1.

Άφησα τη Λήδα να κοιμάται στο ξενοδοχείο πτώμα απʼ το ταξίδι και βγήκα. Πήρα το λεωφορείο εξήντα τέσσερα για να κατέβω στο κέντρο. Μέσα στο αφόρητο στρίμωγμα, ήμουν κολλημένος πάνω σε μια υπέργηρη ξανθιά Ιταλίδα που μονολογούσε. Πίσω μου, μια σκουρόχρωμη γυναίκα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδί με επίδεσμο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Με χαλασμένο το μετρό, τα λεωφορεία του κέντρου ασφυκτιούσαν. Η βρώμα των άπλυτων μεταναστών ανυπόφορη. Μούσκεμα στον ιδρώτα απʼ την αποφορά και για να μη λιποθυμήσω απʼ την ασφυξία, κατέβηκα μερικές στάσεις νωρίτερα. Είκοσι δύο χρόνια μετά, η Βιττόριο Εμανουέλε δεν είχε αλλάξει. Μονάχα κάποια υποκαταστήματα επώνυμων αλυσίδων, αποδείκνυαν ότι δεν βρισκόμουν στο παρελθόν, κατορθώνοντας να σπάσω τα δεσμά του χρόνου. Περπάτησα με τα πόδια από την πιάτσα Ναβόνα προς την πιάτσα Σπάνια. Η νύχτα ήταν παγερή και η Ρώμη χριστουγεννιάτικα στολισμένη.
Ήταν ιδέα της Λήδας αυτό το ταξίδι. Ήθελε να αναθερμάνουμε, ανανεώσουμε, αναζωογονήσουμε ή δεν ξέρω ʼγω τι άλλο, τη σχέση μας. Μετά από είκοσι χρόνια γάμου και καθημερινή ρουτίνα και δυο παιδιά, τι θα μπορούσε να αλλάξει; Μπαίνουν τα κρύα κάστανα στη φωτιά; Πραγματικά αναρωτιόμουν και μάλιστα, χωρίς να καταλαβαίνω. Δεν ήθελα, όμως, να της χαλάσω χατίρι, άσε που χρειαζόμουν κι ένα διάλειμμα απʼ τη δουλειά.
– Έχουμε μια καλή ζωή Λήδα, της έλεγα διαρκώς.
Αυτό το πίστευα και το πιστεύω. Δεν είμαστε μες στην τρελή χαρά, αλλά ζούμε χωρίς πάθη, χωρίς εντάσεις, μια ζωή ήρεμη. Τίποτα δεν μας λείπει.
Επέμενε να κάνουμε αυτό το ταξίδι στη Ρώμη, να ξαναέρθω σʼ επαφή με νιάτα, όνειρα και στόχους. Να πιάσω το νήμα απʼ την αρχή, το νήμα που μʼ οδήγησε σʼ εκείνη. Η κρίση των πενήντα δεν είναι για τις γυναίκες ό,τι για τους άντρες, είναι αλλιώτικη. Γυρίζουν ολοένα πίσω, τότε που ήταν νέες και ωραίες. Εγώ τα άφησα πίσω μου αυτά. Τη Ρώμη, τα σχέδια. Δεν μπορεί κανείς να γυρίσει πίσω. Δεν έχει νόημα. Μεγάλο κομμάτι της ζωής μου η Ρώμη, σίγουρα. Δέκα χρόνια έζησα εδώ. Σπουδές στην αρχιτεκτονική, μεταπτυχιακό, διδακτορικό. Ήταν όμως μια παρένθεση, γιατί εγώ είπα ότι θα ζήσω στην Ελλάδα και πάει τελείωσε.

2.

