ορόσημα

Αν ήταν άλλοτε- που αυτό το μέρος το όριζε μόνο με το μυαλό- δε θα φοβόταν. Είχε βγει σʼ ένα χωράφι πεόνιες και στερλίτσες, με αίολους παπαγάλους, μια λιμνούλα δίχως βατράχους με αιώνιους γυρίνους γυάλιζε στον ορίζοντα, κι ένας χωματόδρομος αεροδρόμιο, σαν εκείνον που έπαιζαν τζάνες με σπασμένα μάρμαρα, Ιούλιος, τα σχολεία κλειστά, χώμα κι αλητεία.
Όμως τελευταίως- κι αφού έπινε επίμονα μέχρι να λιποθυμήσει- σε κάθε γωνιά του ονείρου, ξεχύνονταν οι δαίμονες της κάθε σκατομέρας. Έτσι ενώ βάδιζε αμέριμνος, από τον ίδιο δρόμο διέρχονταν, το ασθενοφόρο που έφερνε πίσω τον πατέρα μετά την επέμβαση στο ισχίο με αναμμένη σειρήνα, ένα όρνεο σακατεμένο από φουρνέλο της Πειραϊκής κουτσαίνοντας, κι ένα παιδάκι με κόκκινο ζιπούνι, βρεγμένο με θάλασσα. Όλοι τους τυφλοί και το ασθενοφόρο δίχως μπροστινά φανάρια. Ώρα μετά που περνούσαν, συνέχιζε η σειρήνα, και στον δρόμο ζωγραφίζονταν σημάδια απʼ τα λάστιχα, ενώ πάνω απʼ τα καλώδια της ΔΕΗ, ανοιγόταν μες στη νύχτα, μια κόκκινη γραμμή σα νυχιά. Το παιδί, πάντα νωπό, έμοιαζε να σέρνεται στην άκρη με ταχύτητα, αλλά το κορμί δεν άλλαζε θέση. Δεν είχε χώμα και αλητεία γι αυτό το άμοιρο. Στον Αη Γιώργη, ο αυτόχειρ φούρναρης του φούρνου επί της Γεναδίου στο νούμερο 7, διάβαζε δυνατά από τα μεγάφωνα, την επιστολή προς τη φουρνάρισσα. Που και που η φωνή του μικροφώνιζε:
«- Κουράστηκα πια να ζυμώνω. Σε αφήνω. Όσα ζήσαμε ήταν νερό. Στο κομοδίνο έχω ένα σουγιά σε κοκάλινη θήκη, σπάστην και τρίψε τα κομμάτια στη μαγιά. Ζύμωσε δώδεκα πρόσφορα και με τη λάμα χάραξε: ΠΑΕΙ ΚΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ…κι όσοι προλάβουν, μοίρασέ τους, μα μην πάρεις λεφτά, για το συχώριο. Κόλλυβα μην ψήσεις, τοʼ χω για κακό.»
Ενώ διάβαζε, η μακαρίτισσα η μάνα του, ερχόταν σα χαλασμένη κούκλα, και τού ριχνε στους ώμους ένα πλεχτό, κόντευε χειμώνας και το κρύο δυνάμωνε. Η γυναίκα του δάγκωνε τα χείλια. Κόρνες ακούγονταν από επικείμενους γάμους, ανυπόμονες σαν τις γάτες στον οίστρο τους. Σκέφτηκε, αυτή η διαδοχή είναι η ζωή που συμβαίνει, όχι αυτή που ονειρευόμαστε, ούτε αυτή που μας υπόσχονται. Δυο τρία βιαστικά ορόσημα, και μετά η λήθη.

(από τη συλλογή: εγκιβωτισμοί – εγκιβωτισμός V/ ορόσημα)

