Μπριζόλα

Αν σου σερβίρω την ψυχή μου σε πιάτο
(λευκό,
πορσελάνινο,
απʼ το σερβίτσιο το καλό)
πώς θα με φας;
Σενιάν;
Με το αίμα μου ακόμη ζεστό να απλώνεται στον ουρανίσκο;
Μέτρια ψημένη;
Αναζητώντας την τέλεια μπουκιά;
Καλοψημένη;
Μασώντας με αργά, 36 φορές,
καταπίνοντας με ακόμη πιο αργά;
Βασανιστικά;
Θα με χλαπακιάσεις;
Θα με καταβροχθίσεις;

Εύχομαι μόνο μη με φτύσεις.
Μη με φτύσεις.


Κουβάρι

Μέσα μου εγώ εγκυμονώ ένα ποίημα
κι αν δεν το γεννήσω θα πεθάνω.
Έξι μήνες εν τω σπηλαίω της μήτρας μου κυείται
στον έβδομο τίκτεται
άμορφο
μικρό
κουβάρι
πηχτά ζωτικά υγρά
όμορφα αίματα•
σε θερμοκοιτίδα εμένα βάζουν
μικρό
μοναχικό
κουφάρι
ξεραμένα αίματα.

Τον θάνατο τον φέρνουμε μαζί μας

Τον θάνατο τον φέρνουμε μαζί μας
τη μέρα που γεννιόμαστε,
εκκρίνεται στο σμήγμα του δέρματός μας,
καρφώνεται κάτω από τα νύχια μας
και όταν ξύνουμε τις φτέρνες
μας πατάει εκεί που πονάμε.

Το κεφάλι μου στα δυο

Τα μαλλιά μου είναι σαν της JoniMitchell
ίσια, μακριά και στη μέση χωρίστρα λεπίδα
μοιράζει το κεφάλι μου στα δυο
το αριστερό κομμάτι για τους πιστούς
το δεξί για τους αμαρτωλούς
κι εγώ ακέφαλο δέντρο και από τις δύο πλευρές
με ξεχαρβαλωμένα δάχτυλα σε μια κιθάρα
άδοξα πλέκω ευχολόγια για τους απεγνωσμένους.


Σκυλί

Στο δρόμο μέχρι
το περίπτερο ένας
αδέσποτος
χρόνος με πήρε
από πίσω έσερνε
το ξεφτισμένο λουρί του
έβαλα νερό, φαί
και του ʼδωσα να
μυρίσει την παλάμη μου μα
μήτε έτρωγε μήτε
έπινε μήτε την απαλάμη μου
ζητούσε τρία γράμματα
στʼ αριστερό αυτί του οχτώ νούμερα
χαραγμένα στο πετσί του
CanLoveFail?
γαύγισε Canis Lupus Familiaris αρνήθηκα
ογδόντα εννιά εκατομμύρια διακόσιες δώδεκα χιλιάδες και διακόσιες μία φορές λέμε πως
πεθαίνουμε
μα μια φορά μόνο γεννιόμαστε και ξεψυχούμε
άλλη μία.

La Ritournelle

Όταν πεθάνει ένας έρωτας πληθαίνουν
τα φώτα της πόλης κάτω από τους λόφους
κάνουν κύκλους τα ρεφραίν και
σχοινιά κρέμονται από τους πασσάλους
η λάσπη φουσκώνει
μέχρι τα γόνατα∙
πάνω αν πας θα κρεμαστείς
κάτω αν πας θα πνιγείς∙
όταν πεθάνει ένας έρωταςμετράς
τα φώτα της πόλης κάτω από τους λόφους
και το κεφάλι σου κουνάς σαν ανεμοδείκτης
μέχρι ο πηλός να γίνει
χώμα ξανά
να μπορείς να το σκάψεις
να προστατευτείς στα δυο μέτρα
να θάψεις ζωντανό
τον πόνο τον εφτάψυχο και
τα φώτα της πόλης κάτω από τους λόφους.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Αυγή Λίλλη (Βουλγαρία, 1980). Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία. Σπούδασε Κλασική και Νεοελληνική Φιλολογία. Είναι υποψήφια διδάκτωρ του Εθνικού και ΚαποδιστριακούΠανεπιστημίου Αθηνών.
Το 2011 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σε ένα σωσίβιο (Αρμίδα, Λευκωσία).
Την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η αλληλεπίδραση της ποίησης με άλλες μορφές τέχνης.