Έφυγε, στις 14 του Ιούλη που μας πέρασε, κι εγώ που μια χρονιά ακόμη πετάχτηκα απʼ τον ύπνο την επόμενη πριν με προλάβουν οι σειρήνες, δέχτηκα το μήνυμα της αποδημίας του και πέτρωσε το νερό στο μάτι μου.
Πώς είναι δυνατόν, να έχεις περίπου ένα μήνα πριν, στις 24 του Ιούνη, ανταλλάξει ηλεκτρονικά μηνύματα κι ευχηθεί για τα 69α γενέθλιά του. Πώς είναι δυνατόν, να ανανεώνεις την επαφή με την ευχή της συνάντησης, εδώ κάτω στο νησί. Πώς είναι δυνατόν, να έχεις μιλήσει στο τηλέφωνο μαζί του πριν ένα χρόνο, και να συζητάτε την κάθοδό του στη Λευκωσία σχεδιάζοντας την εμφάνισή του στο «Καφενείο 11», του Πασχάλη, στην παλιά πόλη, με το τρίχορδο μπουζούκι του και τα «Τραγούδια στα μακάμια».
Στόφα ανθρώπου άλλη, πάστα εκλεκτή, γόης κι ο πόνος ο επάρατος καλά κρυμμένος να τόνε σιγοτρώει. Έτσι είναι, όταν την έχεις ψυλλιαστεί πως τελειώνει το λάδι στο καντήλι σου, δεν θέλεις να στενοχωρήσεις κανέναν. Θέλεις, ίσως, να ζήσεις ακόμη πιο έντονα, να ερωτευτείς ξανά τις ίδιες γυναίκες κι ακόμη περισσότερες, να αγαπήσεις με περισσό πάθος, να πιεις κι άλλο κρασάκι-διαμαντάκι, να τραγουδήσεις, να γράψεις… να αγκαλιαστείς όμορφος, αν και με πίκρα, με τον Θάνατο και να συνεχίσεις σʼ άλλη κατάσταση και διάσταση τα περπατήματα της Ψυχής σου.
Δεν θα αργήσω να έρθω να σου σφίξω το χέρι, να σʼ αγκαλιάσω όπως εσύ με την «Αγκαλιά» σου, σʼ εκείνη την αφιέρωση που εγείρει επανάσταση και με την επιστολή σου με τα ονόματα των κοριτσιών (ξέρεις εσύ, στʼ ακαριαίο κι ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού). Δεν θα αποχωριστώ ποτέ τις «Τσίλιες» σου, με τον γραφικό σου χαρακτήρα και το εξαίσιο σχέδιο με την αναγνωρισιμότητα του δικού σου χρωστήρα. Δεν θα δανείσω ποτέ και σε κανέναν/καμία πάσα ένα/μία έστω και για ένα βλεφάριασμα τα «151 ποιήματα» -με τον γραφικό σου χαρακτήρα και πάλι (τώρα που τον ξανακοιτώ) να έχει αλλάξει κι η αφιέρωση σου για πρώτη φορά σύντομη (έφευγες, καλέ μου Κώστα)- για να πάψει αυτό το ανελέητο μαγάρισμα που υφίσταμαι κοντά δυο δεκαετίες στον τόπο καταγωγής του πατέρα μου όπου, φευ, επαναπατρίστηκα. Δεν θα το μετανιώσω ποτέ που δάνεισα τα «Τραγούδια στα μακάμια» -μαζί με το δίσκο ακτίνας με τη φωνούλα σου να τραγουδά τους δικούς σου στίχους, τις δικές σου συνθέσεις, τα δικά σου μακάμια- στους φίλους, καφετζήδες, ρεμπέτες και μουσικούς και πάνω απʼ όλα ανθρώπους της αχάριστης αυτής πρωτεύουσας, πολίχνης, γειτονιάς μου, Γιώργο Φούντο και Πασχάλη. Δεν θα παραλείπω ποτέ να σε φέρνω πάντα στην κουβέντα με την εκλεκτή μας φίλη ποιήτρια, κυρία Αλεξάνδρα Μπακονίκα, έστω και τηλεφωνικά, έστω και διαδικτυακά, έστω και ταχυδρομικά.
Άμποτε νʼ ανέβω στη Σαλονίκη, κι εκεί στην Τούμπα, να αναζητήσω κανένα κουτουκάκι να τα κουτσοπιώ στην ολοζώντανη μνήμη και παρουσία σου. Τα λέμε σύντομα, όμως έως τότε επίτρεψέ μου να σου ψιθυρίσω ένα στίχο, στο πρωτότυπο, του μεγάλου Ισπανού, κι απόλυτου δημιουργού, κι αγαπημένου όλων μας, δολοφονημένου ποιητή Federico García Lorca: «Las estrellas de la noche se volvieron siemprevivas».

Συνοικία Αγίων Ομολογητών, Λευκωσία, 10.2015

Ύστερη Γραφή
Το κείμενο μαζί με άλλα στοιχεία για τον Κώστα Ριτσώνη (24.6.1946-14.7.2015) δημοσιεύτηκε στο «Ηδύφωνο» της Κυριακάτικης Σημερινής, 25.10.2015, με το πατρώνυμό μου, Κώστας Παπαθανασίου
.