δική του ανυπαρξία. Ανάλογη εικονοποιία με το ποίημα παρουσιάζεται στο κείμενο Αυτοτιμωρούμενος του Γιάννη Μπεράτη στα 1935 για τον Μπωντλαίρ:

«Ο Κάρολος δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί…Το σκοτάδι μέσ’στο δωμάτιο ήταν βαθύτατο. Είχε καρφωμένα τα μάτια του στο παράθυρο. Πίσ’απ’το τζάμι διακρινόντουσαν δύο-τρία άστρα που τρεμοσβήνανε επίμονα, μόνιμα, ακούραστα… Έμενε με τα μάτια καρφωμένα στο τζάμι. Βλέπει πάντα τα άστρα. Μπορεί να τα κοιτάζει ώρες. Είναι παρηγορητικό. »

Άλλες φορές ένα απλό πρόσωπο της καθημερινότητας γίνεται στόχος της διεισδυτικής ματιάς του ποιητή μέσα από το παράθυρο. Στο ποίημα «ο κακός υαλοπώλης», ο μικροπωλητής αυτός μπαίνει στο στόχαστρο της καταστροφικής ματιάς του ποιητή. Η ανυπαρξία χρωματιστών γυαλιών στην πραμάτεια του πραγματευτή προδιαγράφει μοιραία τη συντριβή του από τον ποιητή. Το χρώμα προδιαθέτει τη ζωή και τις αξιώσεις αυτής. ΄Ετσι, ο ήρωας του ποιήματος προτιμά να του σπάσει τα γυαλιά του, σύμβολο φθοράς και τροχοπέδη εκπλήρωσης επαφής με το Ωραίο.
Σε αυτό το σημείο δεν θα μπορούσαμε παρά να μνημονεύσουμε το ποίημα Παράθυρα του Κ. Καβάφη:

Παράθυρα

Σʼ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Εκεί τα παράθυρα άρρηκτα συνδυασμένα με την έννοια του φωτός αναζητούνται από τον ποιητή προκειμένου να φωτίσει τα σκιερά σημεία της ζωής του. Όμως αυτό που εν τέλει αποφαίνεται είναι πώς το φως ίσως να είναι μια νέα τυραννία. Ίσως το νέο φως να κρύβει ένα δυσοίωνο μέλλον, με προβλήματα και ατέρμονα αδιέξοδα.

Τα δώρα της σελήνης

Στο ποίημα αυτό ξεπροβάλλει η επιβλητική θωριά της Σελήνης πλημμυρίζοντας το δωμάτιο άπλετο φως, σαν μια φωσφορική ατμόσφαιρα, σαν ένα λαμπερό δηλητήριο. H ίδια παρασφρύοντας στο χώρο, αιωρείται πάνω από το κρεβάτι ενός κοριτσιού κληροδοτώντας του το πράσινο χρώμα των ματιών και τη χλωμότητα του προσώπου, μετατρέποντας την σαν μια άλλη ρομαντική ηρωίδα. Η αγάπη για τα σύννεφα, τη θάλασσα, τη νύχτα επιζητά να γίνουν και δική της αγάπη. Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου το κορίτσι θα καταφέρει να γίνει το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, των νυχτερινών παραισθήσεων κάθε άντρα. Το μοτίβο της προσωποποιημένης Σελήνης εμφανίζεται και στα Άνθη του Κακού:

ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Νωθρότερα κι από νωθρά η σελήνη ανθεί στη ρέμβη
απόψε· είνʼ καλλονή σε κλίνη τρυφηλή, και φίλη
των ηδονών, και χέρι αμέριμνο λες θα παρέμβει,
του στήθους της, πριν κοιμηθεί, να ψαύσει την καμπύλη.

Σε σατινένιο ανάκλιντρο, σε πουπουλένια νέφη,
θα πέσει· και θα σβήσει απʼ τη λιγοθυμιά, σαν σκύψει
να δει, καθώς το βλέμμα της σε φάσματα θα γνέφει
λευκά, που ανθώντας θα πετούν στα βαθυκύανα ύψη.
Και μες στην άπραγή της χαύνωση αν στη γης αφήσει
ποτέ χρυσό το κλάμα της λαθραία να κυλήσει,
καλός ο ποιητής, εχθρός του ύπνου, τα καράτια

από τʼ ωχρό της δάκρυ στην καρδιά του θε να βάλει
σαν νά ʼναι ανταύγειες ιριδίζουσες, ατόφυο οπάλι,
που επιθυμεί από του ήλιου να τις σώσει τʼ άγρια μάτια.

Αυτή τη φορά η Σελήνη είναι αυτή που κοιμάται στις αγκάλες του Μορφέα χαμένη στη δίνη των ονείρων της. Το χλωμό δάκρυ μετατιθέμενο στην παλάμη του ποιητή, συντήκεται σε πνευματική δημιουργία. Με ανάλογα χρώματα προβάλλεται η σελήνη στο ποίημα του Σέλλευ, «Η Σελήνη». Χλωμή με φθισική όψη, λευκή ως νεκρικήν σιντόνην που θα έλεγε ο Παράσχος, στέκει σύμβολο μυστηρίου και θανάτου:

Σέλλευ:
Και σαν χλωμή κι αδύνατη γυναίκα οπού πεθαίνει,
οπού τρεκλίζει βγαίνοντας από την κάμαρά της,
και τυλιγμένη τη λεπτή κι αέρινή της γάζα
πάει όπου θέλει τʼ άρρωστο το παραλήρημά της,
το ίδιο απʼ την ανατολή μακριά τη βουρκωμένη
αργά η σελήνη σα λευκή κι άμορφη εβγήκε μάζα.
μτφρ. Λάμπρος Πορφύρας
(1879-1932)

Στο «επιθυμία για περιγραφή» η ίδια η αγαπημένη δεν παρομοιάζεται με ένα λευκό φεγγάρι αλλά με ένα μεθυστικό και ανυπόταχτο φεγγάρι. Φέροντας την ετερόφωτη λάμψη του φεγγαριού, διαποτίζει το βλέμμα της με απειλητικότητα και αδιόρατη αίγλη ενώ το χαμόγελο της αναμοχλεύει τον επιθανάτιο Πόθο. Στο βιβλίο του R. Burton, H ανατομία της μελαγχολίας διαβάζουμε πώς άστρα αποτελούν μία από τις βασικές αιτίες μελαγχολίας. Έτσι, ο Παράκελσος ενοχοποιεί τα άστρα, καθώς σύμφωνα με εκείνον μία και μόνο συναστρία αρκεί για να μελαγχολήσεις24 . Έτσι λοιπόν, το φεγγάρι δημιουργεί άτομα σεληνιασμένα, που χάνουν τα μυαλά τους με μια μόνο κίνηση του. Αναφέρεται επίσης χαρακτηριστικά ότι η σύνοδος Κρόνου – Σελήνης στο σκορπιό προκαλεί την πιο επώδυνη μελαγχολία. Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η εν γένει θέση των πλανητών κατά τη γέννηση δρα καθοριστικά για την ύπαρξη ή μη ύπαρξης μελαγχολίας στη μελλοντική ζωή του παιδιού.