Κόσμος διέσχιζε τη γέφυρα πάνω απʼ τον Τίβερη, τρώγοντας μαλλί της γριάς. Η Σκαλερία ήταν χωρίς τις αζαλέες που της φορτώνουν οι τουριστικοί οδηγοί. Όταν την έβλεπες έτσι γυμνή, ένοιωθες να σε προδίδει σαν αρετουσάριστη φωτογραφία κάποιας σελέμπριτι. Η βία Κοντόττι, με τις γόβες των χιλιάδων ευρώ, ανταγωνιζόταν τη βάρκα του Μπερνίνι που χρόνια τώρα μπάζει νερά μπροστά στα σκαλοπάτια, τα αδιάφορα βήματα και τις ατέλειωτες χειρονομίες των Ιταλών. Βουλιάζει, παρασύροντας στον πάτο μεγάλο μέρος όσων από τʼ ανθρώπινα δεν θα ʼπρεπε να φαίνονται.
Θυμάμαι, πηγαίναμε με το συγκάτοικό μου Φεντέλε στο καφέ Γκρέκο. Καταδεχόμασταν να καθίσουμε μονάχα στη θέση που καθόταν ο Μοράβια, αλλιώς φεύγαμε και πηγαίναμε αλλού. Με τον Φεντέλε μοιραζόμουν τα πάντα. Ή σχεδόν τα πάντα. Όπως όταν αφήνεις κάποιον να δει το εσωτερικό απʼ το πορτοφόλι σου, εκεί που φυλάς τις οικογενειακές φωτογραφίες. Τον αφήνεις να δει την απαράδεκτη φωτογραφία της ταυτότητάς σου. Το ον που εικονίζεται δεν είσαι εσύ, αλλά μια ελαττωματική εκδοχή σου κάπου στο παρελθόν. Πλην υπάρχει ένα τσεπάκι από κάτω που το περιεχόμενό του δεν το βλέπει κανένας, παρά μόνο εσύ. Αυτό το τσεπάκι δεν το έδειξα σε κανέναν. Ούτε στον Φεντέλε.
Όταν έβγαινα ως φοιτητής, τις περισσότερες φορές η βραδιά έληγε στο Κάμπο ντει Φιόρι. Βία ντει Τζουμπονάρι, Βία Άρκο ντι Μόντε, Βία ντει Πεττινάρι. Οι δρόμοι ήταν στη θέση τους κι εγώ λες και ήμουν χαμένος, ξαναβρέθηκα σʼ ένα τοπίο σχεδόν απαράλλαχτο. Το στέκι που τρώγαμε όλη η παρέα δεν υπήρχε πια, αλλά στη θέση του βρισκόταν ένα συμπαθητικό μπαράκι που σέρβιρε και φαγητό. Μπήκα και παρήγγειλα ένα εσκαλόπ αλά Μαρσάλα. Με κάθε μπουκιά, προσπαθούσα να αποτινάξω απʼ το μυαλό μου τη μουρμούρα της Λήδας:
– Δεν με θέλεις πια. Με βαρέθηκες.
Το πράγμα έφτανε στο απροχώρητο, με την κορύφωση να θυμίζει το φινάλε μιας άριας:
– Έτσι θα καταλήξουμε; Σαν όλους τους άλλους;
Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι φταίει. Ούτε τη βαρέθηκα ούτε βλέπω άλλες γυναίκες ούτε τίποτα. Απλά δεν ξέρω αν έχω κάτι άλλο να δώσω. Ζούμε σχετικά καλά, έχουμε φίλους, βγαίνουμε συχνά και διασκεδάζουμε. Στο κρεβάτι, όμως, το βράδυ, θέλω μόνο να κοιμηθώ. Νομίζω πως το ίδιο συμβαίνει και σε κείνη, αλλά την ανακουφίζει να ρίχνει το φταίξιμο σε μένα. Δεν έχει καμία ερωτική διάθεση. Απλά αρνείται να δεχτεί ότι η γυναικεία της φύση μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης.

3.

