`
ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

Μη ξέροντας τι να διαλέξεις
απ’ τους καρπούς των Χιμαιρών
μη γνωρίζοντας ποιος τις κάλεσε
ή αν απρόσκλητες ήλθαν

τους έδειξες εντέλει την έξοδο.
Στο βάθος τ’ ουρανού
είδες τα μόρια της ύλης
να στροβιλίζονται τρελά

γύρω από τις εκτάσεις του Μηδενός
κι ύστερα να βυθίζονται
στ’ απέραντο Κενό του

σαν ανώφελες νιφάδες που χορεύοντας
σβήνουν ηρωικά στον αέρα
μαζί με του χιονιού τις ληξιπρόθεσμες επαγγελίες.

`

*

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΠΟΡΕΙΕΣ

Αν οι ευθείες συνεχίζουν ακάθεκτες
την πορεία που τους προδιέγραψαν
σοφά μυαλά δικαίωμά τους.

Όπως, άλλωστε, μπορούν κι οι τεθλασμένες
να μαζεύουν τα συντρίμμια τους
στις γωνίες των αναστεναγμών

κι οι καμπύλες να λοξοδρομούν
κάθε φορά που τις συγκινεί
μια φευγαλέα λάμψη
ένα χαμόγελο ή μια οφθαλμαπάτη

κι οι γεωμέτρες να πετούν
τα δύστροπά τους σχήματα
στα μούτρα των σοφών
φρουρών της ευταξίας.

`

*

ΛΥΓΜΙΚΕΣ ΔΟΝΗΣΕΙΣ

Έσπασε τ’ απόστημα ποιος θα καθαρίσει τώρα το πάτωμα στάζουν οι αγωνίες αυτές που δώσαν τη ζωή τώρα την παίρνουν σε ποιόνε Θεό πιστεύουν ποιων αγίων προσκυνάνε τα κονίσματα ατμός οι ψυχές μας στις φυλλωσιές των ευκαλύπτων ήταν ο νόμος της αφθαρσίας της ύλης χαραγμένος βαθιά στο μυαλό μας

οι νευρώσεις διαρρέουν από τις σωληνώσεις του υδραυλικού συστήματος αμέτοχοι βλέπουμε τις πληγές στους τοίχους δεν μπορεί θα πάρουν είδηση οι γείτονες θα συντρέξουν οι νοσοκόμοι με τα φορεία τους ήταν πρωί όταν οι λογιστές υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους ποιος θα μπορούσε να προβλέψει

φαίνεται πως η διάβρωση έφτασε μέχρι το μεδούλι του σκυροδέματος τα παράθυρα δεν άντεχαν πια τόσο βάρος ο πυρετός του σπιτιού δεν έπεφτε τα συνθήματα στους τοίχους γράφτηκαν νύχτα λυγμικές δονήσεις των σιδεροσυνδέσεων

θεσπέσιες μουσικές των δεξιώσεων όλα βαίνουν καλώς οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν χαραγμένος βαθιά ο νόμος της αφθαρσίας της ύλης….

`

*

ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ

Διάτρητες υποσχέσεις
των μεσονύχτιων λογισμών.
Ούτε τα πουλιά στις ηλεκτροφόρες
ελπίδες ακονίζοντας τα ράμφη τους

ούτε τα σκυλιά γλείφοντας τις πληγές μας
ούτε τα χαμόγελα των ρητόρων τρύπια
στα γκρεμισμένα μπαλκόνια
με τ’ άγρια χόρτα να ριζώνουν στη μνήμη μας

τίποτα δεν μπορούσε να μας συγκρατήσει πια.
Ούτε κι οι κραυγές του πλήθους
ούτε των σοφιστών οι ελιγμοί. Τίποτε!

Μήτε και τα δάκρυα των αγίων
που φαίνεται δεν είδαν στην πόρτα μας
τα τρύπια γρόσια των ονείρων.

`

*

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.

Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους
(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεούς τους ξεχασμένα.

Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα
ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους
που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει

με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς.
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!

`

*

ΝΟΜΟΙ
“ἐλθόντες οἱ νόμοι καὶ ἐπιστάντες…”
Πλάτωνος, Κρίτων 50a

Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται,
να σκύβεις και να προσκυνάς
τα δύσβατά τους μονοπάτια
να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου.

Ο εκλεκτός τους είσαι δίχως άλλο.
Μες στο κελί σου κλάματα
κι υπεκφυγές δεν ωφελούν.