Στη μία η ώρα το πρωί, Η Μοναξιά

Φίλη αγαπητή και ευπρόσδεκτη η μοναξιά, αρωγός σε κάθε δυσανεξία του ποιητή εξαλείφει το νου του από κάθε τυραννία της ανθρώπινης όψης. Ο ίδιος ζητωκραυγάζοντας δυνατά «επιτέλους μόνος» απορροφάται στα άδυτα της σιωπής νιώθοντας ανείπωτη ηδονή λόγω του ρεμβασμού στα σκοτάδια του δωματίου. Εξυμνεί τη μοναξιά ενώ παράλληλα δίνει υπόσταση στην ανιαρή πραγματικότητα μέσα από την ενδελεχή περιγραφή της. Λογομαχίες, χειραψίες, αισχρές πράξεις και αδικήματα συγκροτούν το πλαίσιο μιας αναπόφευκτης κατάστασης. Η δυσαρέσκεια εκμαιεύεται από την τραυματισμένη ψυχή ζητώντας το φάρμακο της μέσα από την παραγωγή ωραίων στίχων, ως απόδειξη της μη κατωτερότητας του ίδιου. Ανάλογος έπαινος συντελείται και στο πεζό ποίημα «Η Μοναξιά». Εκεί η Μοναξιά καταδυναστεύεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ως αποκύημα μιας δαιμονικής ύπαρξης στο υποσυνείδητο των ανθρώπων. Πρόκειται για μια παραλλαγή θα λέγαμε της ρήσης του Σενέκα πώς ο άνθρωπος που είναι μόνος είναι θεός ή δαίμονας. Αντίθετα, ο Λαμπρυγιέρ υποστηρίζει πώς η ανυπαρξία της μοναξιάς αποτελεί μεγάλη δυστυχία ενώ ο Πασκάλ υποστηρίζει ότι η δυστυχία μας πηγάζει από το γεγονός πώς δεν έχουμε μάθει να είμαστε στο δωμάτιο μόνοι μας. Επιπλέον, στο βιβλίο του Burton, η Ανατομία της Μελαγχολίας αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η ηθελημένη μοναξιά είναι γνώριμη της μελαγχολίας κι ότι αθόρυβα σε παρασύρει σαν σειρήνα, σαν κοκαλάκι μαγικό και σαν τη Σφίγγα στη αγκαλιά της. Ίσως όμως αυτή η εξύμνηση της απόλυτης μοναξιάς να μην επαφίεται απόλυτα στην ιδεολογία του. Στο Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη σημειώνει ότι «αιώνιο πεπρωμένο η μοναξιά» ενώ λίγο μετά προσθέτει «εντονότατη επιθυμίας τς ζωής και της ηδονής».

Πρόσκληση σε ταξίδι

Το ταξίδι στον Μπωντλαίρ πάντοτε μας προσκαλεί σε ένα ταξίδι φαντασίας σε τόπο ουτοπικό και χρόνο απροσδιόριστο. Ένα ταξίδι χιμαιρικό, ως φάρμακο αναλγητικό για το μελαγχολικό παρόν. Έτσι και εδώ, ο ποιητής μας παρουσιάζει μια χώρα παράξενη, μια γη της επαγγελίας που σε καλεί να αφομοιωθείς στην αίγλη της μαγικής ουτοπίας νιώθοντας την στιλπνότητά της. Ογκώδη έπιπλα, ασύμμετρης τεχνοτροπίας διακοσμούνται με κλειδαριές και μυστικά σαν μια ευαίσθητη και σθεναρή ψυχή. Έπειτα, το εμβριθές βλέμμα στρέφεται σε καθρέφτες, μέταλλα και υφάσματα που συνταιριάζονται αρμονικά με την αινιγματική φύση του χώρου. Η χώρα αυτή είναι για τον ποιητή ανώτερη από την πραγματικότητα κατ’ αναλογίαν της ανωτερότητας της τέχνης έναντι της φύσης. Έτσι, σαν ένας άλλος Καβάφης που προτιμούσε τα τεχνητά άνθη, στρέφεται σε έναν κόσμο φενάκης, σε έναν κόσμο που πριμοδοτεί το όνειρο και εξοβελίζει την πραγματικότητα. Στο τέλος γίνεται μια προσφώνηση προς ένα «εσύ», το οποίο μάλλον αντιστοιχεί στην Μ. Daubrum, από την οποία πηγάζουν οι σκέψεις, οδηγούμενες ύστερα στο Άπειρο και μετά πάλι σε εκείνη. Σε ανάλογους τόνους κυμαίνεται και το ομότιτλο ποίημα από τα Άνθη του Κακού. Εδώ το κίνητρο γι’ αυτό το ταξίδι είναι η βίωση μιας αληθινής και ελεύθερης αγάπης. Τα έπιπλα όπως και στο πεζό ποίημα κατέχουν πρωτεύουσα θέση. Αστραφτερά και στιλπνά έπιπλα σε συνδυασμό με βαθιούς καθρέπτες συνθέτουν τη χωροταξική μαγεία του τοπίου. Οι αρετές της ευτοπίας αυτής: η χλιδή, η γαλήνη και η ηδονή. Η γαλήνη λοιπόν σε πλαίσια νεκρικής σιωπής αγκαλιάζει τα καράβια ενώ το φως το ζεστό περιχύνεται στις ψυχές των ανθρώπων.