πρωτόκολλο

Η ανάρρωση συμβαίνει πέρα από την αγωνία της υγείας, της θνητότητας, ή της απώλειας, ένα σύνολο χημείας και φυσιολογίας, πραγματώνεται, ούτως ή άλλως, όσο ο καιρός, φουσκώνει σα βραστό γάλα. Στη διάρκεια των ωρών, παράλληλα γεγονότα αντιστρέφουν την αναμονή, σε ικεσία ή απόρριψη: αυτοϊαση δεν υφίσταται δίχως τη συμμετοχή ενός εαυτού, είτε θρησκόληπτου είτε αγνωστικιστή. Παράλληλα, στη βεράντα, ένα ελαφρύ στρώμα από περιστέρια, αναπνέει μέσα στο φτέρωμά του. Λευκά περιστέρια, στη μαύρη νύχτα, που και που κανένα μαύρο, σαν ξεδοντιασμένο πρωτάκι, ένα στόμα από πούπουλα και θερμό αίμα.
Στο Πρωτόκολλο του ισογείου η ισχνή προϊσταμένη αρχειοθετώντας, διατηρεί μια παιδική ανάμνηση, με το βρακί της κατεβασμένο στην τουαλέτα του σχολείου, ενώ δυο αγόρια χαϊδεύονταν. Της θυμίζει αυτό: το κορμί, δεν ακολουθεί το πνεύμα πάντα (ή και ποτέ), και πράττει αυτόνομα, σαν ένα χαλασμένο ρολόι με έκκεντρα γρανάζια. Αυτή η ανακολουθία αρχειοθετείται και εδώ, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο:
Ο ένας απέτυχε να εξουδετερώσει τις αιτίες που πυροδότησαν τη ασθένεια και στέκει αμήχανος, σα χασοδίκης δικηγόρος απέναντι στην ετυμηγορία, ο άλλος θέλει να πεθάνει επί τούτου και αγωνίζεται επʼ αυτού αλλά πάντα δεν τα καταφέρνει (επίδοξος αυτόχειρας), κάποιος βρίσκεται στην τροχιά ενός αντικειμένου, που υπάκουε στη βαρύτητα, μια πανέμορφη μέρα με αιθέριο φως, άλλος καπνίζει τα συκώτια του μέχρι να αποσυντεθούν αλλά του αρέσει ο καπνός, και του μοιάζει η μόνη άξια αιτία για να ζήσει.
Πολλές (αμέτρητες) περιπτώσεις για να ταξινομηθούν, απλώς πρωτοκολλούνται. Κάθε ένας φέρει την ανακολουθία του ως ορισμό του, ένα σεντόνι πεπρωμένου, αναπόφευκτο και κραταιό, όσο ο κόσμος ο ίδιος ή ο Θεός ο ίδιος. Έτσι μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως:
κάθε αρχή μιας ύπαρξης αποκωδικοποιεί την εξέλιξη, την ανάπτυξη και τη συνοχή, διότι περιέχει τη γνώση του τέλους της, και συνειδησιακά, αλλά και νομοτελειακά με όρους ενός συμπαντικού αναπόδραστου.
Η νύχτα μένει, ενώ ο διπλανός βήχει τρανταχτά, οι αιχμές των πεύκων σβουρίζουν από το βοριά, ενώ τα περιστέρια προσθέτουν ένα γουργούρισμα σα γρηγοριανό ψαλμό. Στη διαδοχή των επιλογών που συμβαίνουν αλλεπάλληλα, βλέπω ξανά το κορίτσι – προϊσταμένη με το φρέσκο χαμόγελο, αγωνία των γλυπτών και των ζωγράφων, αμφιβολία του ποιητή. Ο έρωτας είναι μια συνθήκη πραγμάτωσης, μεγαλύτερη από τη ζωή, γιʼ αυτό η τέχνη ανθεί πάνω του δίχως την τελολογική της διάσταση, με κατεβασμένο ή όχι το βρακί της.

(από τη συλλογή: εγκιβωτισμοί – εγκιβωτισμός VΙ/ πρωτόκολλο)