Ήμουν στο τρίτο ποτήρι και σε νιοστό νούμερο αυτοαναλύσεων, όταν άκουσα πίσω μου τη φωνή της.
– Έκτορα…
Πάγωσα. Όχι από τρόμο ούτε από ξάφνιασμα. Γιʼ αυτό πήγα εκεί. Στο μέρος που συναντιόμασταν. Ήξερα μέσα μου ότι θα έρθει να με βρει. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να μείνουν μακριά ο ένας απʼ τον άλλον, όσα χρόνια κι όσες χώρες κι αν περάσουν ανάμεσά τους. Ούτε μπορούν να είναι μαζί. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό. Φαντάσου φίλε αναγνώστη, αν με βάση τους νόμους της φυσικής αυτό ήταν δυνατό, τους ετερώνυμους πόλους από δύο μαγνήτες τόσο ισχυρούς, οι οποίοι αν αφήνονταν στην συγκρουσιακή έλξη που τους ενώνει, θα διαλύονταν σε χίλια κομμάτια. Κάτι μέσα μου το έλεγε πως θα ʼρθει.
Δευτερόλεπτα πριν γυρίσω πίσω, κοίταξα νοερά τη μορφή της αθώρητης οπτασίας. Τη φαντάστηκα με γκρίζα μαλλιά ή μήπως τα έβαφε; Με γραμμές στο πρόσωπο. Με ίχνη από παλιές πληγές στις κόρες των ματιών της. Ένα σώμα φουσκωμένο από παράπονα είκοσι χρόνων και από δικαιολογίες δικές μου που στέρησαν και στους δυο ένα κοινό μέλλον. Όταν γύρισα πίσω μου να κοιτάξω, δεν αναζήτησα τίποτα απʼ όλα αυτά. Το μόνο που ξαφνικά μʼ ένοιαζε, ήταν να κρύψω τα δικά μου γκρίζα μαλλιά, τις ρυτίδες και τα γυαλιά πρεσβυωπίας, αδιαμφισβήτητη απόδειξη, πως πλέον ήμουν μεσήλικας.
– Σιλβάνα…
– Γεια σου Έκτορα…
Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου, παρά τα φανερά σημάδια του χρόνου. Η βραδιά μάκρυνε, ξεχείλωσε και χώρεσε μέσα της ιστορίες χρόνων. Οι ματιές μας δεν ήταν άγριες, όπως περίμενα. Μαλάκωσαν με τον καιρό, η αναμονή τις εξημέρωσε. Έμαθαν να είναι πειθήνιες. Τα όσα ειπώθηκαν, δεν έχουν σημασία. Λόγια που επαναλαμβάνονται με τον ίδιο περίπου τρόπο, όταν άνθρωποι που έχουν χρόνια να ιδωθούν, συναντιούνται τυχαία. Ένα μόνο, φίλε, θα σου πω. Όταν ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, περπατήσαμε μαζί ως τη στάση του λεωφορείου. Ήθελα να τη ρωτήσω απʼ την πρώτη στιγμή. Η ενοχή μου για χρόνια βαθιά φυτεμένη, ξεφύτρωσε.
– Παιδιά έκανες;
– Δεν έκανα Έκτορα. Όχι ότι δεν μου δόθηκε η ευκαιρία. Αλλά για μένα το θέμα τελείωσε, όταν θέλησες να ρίξω το δικό μας, τελείωσε.
– Σιλβάνα, ήμουν τόσο νέος. Φοβόμουν.
– Δεν σε κατηγορώ. Αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω πάλι θα το έριχνα. Κι ας ήμουν στην καλύτερη ηλικία, είκοσι οχτώ χρονών. Γιατί έβλεπα στα μάτια σου ότι δεν ήσουν έτοιμος. Αυτό με σκότωνε, αλλά τα ήθελα όλα, όλο το πακέτο. Με αυτήν την έκτρωση έληξε για μένα το θέμα της μητρότητας. Έληξες κι εσύ. Θα σʼ ακολουθούσα παντού, στην Ελλάδα που ήθελες να γυρίσεις, παντού, όπου ήθελες. Αλλά μου τελείωσες εκείνη τη στιγμή. Άδειασε το μέσα μου από παιδί κι από σένα.
Δεν ήταν επιθετική. Δεν υπήρχε πράγματι ίχνος κατηγόριας στο ύφος της. Μʼ αγαπούσε ακόμα. Όπως κι εγώ. Αλλά θέλαμε κι οι δυο το μαγνήτη ακέραιο, όχι σπασμένο.
Άνοιξα το πορτοφόλι μου, εκείνο το μέσα τσεπάκι που δεν είχε δει κανένας, εκτός από εκείνη, πριν είκοσι δύο χρόνια. Πολλά πορτοφόλια άλλαξα από τότε, αλλά πάντα στο μέσα τσεπάκι υπήρχε το ίδιο σημείωμα. Με το γραφικό της χαρακτήρα. Ένα σημείωμα του Μπρεχτ. «Ναι τρέξε τώρα πίσω απʼ την ευτυχία, αλλά μην τρέχεις πάρα πολύ, επειδή όλοι τρέχουν πίσω απʼ την ευτυχία, η ευτυχία τρέχει πίσω τους». Ένα τόσο δα χαρτάκι, με τις άκρες του σκισμένες, σχεδόν λιωμένο. Άνοιξα το πορτοφόλι και της το έδειξα. Χαμογέλασε και τα μάτια της υγράνθηκαν.
– Τρέξαμε πολύ Έκτορα, ε;
– Ναι Σιλβάνα. Την προσπεράσαμε την ευτυχία.
Το λεωφορείο φάνηκε στη γωνία. Πιάσαμε σφιχτά ο ένας τα χέρια του άλλου.
– Αντίο Σιλβάνα, να προσέχεις τον εαυτό σου.
– Κι εσύ.
Η πόρτα άνοιξε και ανέβηκα το πρώτο σκαλοπάτι.
– Έκτορα!
Γύρισα πίσω το κεφάλι.
– Ας σταθούμε αυτή τη φορά να την περιμένουμε, ε; Το αξίζουμε.
– Ναι Σιλβάνα, το αξίζουμε. Αξίζει τουλάχιστον να δοκιμάσουμε.
Η πόρτα του λεωφορείου έκλεισε.
«Γλυκειά μου φίλη», ψιθύρισα, απευθυνόμενος στην αληθινή Σιλβάνα, όχι σʼ εκείνη που κάποτε ερωτεύτηκα ανέκκλητα, αλλά σʼ εκείνη την βαθιά ανθρώπινη φύση που αποκαλύπτει ο έρωτας όταν σβήνει και πέφτει, στη μορφή μιας γυναίκας που αγαπήθηκε πραγματικά.