Τo παιχνίδι του φτωχού

Με άκρως θα λέγαμε ρεαλιστική προοπτική αποδίδεται η διάσταση μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Από τη μία λοιπόν έχουμε ένα ανέμελο παιδί που παίζει μέσα στην χλιδή και από την άλλη ένα φτωχό και βρώμικο παιδί που παίζει μένα ζωντανό ποντικό. Η καταληκτική φράση του κειμένου είναι «και τα δύο παιδιά γελούσαν μαζί, αδελφικά με δόντια εξίσου λευκά» μας αποδεικνύει πώς η διαφορετικότητα των δύο παιδιών είναι επιφανειακή και επιστεγάζεται στην υπόκρυφη ομοιότητα των βιολογικών όρων. Στο ποίημα «Τα μάτια των φτωχών» η διάσταση της φτώχειας έγκειται σε επίπεδο υλικό και ψυχικό. Έτσι λοιπόν, ο φακός φωτίζει τους ρακένδυτους ανθρώπους αντιπαραβάλλοντας τους με την ξεγυμνωμένη καρδιά της αγαπημένης. Οι φτωχοί πληγώνουν την αισθητική της, καλλιεργώντας της το φοβερό αίσθημα της απέχθειας. Έτσι, ο αγαπημένος της αντιλαμβάνεται το χάσμα που οριοθετείται στις σκέψεις τους, το οποίο η αγάπη τους δεν είναι ικανή να γεφυρώσει. To ποίημα «Ας δέρνουμε τους φτωχούς» κινείται σε παραλογικούς και παράξενους ρυθμούς. Έτσι, όταν μία φωνή ψιθυρίζει στον ήρωα ότι άξιος της ελευθερίας είναι μόνον εκείνος που ξέρει να την κατακτάει, εκείνος πέφτει μετά μανίας, βολοδέρνοντας τον άμοιρο ζητιάνο. Όμως στη συνέχεια ο γέρος ζητιάνος ανταποδίδει στο έπακρον τα χτυπήματα που δέχεται . Τα συμπεράσματα στο οποίο καταλήγει είναι πώς και οι δύο είναι ισάξιοι μέτοχοι της ελευθερίας. Η κοινωνική θέση και το χρήμα είναι μια παραχάραξη της πραγματικής αλήθειας για την ισότητα των ατόμων.

Το λυκόφως

Γλυκό και απαλό αγκαλιάζει την μελαγχολική ψυχή στολίζοντας την με το επίχρισμα φαντασίας και διαφυγής από το προδιαγεγραμμένο παρόν. Για πολλούς το λυκόφως συνδέεται με την τρέλα την λησμοσύνη και τη δηκτικότητα, για τον αφηγητή όμως σημαίνει εσωτερική γιορτή και αγαλλίαση. Πυροδοτεί το αίσθημα της ελευθερίας και ψυχικής ανάτασης σε ορίζοντες αλλοτινούς, χαμένους και κερδισμένους ταυτόχρονα, προσιτούς μα και απρόσιτους. Στα Άνθη του Κακού αφιερώνονται δύο ποιήματα για το λυκόφως. Στο Λυκόφως του δειλινού η εμφάνιση του λυκόφωτος σηματοδοτεί την αρχή της έκλυτης και παράνομης ζωής. Έτσι, ξεπροβάλλουν η πορνεία, η χαρτοπαιξία και οι κλέφτες, φιγούρες θα λέγαμε γνώριμες στην μπωντλαιρική ποίηση. Το λυκόφως δρα σαν μια μεταποιητική δύναμη, διαστρεβλωτική μα ποθητή συνάμα.