το ασυγχώρητο κενό

Ένα ασαφές μεσημέρι με ελάχιστο φως, αφουγκράζεσαι, τον κενό ήχο που παρήγαγες ως εδώ. Ένα τρόλεϊ υλικών στον αντίποδα, τρίζει δαιμονισμένα σαν πανηγυριώτικη ρόδα, από τον διάδρομο. Ο λαιμός καφεκόκκινος σαν παλαιό κονιάκ, και τα μάτια κλειστά δεν συνεργάζονται. Όλα είναι νύχτες που πάνε κι έρχονται σαν τρένα κι αφήνουν μόνο λίγο φως στο ξημέρωμα.
Αυτό αναρωτιέσαι: έχει απομείνει χώρος -να-ζεις- μέσα σε αυτή τη θάλασσα κενότητας που υπήρξες; Στο μακρύ, ζεστό καλοκαίρι που πια πέρασε ανεπιστρεπτί, η κενότητα ήταν ένα ακόμη δέρμα, μια αύρα που αναριγούσε τα μύχια σύνορά σου με τους άλλους. Έτσι άφριζες σε αυτή τη θάλασσα, μια στροβιλώδης οντολογική δήλωση, μια εκκωφαντική παρένθεση.
Αδρανειακό παράδειγμα: Όσοι έρχονται να σε συναντήσουν, και είναι γνωστοί κατά κάποιο τρόπο, δεν θα μπορούσαν να σου είναι περισσότερο άγνωστοι. Και πάλι τα όρια, που είναι το υγιές περίβλημα, ξεγελούν το μάτι. Πόσα όρια μπορείς να υπερβείς, μια συνθήκη διαβίωσης, ένα πολυγραφημένο δαντικό συμβόλαιο; Η αποστασιοποίηση από τη φιλία τους και τις αγκαλιές και τα δάκρυα, ενώ είναι μια κοφτερή και επιτακτική συνθήκη, μια στιβαρή επιλογή ανδρισμού, δεν παύει να τρέχει στη ραχοκοκαλιά σου σαν παγωμένο νερό. Αυτή η σύγκρουση είναι πλέον η πικρή συνείδηση του κενού που αντρώθηκε. Δεν επιλέγεις το συναίσθημα αλλά τη γλαφυρή φαινομενολογία του. Έτσι οι συμπεριφορές είναι αυλαίες που ανοιγοκλείνουν με ρυθμό, δίχως να αποκαλύπτουν κάποια παράσταση. Αυτές οι ίδιες γίνονται η παράσταση.
Ιστοριογραφικό παράδειγμα: Σε μια γιορτή ονομαστική, τέλη Μάη, είχατε βρεθεί σε επίσκεψη με την κόρη της δασκάλας σου στην Πέμπτη. Που είχε το ίδιο στήθος με τη μητέρα της σε δυνητική εξάπλωση, γεγονός που σου επέτρεπε να γνωρίζεις μια μελλοντική εκδοχή του πόθου σου, ενώ πραγματοποιούσες το παρόν φορώντας το προσωρινό φτέρωμά της στιγμής. Ένα στήθος ταπεινό που υπόσχεται το μεγαλείο της υπερπαραγωγής, ενώ είσαι έφηβος, και απόλυτα ορμονικά μαστουρωμένος, έρχεται και φεύγει με την αύρα της θάλασσας, περιοδικά κάθε περίπου είκοσι δευτερόλεπτα. Το αυτό επαναλαμβάνεται και τώρα, με ένα απομονωμένο στήθος πια, διότι δεν θυμάσαι το πρόσωπο ούτε της δασκάλας ούτε της κόρης της. Σε λίγο δε θα θυμάσαι ούτε το δικό σου. Όμως εκείνο το στήθος συνεχίζει αυθύπαρκτο έπειτα από τόσα χρόνια, το μακρύ ταξίδι της ηδονής και της υπόσχεσης.
Πως είναι δυνατόν ένα τέτοιο κενό να περιέχει π.χ. την ερωτική ουσία; Ο πόθος, ο έρωτας, οι μηχανισμοί των οργασμών, όλα αυτά δεν σου ανήκουν. Ζουν την αέναη ζωή των φωτονίων και του σύμπαντος, σε επισκέπτονται σαν κομήτες περιοδικά, κλέβουν βαρύτητα από τη γειτονιά σου, όμως τροχιοδρομούν αυθύπαρκτα, ανεξάρτητα της συνείδησης. Είναι τα μεγαλύτερα τσογλάνια του εμπειρικού γίγνεσθαι. Και ενώ εσύ διαχειρίζεσαι μόνος σου, το όψιμο κενό σου, εκείνα αποφεύγουν το θάνατο, ή ακόμη καλύτερα, τον ίδιο το φόβο του θανάτου._

(από τη συλλογή: εγκιβωτισμοί – εγκιβωτισμός VΙΙ/ το ασυγχώρητο κενό)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκε το 1965 στην Ελευσίνα και είναι Φυσικός. Ποιήματά του και πεζά, έχουν δημοσιευτεί στα διαδικτυακά περιοδικά Ποιείν και Στάχτες, στους συλλογικούς τόμους της ομάδας CRAFT ( CRAFTBOOK I -εκδόσεις Γαβριηλίδης – 2013, CRAFTBOOK II – ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ– μικρές εκδόσεις – 2015) στην ανθολογία DiPgeneration σε επιμέλεια Ιφιγένειας Σιαφάκα ( εκδόσεις Θράκα – 2016) και στον τόμο «Η τέχνη του Γράφειν» (εκδόσεις Καστανιώτης – 1993) με βραβευμένα διηγήματα του περιοδικού «Ρεύματα» του Ντίνου Σιώτη. Διατηρεί το ιστολόγιο: “Έλευσις, ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας»