`

Ποίηση χαμηλόφωνη και με ύφος απλης κουβέντας

Πολλες αναγνώσεις επιδέχεται η τελευταία ποιητικη συλλογη του Γιώργο Χριστοδουλίδη που τιτλοφορείται Πληγείσες περιοχες

Τον τελευταίο καιρο, συγκεκριμένα τους πρώτους μήνες του 2016, έχουν φθάσει στα χέρια μου αξιόλογα ποιητικα βιβλία. Και το λέω αυτο με αρκετη ικανοποίηση και χαρα, γιατι είναι βιβλία που είναι γραμμένα απο νέους κυρίως ανθρώπους. Θέλω να πω πως οι δημιουργοι τους δεν ανήκουν στις κατεστημένες πλέον γενιες του 1960 και 1970 αλλά στις γενιες που άρχισαν να διαμορφώνονται και να σχηματίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο.

Επιπλέον, έχω διαπιστώσει, πως τα περισσότερα απο αυτα τα βιβλία έχουν κυκλοφορήσει απο σπουδαίους εκδοτικους οίκους στην Αθήνα, όπου αυτοι οι εκδοτικοι οίκοι έχουν να επιδείξουν σημαντικη δουλεια, εννοω επαγγελματικη δραστηριότητα, στον τομέα τους.

Θα διερωτάστε ίσως τι σημαίνει αυτο; Σημαίνει πως οι δημιουργοι αυτων των βιβλίων είναι απόλυτα σίγουροι για την υψηλη ποιότητα της γραφης τους και γενικα της τέχνης που διακονουν, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην φοβούνται τη σύγκριση με τους άλλους Έλληνες ομότεχνους τους αλλά να την επιδιώκουν κιόλας. Κάτι που είναι, πιστεύω, απόλυτα φυσιολογικο και σωστο και ας κινδυνεύω να χαρακτηρισθω για άλλη μία φορα ελληνοκεντρικος. Γιατι, για μένα, απο τη στιγμη που κάποιος δημιουργος γράφει στην ελληνικη γλώσσα, είναι αδιανότητο να απευθύνει τη γραφη και κατʼ επέκταση την τέχνη του σε 700 χιλιάδες μόνο ελληνοκύπριους και όχι σε 11, ή και περισσότερα, εκατομμύρια που αριθμεί σήμερα ο ελληνισμος.

Δυστυχως, αυτο το αδικαιολόγητο λάθος, έγινε απο τους περισσότερους δημιουργους της δικης μου γενιας αλλα και της προηγούμενης του 1960, με αποτέλεσμα η κυπριακη ποίηση να εγκλωβιστει στον εαυτό της, και όχι μόνο να μην ανανεώνεται αλλα και να οδηγείται σε μαρασμο μέρα με τη μέρα. Δεν είναι τυχαίο που η θεματογραφία αυτων των γενιων περιορίστηκε ασφυκτικα στα τραγικα γεγονότα του 1974 και στον σκλαβωμένο Πενταδάκτυλο.

Ανάμεσα, λοιπον, στα αξιόλογα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρο είναι και η ποιητικη συλλογη του Γιώργου Χριστοδουλίδη που φέρει τον τίτλο «Πληγείσες περιοχές» και συμπληρώνεται με τον επίτιτλο «Γυμνες ιστορίες». Και ομολογω πως, στα σαράντα τόσα χρόνια που διαβάζω ποίηση, πρώτη φορα συνάντησα βιβλίο με τόσο έντιμο και αποκαλυπτικο τίτλο! Όμως για τον επίτιτλο «Γυμνες ιστορίες» θα επανέλθω στη συνέχεια για νʼ αντιληφθείτε γιατι τον χαρακτήρισα «έντιμο» και «αποκαλυπτικο».

Η ποιητικη συλλογη «Πληγείσες περιοχες» φαινομενικα παρουσιάζεται σαν ένα βιβλίο που περιέχει απλη και κατανοητη ποίηση. Αυτο όμως είναι παγίδα και αλίμονο στον αναγνώστη αν πέσει σε αυτη την πλάνη. Θα αποτύχει, χωρις να μπορέσει να καταλάβει και να νιώσει την απόλυτη ουσία που περιέχει η ποίηση του Χριστοδουλίδη. Γιατι το βιβλίο, όπως διαπιστώνω, είναι καλα δομημένο απο το δημιουργο του, όπου στόχευσε και επεδίωξε να περιλάβει σε αυτο μια ποίηση κατασκευασμένη απο τα πιο απλα και ταπεινα υλικα, (προς Θεου δεν εννοω ευτελη υλικα), και που στο τέλος, χάρη στη μαστορια του, μέσα απο αυτα τα καταφρονεμένα υλικα της γλώσσας μας, κατορθώνει να μας μυήσει σε μια πανανθρώπινη και αξιοθαύμαστη τέχνη.