Ε π ί λ ο γ ο ς

Σε αυτό το σημείο θα τεθούν τα τελευταία επιλογικά λόγια, μνεία για το μεγάλο Γάλλο ποιητή. Έγινε η προσπάθεια ώστε μέσα από την επιλεκτική παρουσίαση αυτή ποιημάτων να δοθεί το στίγμα της μπωντλαιρικής ποίησης, δίνοντας ώθηση στον αναγνώστη για μια εκ βαθέων προσέγγιση των ποιημάτων. Έπειτα, από την ενδελεχή μελέτη των μπωντλαιρικών ποιημάτων το συμπέρασμα, στο οποίο ανάγομαι είναι πώς ο Ποιητής αυτός εξέτασε το κάθε πράγμα υπερτονίζοντας το ανοίκειο και αφύσικο, ως κράμα ανίας και πλήξης μέσα στην παράνοια των παρισινών δρόμων. Εάν δεν νιώσεις μέσα σου αυτό το αίσθημα της μεταρσίωσης που προβάλλει το Ύψος της μπωντλαιρικής ποίησης δεν έχεις νοήσει το βάθος του έργου μα φευγαλέες όψεις αυτού. Και στο ερώτημα τί ήθελε εν τέλει να μας πει ο ποιητής, η απάντηση είναι πώς ήθελε να μας πει πολλά και με πολλούς τρόπους. Απλά κάθε φορά άλλαζε το υποκείμενο και η ενέργεια στο ίδιο πάντα φόντο. Ένα φόντο που δεν ήταν ούτε μαύρο ούτε άσπρο, αλλά κοντά σε γκρι νεφελώματα που αραιώνουν και πυκνώνουν μέχρι να ενωθούν τα ψυχικά θραύσματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

