«Δεν ήταν εγωιστής ούτε κυνικός, ούτε αδιάφορος. Κι όμως ήταν ένας μεγάλος ποιητής».Τζιοβάνι Ραμπόνι

ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ
για τον Αντρέα Τζαντζότο

Προσεύχομαι η ποίηση
κραταιά και απολιθωμένη
σε παρελθόν και μέλλον
να θέλει τώρα νʼ αναβλύζει ρέουσα
μουσική πάνω από αστείρευτο πηγάδι
(μέχρις ότου ο άνθρωπος κατοικεί τη γη)
και τούτη η πηγαία και πανάρχαια ροή
περνάει από το δικό μου φίλτρο
μα έπειτα είναι όλων,
μαζί καθόμαστε κι ακούμε.

(από τη συλλογή“Yellow”)

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
XI.

«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτʼ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απʼ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα, τα κορδόνια λυτά, το δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα κομματιαζόταν,
γλείφοντας, το αίμα έσταζε απʼ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
τα παιδιά δεν ξέρουν τίποτα… »

ΕΡΩΔΙΟΣ
18. (21/3/85)

Ερωδιέ, σε τούτο το σημείο
με ψηλαφίζεις στην κοιλιά
και βρίσκεις υγρή άμμο και
ερπετών μικρά αυγά,
ο χρόνος, η ποίηση τελειώνει
στην άκρη της γλώσσας.
Εδώ στο σπίτι κοιμούνται όλοι, ένα αιφνίδιο κύμα
με ξερνάει στην ακροθαλασσιά
για νʼ ανταμώσω το ράμφος σου.

(από τη συλλογή «Ο κηπουρός κατά του νεκροθάφτη»)

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξεθωριάζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα όλη η μορφή εξαφανίζονται.
Εκεί που ήσαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξασπρίζει ένα γκρίζο
κι αν κάτι αντιστέκεται, ένα χαμόγελο βεβιασμένο,
ξαφνιάζει εκείνον που το παρατηρεί
κι αρνείται η μνήμη να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβει σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσει διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι πια σκιά, ανάσα, άχνα,
στο θρίαμβο των αποσιωπητικών…

(από τη συλλογή“Yellow”)

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
τόσο ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, έχω να τελειώσω ένα όνειρο

(από τη συλλογή «Πώς μπορεί ένας ποιητής νʼ αγαπηθεί;»)

ΞΕΚΙΝΑΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΡΩΤΑ;

Ξεκινάμε να κάνουμε έρωτα;,
είπες ένα πρωί ακόμα μισοξύπνια,
όλη τη νύχτα μονάχα αγγιζόμασταν
με τʼ ακροδάχτυλα, τα πόδια
και τώρα για να φτάσω στην πληρότητα
άρκεσαν τα λόγια σου
κι ένα ανάλαφρο φιλί αποχαιρετισμού στα χείλη
για να νιώσω πως τα κορμιά μας μέσα στον ύπνο είχαν ενωθεί
περισσότερο από ό,τι στην αγρύπνια.

(από το «Νέο Ημερολόγιο»)

ΠΟΙΗΜΑΤΙΟ ΜΕ ΤΗ ΜΑΝΑ
Ι.

Πόσο αναλώθηκε η μάνα μου
σαν τον ίσκιο σβήνει κάθε
μέρα
κι όσο ο ίσκιος τη ζώνει και την σκιάζει
τόσο θαρρώ πως συλλογιέται
τη νιότη
το θέρος
μιας σάρκινης μελαχρινής ομορφιάς
όταν στο όνειρο
ο γιος ασπάστηκε την κοιλιά της
ξεκλειδώνοντας
μια διψασμένη, ατελείωτη εφηβεία.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Νʼ ΑΓΑΠΗΘΕΙ;

υπάρχει ένα άνοιγμα στην ουράνια ύφανση
από πάνω κλείνει ένα λευκό ορθογώνιο παράθυρο
ο πάγος διεισδύει από τα λεπτά τζάμια
τα ξύλα λιώνουν στη φωτιά
μέσα σε μια μελωδία που ανεβαίνει
μια μελωδία που κατεβαίνει
αρέσει και στη γάτα



Poesie in italiano

PREGO CHE LA POESIA
per Andrea Zanzotto

Prego che la poesia
forte e pietrificata
in passato e futuro
voglia sgorgare adesso liquida
musica su da un pozzo inesauribile
(fin che l’uomo abiti la terra)
e questo scorrere sorgivo e antico
passa dal filtro mio
ma è poi di tutti,
insieme ci mettiamo in ascolto.

(da “Yellow”)

RAPPORTI UMANI
XI.

“Della mia vita, in un certo giorno,
non seppi piú nulla, soltanto quello
che rivelò il barbiere domandando dei
miei figli e mʼaccorsi di non averne mai
saputo, guardandomi bene negli occhi sopra
la schiuma e i riflessi del rasoio.
Uscii e impolverai le scarpe tra le
pietre, e proseguii, le stringhe
slacciate, sulla via di casa, il
gocciolío del sudore: entrando qualcosa
accadde, non ricordo; dietro il portone,
immobile tra i cristalli, lʼostilità di
mia moglie e mi chiesi chi era.
Per togliere la polvere, chinato, si recidevano
le stringhe, la fronte mi sanguinava, tra i
cristalli spezzati, le stringhe tra i capelli,
e premevo, frugando tra le schegge, scrivendo
nella polvere, la lingua mi si tagliava,
lambendo, il sangue colava dagli occhi, sulle tempie,
i figli non sanno nulla…”

(da “Rapporti umani”, 9.11.1935)

AIRONE
18. (21/3/85)

A questo punto, Airone
mi frughi nel ventre
e trovi umida sabbia e
piccole uova di rettile,
il tempo, il poema finisce
in punta di lingua.
Qui in casa dormono tutti, unʼondata
improvvisa mi rigetta sulla spiaggia
a incontrare il tuo becco.

(da “Il giardiniere contro il becchino”)

I PUNTI DI SOSPENSIONE

Vedere solo si vede quello che si vuole
una foto sbiadisce poco a poco
e un volto, poi la figura intera scompaiono.
Dovʼerano tracce di felicità, attimi
ora un grigio sbiadisce e se resiste
qualcosa, un sorriso molto tirato,
stupisce chi lo osserva
e la memoria rifiuta di saltare lʼostacolo.
Ma per capire fino in fondo che cosa
significa una cancellazione occorre
sentirsi cancellati, quando unʼombra
non è più unʼombra, un fiato, un vapore,
nel trionfo dei punti di sospensione…

(da “Yellow”)

PER CASO MENTRE TU DORMI

per caso mentre tu dormi
per un involontario movimento delle dita
ti faccio il solletico e tu ridi
ridi senza svegliarti
così soddisfatta del tuo corpo ridi
approvi la vita anche nel sonno
come quel giorno che mi hai detto:
lasciami dormire, devo finire un sogno

(da “Come può un poeta essere amato?”)

COMINCIAMO A FARE LʼAMORE?

Cominciamo a fare lʼamore?,
hai detto non ancora sveglia una mattina,
per tutta la notte ci eravamo solo sfiorati
con la punta delle dita, con i piedi
e ora per arrivare alla pienezza
sono bastate le tue parole
e un lieve bacio di addio sulle labbra
per sentire che i corpi si erano uniti nel sonno
più che nella veglia.

(Nuovodiario, 4.9.1986)

POEMETTO CON LA MADRE

Ι.

Quanto si è consumata mia madre
come l’ombra cancella ogni
giorno
e più l’ombra la invade e vela
più mi sembra che pensi
la giovinezza
l’estate
di una carnale bruna bellezza
quando nel sogno
il figlio le ha baciato il ventre
aprendo
l’assetata adolescenza infinita.

COME PUÒ UN POETA ESSERE AMATO?

cʼè un foro nella tessitura celeste
sopra si chiude una finestra rettangolare bianca
il gelo filtra dai vetri troppo teneri
il legno si scioglie nellʼincendio
dentro una melodia che sale
una melodia che scende
piace anche al gatto



Επίμετρο

OΑντόνιο Πόρτα, ψευδώνυμο του Ιταλού ποιητή και κριτικού LeoPaolazzi, (Βιτσέντζα 1935 – Ρώμη 1989), θεωρείται ένας από τους σημαντικούς ποιητές του δευτέρου μισού του εικοστού αιώνα. Συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού «Ιlverri», συμμετείχε στην έκδοση της ποιητικής ανθολογίας και στη διαμόρφωση της ομάδας των «novissimi», καθώς επίσης και στην ίδρυση της ομάδας «Gruppo ’63», (Οκτώβριος 1963, στο Παλέρμο), ένα λογοτεχνικό κίνημα στο οποίο εντάχθηκαν όλες οι δυνάμεις της ιταλικής πρωτοπορίας. Κατά τα έτη 1963-1967 ασχολήθηκε με την οπτική ποίηση, συμμετέχοντας σε εκθέσεις στην Πάδοβα, το Μιλάνο, τη Ρώμη και το Λονδίνο. Το έργο του «Zero», αριθμημένη έκδοση που δημοσιεύθηκε το 1963, θεωρείται το πιο αντιπροσωπευτικό αυτής της εμπειρίας. Εργάστηκε ως διευθυντής εκδόσεων στο Μιλάνο, καθώς και στην πρώτη αθλητική εφημερίδα της Ρώμης «Ilcorrieredellosport». Διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale, καθώς και σε πολλά Πανεπιστήμια της Ιταλίας.Μεταξύ των έργων του: Calendario [Ημερολόγιο, Schwarz, Milano 1956, που φέρει την υπογραφή LeoPaolazzi], Lapalpebrarovesciata [Το αναποδογυρισμένο βλέφαρο,Azimuth, Milano 1960], Inovissimi [Οι νεότατοι, εκδ. IlVerri, Milano 1961], Zero [Μηδέν, ιδιωτική έκδοση, Milano 1963], Aprire [Ανοίγω, All’InsegnadelPesced’Oro, Milano 1964], Irapporti [Οι σχέσεις,Feltrinelli, Milano 1966], Partita [Παιχνίδι,Feltrinelli, Milano 1967], Cara [Αγαπημένη, Feltrinelli, Milano, 1969], Metropolis[Μητρόπολη, Feltrinelli, Milano 1971], Yellow[Mondadori, Milano 2002], Tuttelepoesie (1956-1989)[Άπαντα,Garzanti, Milano 2009].