4.

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο η Λήδα ακόμα κοιμόταν. Έκανα ένα γρήγορο ντους και ξάπλωσα δίπλα της όσο πιο αθόρυβα μπορούσα.
– Συγγνώμη που σε ξύπνησα.
– Που ήσουν;
– Δεν είχα ύπνο κι έκανα μια βόλτα. Ξέρεις, έλεγα αύριο να πάμε να φάμε εκεί που γνωριστήκαμε, απέναντι από το καστέλλο ντελ Άντζελο. Θυμάσαι, εκείνο το κοριτσάκι που έκλαιγε γιατί έχασε τους γονείς του μέσα στο κάστρο κι εμείς το παρηγορήσαμε μέχρι να τους βρει;
– Και μετά πήγαμε για φαγητό όλοι μαζί, εσύ με τον Φεντέλε κι εγώ με τη φίλη μου και μας σέρβιρε μια Ιταλίδα με τη φωνή του Βαμβακάρη… Ο Φεντέλε θα έρθει; Τον βρήκες;
– Ναι, θα τον δούμε αύριο. Κοιμήσου τώρα, καληνύχτα.
– Έκτορα… είναι το πρώτο μας βράδυ στη Ρώμη…
– Λήδα αύριο… θέλω μόνο να κοιμηθώ.