Συνεπως το βιβλίο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις. Θέλω να πω επιδέχεται πολλες αναγνώσεις όπου σε κάθε νέα ανάγνωση ο αναγνώστης ανακαλύπτει και κάτι το καινούργιο. Δηλαδη, στο βάθος του βιβλίου, μέσα στις σελίδες του, υπάρχουν πολλοι «μεσότοιχοι» όπου ο αναγνώστης πρέπει να τους γκρεμίσει, είτε με τα χέρια του είτε με την βαριοπούλα, για να εισχωρήσει εντος του και να φθάσει στην ποιητικη ουσία του. Γι αυτο ανάφερα προηγουμένως ότι η απλότητα μπορεί να είναι και μία πλάνη για τον αναγνώστη.

Θα προσπαθήσω στην συνέχεια και εν συντομία να δώσω μερικά μόνο χαρακτηριστικα της ποίησης που περιέχει η συλλογη «Πληγείσες περιοχες».

-1ον χαρακτηριστικο: Όλα σχεδον τα ποιήματα της έκτης συλλογης του Γιώργου Χριστοδουλίδη ή, οι «γυμνες ιστορίες» του, όπως θέλει να τις αποκαλει ο ποιητης, που είναι ασφαλως και η πιο ώριμη δουλεια του, είναι κατασκευασμένα απο στίχους εντελως απογυμνωμένους, μέχρι που ο αναγνώστης φθάνει στο σημείο να έχει την εντύπωση πως έχει μπροστα του ένα γεύμα απο κόκκαλα και όχι ένα γεύμα απο ψαχνο κρέας. «Ναι, έτσι σας θέλω, λιπόσαρκους/ να φαίνονται τα κόκκαλά σας», λέει ο Κώστας Μόντης σε κάποιους εφιαλτικους στίχους του, τους οποίους είχα συνεχώς μπροστά μου όταν διάβαζα τις «Πληγείσες περιοχες».

Δηλαδη, τα ποιήματα του Γιώργου Χριστοδουλίδη στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι χαμηλόφωνα και έχουν το ύφος μιας κουβέντας. Εννοω πως αρχίζουν σαν μια κουβεντούλα με εξομολογητικο χαρακτήρα, που έχει ταυτόχρονα και τη θέρμη της προφορικης ομιλίας. Αυτή η κουβεντούλα είναι φτιαγμένη απο κοινότοπες φράσεις, εντελως απαλλαγμένη απο την επιτήδευση και τη βαρύτητα του αισθήματος, με αποτέλεσμα να διερωτάται ο αναγνώστης που είναι η ποίηση σε αυτά τα ποιήματα. Προς το τέλος όμως του ποιήματος, σαν επιμύθιο, και μάλιστα εξαιρετικης πυκνότητας, το ποίημα ολοκληρώνεται με δύο ή τρεις περίτεχνους στίχους, όπου εκει υπάρχει όλη η ποιητικη ουσία, ο στοχασμος και ο απώτερος στόχος του ποιητή. Δηλαδή σε αυτο το επιμύθιο κρύβεται και φανερώται μαζι η ποίηση.

-2ον χαρακτηριστικο: Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης, πολλες φορες, στα ποιήματα του, στην εν λόγω συλλογη του, κάνει χρήση της πολυσημίας των λέξεων έτσι που πρέπει να αναζητούμε κάθε φορά με ποια έννοια τις χρησιμοποίησε. Χαρακτηριστικο παράδειγμα είναι το ποιήμα «Η Φοινικια».

`

Τυχαία πριν απο χρόνια

βρήκα μια φοινικια πεταγμένη

στο περιβόλι του πατέρα

ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενος παιδιου

μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος

μου είχε πει

δεν τη βλέπεις;

Την πήρα και τη φύτεψα.