. Βλ. αναλυτικότερα Χρύσανθος Χρήστου, H ευρωπαϊκή ζωγραφική του 19ου αι, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1990.
. Lilian Furst, Ρομαντισμός, Αθήνα: Ερμής, 1974, σ. 22.
. Lilian Furst, Ρομαντισμός, Αθήνα: Ερμής, 1974, σ. 23.
Για τις πολιτικές και κοινωνικές μορφές του ρομαντισμού βλ. Lowy, M – R. Sayre, Εξέγερση και Μελαγχολία: Ο Ρομαντισμός στους Αντίποδες της Νεοτερικότητας, Αθήνα:Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1999.
Isaiah Berlin, Οι ρίζες του Ρομαντισμού,Αθήνα: Scripta, 2000, σ. 28.
Για την ιστορική διαδρομή που ακολουθεί η έννοια της μελαγχολίας βλ. Burton Robert, Η ανατομία της μελαγχολίας,, Αθήνα: Ηριδανός, 2002.
. Michel Foulcault, Η ιστορία της τρέλας, Αθήνα, Ηριδανός, 1975.
Julia Kristeva, Μαύρος ήλιος, Αθήνα: Καστανιώτης,2000.
Charles, Baudelaire, Salon de 1846, Oxford: Clarendon Press, 1975.
Benjiamin Walter, Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, Αθήνα: Αλεξάνδρεια (δεύτερη έκδοση), 2002, σελ 161.
Ανιέ Βερλέ, Spleen και εκκοσμικευμένη ματαιότητα, Διαβάζω, Αθήνα, 2004, σελ 79-80.
. Pierre Morea, «La tradition francaise du poème en prose avant Baudelaire» , Archives des lettres modernes, No. 19- 20, Janv- Fev, 1959.
. Κάρολος Μπωντλαίρ, Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη, Αθήνα: Δωδώνη,1977, σ. 75
. Martin Travers, Eισαγωγή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2005, σ. 60
. Benjamin Walter, Ένας λυρικός στην εποχή του καπιταλισμού, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002, σ. 202.
Charles Baudelaire, Τα άνθη του κακού, Αθήνα: Γκοβόστης.1992.
. Για τον Γκόγια βλ. Χρύσανθος Χρήστου, H ευρωπαϊκή ζωγραφική του 19ου αι., Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1990.
Γ. Σημηριώτης, Τα απαγορευμένα καταδικασμένα ποιήματα από τα Άνθη του Κακού, Αθήνα: Δαμιανός, 2013.
Β. Πολυχρονόπουλος, To ποιητικό έργο του Κώστα Ουράνη, Διατριβή, Ιωάννινα: 2005.
Για τον V. Gogh βλ Χρύσανθος Χρήστου, H ευρωπαϊκή ζωγραφική του 19ου αι, Θεσσαλονίκη: Bάνιας, 1990
Benjamin Walter, Ένας λυρικός στην εποχή του καπιταλισμού, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2002, σ. 156.
Ανιέ Βερλέ, Spleen και εκκοσμικευμένη ματαιότητα, Διαβάζω, Αθήνα, 2004, σ. 80- 81.
Benjamin Walter, Ένας λυρικός στην εποχή του καπιταλισμού, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2002, σ. 155.
Για τον ιμπρεσσιονισμό βλ. Χρύσανθος Χρήστου, H ευρωπαϊκή ζωγραφική του 19ου αι, εκδ. Βάνιας Θεσσαλονίκη, 1990.
Μπόρχες Χόρχε Λουίς, Το βιβλίο των φανταστικών όντων (μετ. Γιώργος Βεής), Libro, Αθήνα, 2005.
Robert Burton, Η ανατομία της μελαγχολίας, Ηριδανός, Αθήνα, 2002, σ. 606.
Γ. Μπεράτης, Αυτοτιμωρούμενος, ο Κάρολος Μπωντλαίρως τα τριάντα, Αθήνα: Γκοβόστης, 1945

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Ανιέ Βερλέ, Spleen και εκκοσμικευμένη ματαιότητα, Διαβάζω, Αθήνα, 2004.

RobertBurton, Η ανατομία της μελαγχολίας,Αθήνα:Ηριδανός 2002.

Lilian Furst, Ρομαντισμός, Αθήνα: Ερμής, 1974

Lowy, M – R. Sayre, Εξέγερση και Μελαγχολία: Ο Ρομαντισμός στους Αντίποδες της Νεοτερικότητας, Αθήνα:Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1999.

Isaiah Berlin, Οι ρίζες του Ρομαντισμού,Αθήνα: Scripta, 2000.

Michel Foulcault, Η ιστορία της τρέλας, Αθήνα: Ηριδανός, 1975.

Julia Kristeva, Μαύρος ήλιος, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2000.

Β. Πολυχρονόπουλος, To ποιητικό έργο του Κώστα Ουράνη, Διατριβή, Ιωάννινα: 2005.

Σαρλ Μπωντλαίρ, Η μελαγχολία του Παρισιού, Αθήνα: Ηριδανός, 1985.
Σαρλ Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, Αθήνα: Γκοβόστη, 1990.

Σαρλ Μπωντλαίρ, Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη,Αθήνα: Δωδώνη, 1977.

Γ. Σημηριώτης, Τα απαγορευμένα καταδικασμένα ποιήματα από τα Άνθη του Κακού, Αθήνα: Δαμιανός, 2013.

Χρύσανθος Χρήστου, H ευρωπαϊκή ζωγραφική του 19ου αι, εκδ. Βάνιας Θεσσαλονίκη, 1990.

Martin Travers, Eισαγωγή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2005

Benjamin Walter, Ένας λυρικός στην εποχή του καπιταλισμού,Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002.

Μπόρχες Χόρχε Λουίς, Το βιβλίο των φανταστικών όντων (μετ. Γιώργος Βεής),Αθήνα: Libro, 2005