`

Απ’ τη “Μήδεια” του Ευριπίδη που ανέβηκε το 1992 σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά, μετάφραση Γιώργου Χειμωνά και μουσική Σταμάτη Κραουνάκη, ερμηνεία: Ελένη Βιτάλη.

`
ΑΞΙΟ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΟ ΓΕΝΟΣ
Προς τα πίσω γυρνάν
Στις πηγές οι ιεροί ποταμοί
Το δίκαιο κι ο κόσμος
Ξαναγεννιούνται απ’ την αρχή
Τελειώνει η βασιλεία των ανδρών
Αλλάζει ο λόγος των Θεών
Ο έπαινός τους τη γυναίκα δοξάζει
Ο αιώνας της γυναίκας χαράζει
Τον βίο τους, το κλέος στεφανώνει
Ωδή εξαίσια τη φήμη τους απλώνει
Πέθανε η μούσα των παλιών πηγών
Κι ο Φοίβος ο αρχηγός των τραγουδιών
Την ψυχή μου μ’ αρμονία γεμίζει
Την πρώτη γυναίκα ποιήτρια βαφτίζει
Δεν υπάρχει της γυναίκα αντάξιος
Ερωμένος
Άξιο άξιο άξιο
Των γυναικών των γένος

Εσύ, ω εσύ, από την αγκαλιά του πατέρα βαλμένη
Να κατοικήσεις έρχεσαι
Σ’αυτή τη γη την ξένη
Σου πήραν τον άνδρα
Και σε διώχνουν να φύγεις
Άτιμο άθλιο τέλος
Της χαράς σου της λίγης
Η χάρις των όρκων εδιάβηκε σβήστηκε
Κι οι τρόποι των Ελλήνων
Στα ουράνια σκορπίστηκε
Δεν έχεις πια το σπίτι του πατέρα
Για να σε περιμένει
Αβοήθητη η ψυχή σου
Κι οξύς πόνος τη βαθαίνει
Στη κλίνη σου γυναίκα
Ισχυρότερη πλαγιάζει
Τα σπίτια σου άλλος έρωτας
Κραταιός εξουσιάζει
Δεν υπάρχει δεν υπάρχει
Για τη γυναίκα άξιος ερωμένος
Τιμή στων γυναικών το γένος
Τιμή

`
*
ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΕΓΑ ΚΑΚΟ

του έρωτα μέγα κακό
σπαράζεις τους ανθρώπους
Με ματωμένους κόπους
αυτοί που αγάπησαν ξεχνούν
Με ματωμένους κόπους
αυτοί που αγάπησαν πενθούν
για όλη τους τη ζωή

Αχ Δέσποινά μου παρακαλώ
το βέλος σου που είναι χρυσό
– λυπήσου με και ποτέ
μη μου σημαδέψει την ψυχή
Με τη βαμμένη την αιχμή
στον πόθο βαφτισμένη
Ας είναι ευλογημένη
η σωφροσύνη των θεών
– που με κρατεί
αυτόν που αγαπώ μην τον πληγώσω
Ω εσύ ξόρκι των ερώτων των κρυφών
από στάχτη παρθένων εραστών
φύλαγέ με, ποτέ έρωτα μη νιώσω

Το ξέρω καλά μη μου το λες σε είδα
δεν έχεις πόλη ούτε πατρίδα
– δεν έχεις φίλο για να γιάνει
στην δυστυχία σου να σκύψει με φροντίδα

Κι αν η Κατάρα πιάνει –
τέτοιο κακό να πάθει
όποιος στο πλάι μου μ’ αγάπη δεν εστάθη
`
*
ΧΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Τέκνα των μάκαρων Θεών
Και γένος παλιό του Ερεχθέα ευτυχισμένο
Από την απόρθητη αυτή γη
Ελεύθερα εσείς
Γεύεσθε καρπό ευλογημένο
Λαμπροί εκατεβήκατε από τον ουρανό
Στον τόπο αυτό
Που εννιά μούσες
Με άγαμη γέννα εγέννησαν
Την όμορφη αρμονία
Κι απʼ το ξανθό κεφάλι της
Άστραψε άστραψε φως
Χρυσό

Η πόλη καθαρή των ιερών των ποταμών
Εσένα πώς θα σε δεχτεί
Ανάξια μάνα, φόνισσα παιδιών;
Τα παιδιά σου ματωμένα
Δες τα μπροστά σου ματωμένα
Δε θα το μπορέσεις
Δε θʼαντέξεις
Με το αίμα τους τα χέρια σου να βρέξεις
Το κλάμα τους, το παράπονό τους
Δε θα το αντέξεις
`
*
ΣΙΩΠΗ

