`
To ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΝ ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ είναι ένας δίσκος που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κρήτης και το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, με στόχο την εξερεύνηση παραδοσιακών ήχων και της ποίησης του Παύλου Βλαστού, με έξι μελοποιημένα ποιήματα από το ομώνυμο έπος. Έξι τραγούδια-έξι μελοποιημένα αποσπάσματα, ιστορίες για βοσκούς και νεράϊδες, καθώς και για τόπους και τοπία της Κρήτης.Τραγουδούν οι συνθέτες Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης καθώς και η Μάρθα Φριντζήλα και ο Απόστολος Κίτσος.
`
*
Η αγάπη θέλει φρόνεψη, θέλει ταπεινωσύνη,
θέλει λαγού περπάτημα κι αητού γρηγοροσύνη.
Όντε περνάς με τσι πολλούς να κάνεις πως δεν βλέπεις,
κι όντε περνάς αμοναχός, γλυκό φιλί να παίρνεις.
Κι όντε σου λένε πως περνάς να λες για την αγάπη,
Καλοπερνώ όντε έρχομαι,
Κακοπερνώ όντε φεύγω.
Η αγάπη θέλει φρόνεψη, θέλει ταπεινωσύνη,
θέλει λαγού περπάτημα κι αητού γρηγοροσύνη.

`
*

Γυροποταμίδα

Στη γυροποταμίδα περβολάκια,
που γλυκοκιλαδούσαν τα πουλάκια.
Στο δάσος κοτσυφοί σφυρολογούνε,
τρυγόνια με τρυγόνες ζευγαριούνε.

Τα διάπαντα γεμάτα πρασινάδα,
Χαρά θεού! μες τη δροσοποτάδα.
Και το νερό οπού ‘τρεχε στο ρυάκι,
μουρμούριζε κ’ εκείν’ από λιγάκι.

Παράπονα περίσσα είχε πάλι,
Νεραίδες τες πανώριες προσεκάλει,
Πως δεν αναφανήκαν να λουσθούνε,
την κάτασπρη στολή, να στολισθούνε.

Πως τα’ χεις, Θε μου!, ούλα ταιριασμένα,
τα θαυμαστά Σου έργα ένα-ένα.
Εσίμωσε το σταύρωμα τσ’ ημέρας,
δεν έσειεν μηδέ φύλλον ο αέρας.

Ο τζίτζικας τσιτσίριζε και ψάλλει,
κι ο ήλιος με την κάψα τη μεγάλη,
Σταφύλια πωρικά για να γεννώσουν,
κι Αρειότικο κρασί, καλό να δώσουν
`
*

Τ’ αδέρφια
(απόσπασμα 1395-1410)

Τ’ αδέρφια μου ήσαν τρία παλληκάρια,
που μπαίναν στους πολέμους
σαν λιοντάρια.
Σαρακηνοί και Μώροι οι Κρουσάροι,
ετότε τα χωριά μας είχαν πάρει.
Την Κρήτη την πανώρια τότε πήρα,
και πλιό δεν εξανάειδε καλή μοίρα.
Ο κύρης μου πασχίζει να με χώσει,
κι από Σαρακηνούς να με γλυτώσει.
Ετούτοι οι γ’ Ατσιγκάνοι μη με κλέψουν,
και σκλάβα σα με κάμουν,
με τουρκέψουν.
Ο κύρης με τ’ αδέρφια μου ομάδι,
μ’ εφέραν εις το σπήλι αυτό του Άδη.
Σαράντα ημερώ φαγιά μου φέρα,
να τρώγω και να πίνω ολημέρα.
Μου τάσσουν σε σαράντα θα με βγάλουν,
ως τότε τους Κρουσάρους θ’ αποβγάλουν.
Με χάρακα μεγάλο κυλισμένο,
τον πόρο του σπηλιού είχανε φραμένο.

`