Αν έρθει κανεις τώρα στον κήπο μου

θα δει μια θεόρατη φοινικια

να ρήχνει κλαδια στην αυλη του γείτονα

και να τραγουδα

κι όταν με ρωτουν πόσα παιδια έχω

λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.

`

Άν με ρωτήσει τώρα κάποιος αναγνώστης να του πω τι είναι αυτη «η θεόρατη φοινικια» που «ρίχνει κλαδια στην αυλη του γείτονα» του ποιητη και ταυτόχρονα έχει το χάρισμα να του τραγουδα, σίγουρα δεν θα μπορέσω να του δώσω ξεκάθαρη απάντηση.

-3ον χαρακτηριστικο. Στην καινούργια συλλογη του, ο Γιώργος Χριστοδουλίδης αντλει στοιχεία απο την πρόσφατη Ιστορία της Κύπρου, κυρίως απο το πραξικόπημα και την τουρκικη εισβολη, τα οποία μεταπλάθει και ενσωματώνει αποτελεσματικα στην ποίησή του.

Η κυπριακη Ιστορία, είτε είναι καταγραμμένη σε βιβλία, είτε αυτη είναι προφορικη μαρτυρία, απο στόμα σε στόμα, άρχισε να καταλαμβάνει χώρο στην ποίησή του, γεγονος που δεν συνέβαινε τόσο έντονα στην προηγούμενη δουλεια του. Ενδεικτικα αναφέρω τα ποιήματα «Πραγματικοι κερατάδες», με την επεξηγηματικη σημείωση στο τέλος του ποιήματος «Σκηνη απο την 17η Ιουλίου 1974», «Ο γέρο Γιωρκης», «Το συρτάρι» και άλλα.

4ον χαρακτηριστικο: Οι ήρωες του Χριστοδουλίδη είναι απλοι, καθημερινοι και ανθρώπινοι. Είναι δηλαδη ζωντανοι και ενδιαφέροντες άνθρωποι, είτε αυτοι είναι τα μικρα παιδια που παίζουν στην αυλη της πολυκατοικίας ή του συνεργείου επιδιόρθωσης ποδηλάτων, είτε είναι ο καλοκάγαθος τύπος, ονόματι Ανδρέας, που τον συναντα ο ποιητης κάποτε στην υπεραγορα και κάποτε στα δημόσια ουρητήρια ή είναι οι αιωνόβιοι της Ινδίας που «πίνουν νερο και τρώνε ήλιο». Αυτο δείχνει πως για τον αληθινο ποιητη όλα τα υλικα που έχει στη διάθεσή του είναι εκμεταλλεύσιμα, και ότι την ίδια αξία έχει η ανθρώπινη ψυχη σε όποιο κοινωνικο στρώμα κι αν ανήκει. Ο ήρωας του είτε ανήκει στην κατηγορία των πλουσίων είτε ανήκει στην κατηγορία των φτωχων, για τον Χριστοδουλίδη αντιμετωπίζεται με τα ίδια αξιολογικα μέτρα.

5ον χαρακτηριστικο: Στη συλλογη κυριαρχει το δίπολο Ζωη-Θάνατος. Με αυτο θέλω να τονίσω πως τα στοιχεία αυτα γίνονται ο βασικος νοηματικος ιστος πάνω στον οποίο θεμελιώνονται αρκετα ποιήματα όπως π.χ το ποίημα «Οι επιζώντες».

6ον χαρακτηριστικο: Στην ποίηση του Χριστοδουλίδη υπάρχει μια παιγνιώδης και αυτοσαρκαστικη διάθεση. Εννοω πως κάνει χιούμορ και λογοπαίγνια στην ποίησή του, που απευθύνονται άλλοτε στον εαυτό του και άλλοτε στον αναγνώστη. Υπάρχουν όμως και σημάδια απογοήτευσης αλλα και έντονης αμφισβήτησης, με αποτέλεσμα να φθάνει στο σημείο ο ποιητης να δηλώνει πως «μόνο οι πραγματικα σκοτωμένοι/ γίνονται σπουδαίοι ποιητες». Όλα αυτα τα στοιχεία όμως, προκαλουν κάποια μαγεία, ερεθίζουν τα συναισθήματα, κινουν το ενδιαφέρον και επιφέρουν έλξη στον αναγνώστη. Ενδεικτικα αναφέρω τα ποιήματα «Χριστούγεννα 2015», «Συγκομιδη», «Όχι πραγματικα σκοτωμένος».