Δεν πρόκειται, άλλωστε, ποτέ τους να σε λυπηθούν
όσο και να τους δείχνεις τις ουλές σου
εσένα σημάδεψαν αυτοί,
εσένα θέλουν να δοξάσουν.

`

*

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε. Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης; Ποιος έλυσε τους λογισμούς απʼ τους σκαρμούς; Αθώες εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς, τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

*

ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ

«ἄλλη που ἐπιστήμη ἀνθρώπου καὶ λύρας»
Πλάτωνος, Φαίδων: 73D

Πρώτα ήρθαν οι άνθρωποι βιολιά και μας ταχτοποίησαν στις θέσεις μας. Μετά κατέβηκαν από την ορχήστρα οι άνθρωποι λύρες να μας αναπτερώσουν οι άνθρωποι κιθάρες να μας συγκινήσουν οι άνθρωποι σάλπιγγες να μας θυμίσουν τους εχθρούς οι άνθρωποι τρομπέτες να μας οξύνουν την ακοή οι άνθρωποι σαξόφωνα να μας ταξιδέψουν. Ξαφνικά οι άνθρωποι βιολιά έτρεχαν ξεκούρδιστοι στην πλατεία να μας σώσουν από τους ανθρώπους τύμπανα τους ανθρώπους μπαγκέτες τους ανθρώπους περίστροφα τους ανθρώπους σπαθιά. Μόνο ο μαέστρος μάς κοίταζε σαν χάνος να βουλιάζουμε στη θάλασσα των ανθρώπων βιολοντσέλων. Πάλι καλά που προσέτρεξαν οι άνθρωποι κλειδοκύμβαλα. Όμως, οι άνθρωποι βιολιά που μας έψαχναν άλλους κρυμμένους στα καμαρίνια κι άλλους στα παρασκήνια δεν μπορούσαν να προβλέψουν πως στο τέλος η παράσταση θα τερματιζόταν άδοξα από τους ανθρώπους ανθρώπους που θέλουν πάντα καλοκουρδισμένους τους ανθρώπους όργανα, τους ανθρώπους τόξα και λύρες. Κι άρχισαν να τους κουρδίζουν επίμονα μέχρι να στάξει το λάδι τους στο πάτωμα μέχρι να πειστούν πως έχουν ακόμη να προσφέρουν πολλά σʼ αυτή τη μηχανή που ξορκισμένη να ʼναι σαν μουγκρίζει με στόματα χιλιάδες. Τέλος, μας περιμάζεψαν κι εμάς και μας κλείδωσαν στις θήκες των ανθρώπων οργάνων. Μέχρι να τις ανοίξουν κάποια μέρα, να μας κουρδίσουν κι εμάς, νʼ απολαύσουν τις εξαίσιες μελωδίες που από το αίμα τόσων οργάνων θα στάζουν αρμονικά.

`

*****************************************************************

Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης και Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδηµία Κύπρου. Παρακολούθησε µεταπτυχιακές σπουδές στο Τµήµα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου πανεπιστηµίου µε τη διατριβή Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925).

Το 2010 τιµήθηκε µε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Κύπρου) για την ποιητική του συλλογή Λοκριγκάνα
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

ΠΟΙΗΣΗ
Ματωμένα κοράλλια: Λευκωσία, 1979.
Ο λοιμός και άλλα ποιήματα: δίφυλλο, Λευκωσία, 1981.
Ιατρική βεβαίωση: Λευκωσία, 1982. (Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη)
Στυφά κυδώνια: Λευκωσία, 1988.
Φωτηλασία: Λευκωσία, 1999.
Παραδαρμός εν αλφαβήτω: Λευκωσία, Χρ. Ανδρέου, 2007.
Λοκριγκάνα: Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010. (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)
Δοκιμές συγκολλήσεως: Αθήνα, Φαρφουλάς, 2013.

ΜΕΛΕΤΕΣ
Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μόντη: Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2008.
Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925): Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, 2012.
Κειμενικές διαθλάσεις: Αθήνα, Ιωλκός, 2012.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
Γιάννης Κατσούρης, Πολιτισμός: Υπόθεση ζωής, Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, 2012.

Εκατό σονέτα Κυπρίων [Σε συνεργασία με τον Λευτέρη Παπαλεοντίου] Μικροφιλολογικά Τετράδια (αρ. 20), Λευκωσία, 2015.