Με ανέλπιστα και φοβερά πράγματα
Οι Θεοί υφαίνουν τη ζωή μας

Εκείνα που ήταν να γίνουν
Δεν έγιναν ποτέ
Κι αυτά που γίνονται
Δεν ήταν να γίνουν
Σιωπή
Σιωπή

`
******************************************************

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΟΔΟΣ
ΜΑΚΑΡΙ ΠΟΤΕ
ΑΚΟΥΣΑ ΦΩΝΗ
ΙΑΧΕΣ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΟΙ ΣΤΕΝΑΓΜΟΙ
ΑΞΙΟ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΡΕΩΝ-ΟΡΧΗΣΤΡΑ
ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΕΓΑ ΚΑΚΟ
ΧΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
ΧΑΘΗΚΑΝ ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ
ΣΙΩΠΗ
`
*******************************************************

`

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗν ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ «ΜΗΔΕΙΑ» του Γιώργου Χειμωνά, εκδ. Καστανιώτη, 1990.
`
(…) Αλλά πώς η τραγωδία καταφέρνει να πλησιάσει αυτή την οχυρωμένη συγκίνηση, που μονάχα η μουσική απʼ όλες τις τέχνες (με άλλους τρόπους, πιο άμεσους – από άλλες οδούς, πολύ πιο σύντομες) έχει την ευκολία να διαταράξει; Χάρη στο καίριο, πιστεύω, όργανό της – αυτό το Πένθος που είπα.

Το πένθος είναι η δεύτερη πρώτη ύλη, που περιβάλλει το δράμα και επενδύει τους ήρωές του. Κάτι πολύ περισσότερο: υπάρχει διάχυτος, αλλά ανεπαίσθητος στην ατμόσφαιρα ένας έρως του πένθους. (Είναι αυτονόητο ότι το πένθος για το οποίο μιλώ, είναι ένα είδος οντολογικής θλίψης, έχει μια μακρινή σχέση με το κανονικό πένθος που δικαιολογημένα καταπονεί τον ήρωα από έναν θάνατο ή μια ταπείνωση και δεν πρέπει να συγχέεται μαζί του.) Παρακολουθώντας από πολύ κοντά τον ήρωα, τον νιώθεις να αντιστέκεται, να αρνείται να παραιτηθεί – όχι ασφαλώς από την μεγάλη πράξη για την οποία είναι κλητός, αλλά από το άλγος: Είναι ένας εραστής του πένθους. Αντιλαμβάνεσαι ότι το πένθος του έχει αρχίσει πολύ πριν συμβούν τα άδικα, τα αποτρόπαια γεγονότα που τον ανέδειξαν ως ένα ανελέητο όργανο (και, ταυτόχρονα, σπαραχτικά ευπαθές θύμα) μιας δικαιοσύνης. Πείθεσαι, ότι παράλληλα με το αδιάλλακτο κίνητρο της συλλογικής ηθικής συνείδησης που υποβάλλει και νομιμοποιεί τις αδυσώπητες αποφάσεις του, λειτουργεί και μια παράδοξη εμμονή τους προς ένα πένθος – ωσάν η μοίρα του να ήταν από την αρχή της πένθιμη, και από αυτήν όχι μονάχα δεν μπορεί να διαφύγει, αλλά και χωρίς αυτήν χωρίς αυτό το πένθος της, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, δηλαδή να δράσει. Το πένθος είναι η μοναδική όσο και φυσική κατάστασή του. Παραπάνω: το πένθος παράγει και συνεχώς μεγεθύνει την απάνθρωπη τόλμη του. Ακόμα παραπάνω: ηδονίζεται από το πένθος.

Αυτός ο αδιόρατος βαθύς έρωτας του πένθους μοιάζει να μεταγγίζεται και στα άλλα πρόσωπα του δράματος. όλοι κινούνται, με επικεφαλής τον ήρωα, αδιαμαρτύρητα, πειθήνια, μέσα στη θολή μνήμη μιας ανεπανόρθωτης (και εξάλλου αναπότρεπτης κάποτε) Πτώσης: αυτό πρέπει να είναι το τετελεσμένο που εννοούσα πριν – η βάνασυη απόσπαση του ατομικού όντος από το κοινό είναι, δηλαδή η γέννηση του θανάτου. Και από αυτό το τετελεσμένο εφύτρωσε η συγκίνηση και πήρε την πρώτη της, την πιο καθαρόαιμη μορφή που είναι ένα πένθος. Έκτοτε, ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. Και ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι ηδονικό.

Ώστε το τραγικό κατάγεται από προϊστορικές στην πνευματική διαδρομή του ανθρώπου – από προπατορικές απώλειες και καταδίκες της ύπαρξής του. Και αυτά τα προπατορικά στίγματα δεν έχουν γεννήσει την Ενοχή μας, όπως πιστέψαμε, αλλά μας έχουν εσαεί σφραγίσει με το Πένθος. (….)