7ον Χαρακτηριστικο: Ο Χριστουδουλίδης, στην παρούσα συλλογη του, παρουσιάζεται ως ποιητης του Άστεως. Δηλαδη το σκηνικο μέσα στο οποίο λειτουργει η φαντασία του είναι αυτο της πόλης, όπου εκει συντελείται η τραγωδία των ανώνυμων ανθρώπων αλλα και η δικη του τραγωδία, εκει δηλαδη που οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν. Σίγουρα, δεν τον εμπνέει η ύπαιθρος ή, να το πω αλλιώτικα, δεν μπορει να έχει ποιητικα ερεθίσματα απο τη φύση. Παρουσιάζεται σαν ένας αθέατος παρατηρητης όπου απο μακρυα ή απο ψηλα καταγράφει εικόνες, άλλοτε ευρισκόμενος στην κερκίδες ενος γηπέδου και άλλοτε ευρισκόμενος στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας. Στη συνέχεια, ο ποιητης, στο γραφείο του ή στο εργαστήριο του, γίνεται ο αληθινος χρονικογράφος του καιρου του, εφόσον αυτες τις εικόνες τις καταγράφει στο χαρτι, τις επεξεργάζεται και στο τέλος τις μετατρέπει σε ποιήματα υψηλης αισθητικης.

8ον χαρακτηριστικο και τελευταίο: Η οργανικη πεζότητα που χαρακτηρίζει την τελευταία ποιητικη δουλεια του Χριστοδουλίδη φέρνει στη μνήμη μου, έντονα μάλιστα, την ποίηση του κορυφαίου ποιητη της πρώτης μεταπολεμικής γενιας Μανόλη Αναγνωστάκη. Με αυτο ασφαλως δεν εννοω πως ο Χριστοδουλίδης αντιγράφει ή μιμείται την ποίηση του Θεσσαλονικιου ποιητη. Αντιθέτως, ο επηρεασμος, αν υπάρχει τελικα επηρεασμος, αυτος παρουσιάζεται αρκετα αφομοιωμένος και χωνεμένος στην ποίησή του.

Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, και η εξης λεπτομέρειά του: Η πρώτη ενότητα της συλλογης του τιτλοφορείται «Το παιδι», όπου περιλαμβάνει ποιήματα εμπνευσμένα ή αφιερωμένα σε παιδια. Συγκεκριμένα, τα πρώτα τρία ποιήματα ο ποιητης τα αφιερώνει στα παιδια του. Είναι ποιήματα παραινετικα, γεμάτα στοργή και αλήθειες. Αξίζει όμως να θυμηθούμε πως στη τελευταία συλλογη του Αναγνωστάκη, που τιτλοφορείται «Ο Στόχος», υπάρχει και το υπέροχο ποίημα «Στο παιδί μου…», όπου εκεί ο μεγάλος ποιητής προτρέπει να λέμε αλήθειες στα παιδια, δηλαδη να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, και όχι με παραμύθια. Έχω την εντύπωση όμως πως αυτή η σύμπτωση δεν είναι τυχαία απο τη μερια του Χριστοδουλίδη.

Σε αυτο το απλο σχέδιο προσέγγισης της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη προσπάθησα να φέρω στην επιφάνεια κάποια αδρα χαρακτηριστικά της, όπως τα εισέπραξα διαβάζοντας την τελευταία συλλογη του. Μια ποίηση, όπως ανάφερα, που αναφέρεται σε πράγματα συγκεκριμένα και οι στίχοι της χαρακτηρίζονται γενικα από σαφήνεια και πληρότητα νοήματος. Αυτη η επιτυχία οφείλεται, σίγουρα, στο μεγάλο ταλέντο και το οξυ αισθητήριο του δημιουργου τους όπου, συνδυασμένα με σκληρη δουλειά και αφοσίωση, κατάφερε να οικοδομήσει μία γνήσια και αληθινη ποιητικη φωνη. Αυτα όλα, ασφαλως, είναι ικανα τεκμήρια για να μας πείσουν πως η ποίηση του Χριστοδουλίδη έχει όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικα για να αντιμετωπίσει το αδυσώπητο χρόνο. Και τώρα και στο μέλλον. Ταυτόχρονα τον κάνει να ξεχωρίζει και ως μια απο τις πιο αντιπροσωπευτικες ποιητικες φωνες της γενιάς του.