`

Μην ανησυχείτε, θα εξηγηθώ αμέσως. Μαθαίναμε, αν θυμάστε, στο σχολείο ότι όλα τα υλικά –ακόμη και τα πιο σκληρά– έχουν μια δυνατότητα «ταλάντωσης», μιας παλμικής κίνησης που βέβαια γίνεται ορατή μονάχα στα τεντωμένα: ένα σκοινί που συνδέει δυο πασσάλους, ένα σύρμα, μια γέφυρα. Αν τώρα κρούσουμε αυτό το αντικείμενο, «ταλαντεύεται». Η κρούση μάλιστα μπορεί να είναι και συμπτωματική, όπως –το παράδειγμα που μαθαίναμε στην τάξη– όταν ένα στρατιωτικό σώμα διαβαίνει μια γέφυρα με ρυθμικό βήμα, ενδέχεται ο παλμός του βηματισμού-τους να «συντονιστεί» με τον βαθμό ταλάντωσης της γέφυρας, και τότε θ’ αρχίσει κι αυτή να ταλαντεύεται και θα τους τινάξει στον αέρα. Γι’ αυτό και δεν βαδίζουν με το «έν-δυο» παρά ελεύθερα, μην τύχει κι από σύμπτωση «συντονιστούν» με το γεφύρι. Το ίδιο συμβαίνει αν χτυπήσουμε μια χορδή κιθάρας, τότε, ενίοτε, ταλαντεύονται και οι πλαϊνές-της.
Κάτι τέτοιο, λοιπόν, συμβαίνει και με την ποίηση: ο ποιητής έχει νιώσει κάτι που του δημιούργησε μια ένταση, μια «κρούση», κι αυτή την ένταση προσπαθεί να τη μετατρέψει σε λόγο, να την αποτυπώσει σ’ ένα κείμενο∙ αλλά βέβαια το αποτυπώνει με τρόπο κρυπτικό, με υπαινιγμούς, με δισημίες. Αν τώρα εμείς διαβάζοντας το κείμενο διαγνώσουμε τους υπαινιγμούς, αν δηλαδή πετύχουμε να συντονιστούμε με τις παλμικές κινήσεις του ποιητή, αισθανόμαστε παρόμοιες κινήσεις, παλμούς, «συγκινούμαστε»∙ εκείνο το «κάτι» που είχε νιώσει ο ποιητής το νιώθουμε κι εμείς. Η δική-του ταλάντωση μεταδίδεται και σ’ εμάς. Ας δοκιμάσουμε μ’ ένα πείραμα.

`

Ε Π Ι Τ Υ Μ Β Ι Ο Ν

Λυπηθήκαμε, ίσως, που θά ’φευγε μια μέρα από κοντά-μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως –ή μάλλον– συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης ανιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων.
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θά ’φευγε μια μέρα από κοντά-μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο –ολέθριος επίλογος–
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.

`

Κάποια στιγμή, για να μπορέσω να καταλάβω, να νιώσω περισσότερο το ποίημα –να «συντονιστώ», δηλαδή με τον ποιητή–, σκέφτηκα να βάλω στη θέση του φανταστικού προσώπου ένα δικό-μου, πραγματικό. Κάπως έτσι δεν ήταν ο κύριος Α.; – ας μην πω ολόκληρο το όνομα· δεν θα σήμαινε πολλά πράγματα. Ναι, έτσι: ψηλός αρκετά, ευθυτενής· καθηγητής-μας τότε στη Θεσσαλονίκη, που σίγουρα θα τον είχε γνωρίσει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης κάπου, σε κάποια διάλεξη της «Τέχνης» ας πούμε, ή όπου αλλού, και θα τον σεβόταν κι αυτός όπως κι εμείς – στην ηλικία ο Αναγνωστάκης πρέπει να ήταν κάπου ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτόν. Τον θυμάμαι, λοιπόν, τον καθηγητή, που πάντα μας χαμογελούσε ευγενικά και κάπως απόμακρα όταν μας συναντούσε στους διαδρόμους ή το προαύλιο, κι έχω κρατήσει στη μνήμη-μου μια σκηνή· στις τελευταίες μέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης να προσπαθεί –ήταν ο κοσμήτορας, νομίζω, της Σχολής– να προσπαθεί να σώσει στα σκαλιά μπροστά στην είσοδο έναν φοιτητή –τελευταίες διαδηλώσεις τότε– που τον τραβούσαν κάποιοι χωροφύλακες· εμείς παρακολουθούσαμε περήφανοι και ανήσυχοι.

«Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής». Παρακμής, όμως, ή μήπως το αντίθετο, «ακμής»; Αφού είναι «αξιαγάπητος», αφού καλλιεργεί «με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα», «μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία»; Άρα μήπως πρέπει όλο το ποίημα να το διαβάσουμε αλλιώς; Μήπως, λοιπόν, «σωτήριος επίλογος» κι όχι «ολέθριος»; Μπορεί· είναι, νομίζω, μια νόμιμη ανάγνωση. Όμως όχι, δεν πρέπει να τ’ αλλάξουμε όλα: ο χαρακτήρας που περιγράφει ο ποιητής δεν είναι απόλυτα θετικός, δεν συνιστά «παράδειγμα προς μίμηση». Αν κάτι πρέπει να προσέξουμε δεν είναι η αντιστροφή, είναι η ειρωνεία –εδώ με την έννοια της αμφισημίας– στα όσα διαβάζουμε. Αυτοί οι κάπως απομακρυσμένοι ευγενικοί και καθώς πρέπει συνάνθρωποί-μας, δεν λειτουργούν άλλοτε αποτρεπτικά για όσους θέλουν τους ανθρώπους δραστήριους και αγωνιστικούς, κι άλλοτε σαν απόλυτη παρηγοριά; Μήπως λοιπόν ο ποιητής κρύβει κάπως τις σκέψεις-του, και μας τις παραδίδει μισές για να τις συμπληρώσουμε; Ποίηση δεν είναι να διαβάζουμε κάτι παραπάνω απ’ όσα βλέπουμε;
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια καθόλου ότι η δική-μου ανάγνωση είναι η μόνη που μπορεί να ευσταθεί (εδώ η διαφορά της ποίησης με τη φυσική∙ στη φυσική ο βαθμός ταλάντωσης είναι ένας και ορισμένος, στην ποίηση μπορεί να διαφέρει – ένα ποίημα που συγκινεί εμένα μπορεί ν’ αφήνει άλλους αδιάφορους). Η κάθε αναγνωστική προσέγγιση είναι προσωρινή και στιγμιαία, ενώ το κείμενο είναι διαρκές. Κείται εκεί, στις σελίδες του βιβλίου, και περιμένει να ενεργοποιηθεί.

Προσοχή ωστόσο. Να ενεργοποιηθεί νομίμως. Πρώτον, την αμφισημία που πίστεψα ότι είδα, πρέπει να τη στηρίξω στο κείμενο: νά, εκείνα τα αλλεπάλληλα «ίσως» –τέσσερις φορές–, δεν ενισχύουν την υπόθεση, δεν αθροίζονται πλάι στους θετικούς προσδιορισμούς που αναφέραμε; Και «μαραμένα τριαντάφυλλα» – υπάρχει τίποτε πιο συμπαθητικό, πιο τρυφερό; Και δεύτερον, αν κάποιος μου προτείνει μιαν άλλη ανάγνωση, πιο γερά εδραιωμένη, δεν θα πρέπει να την προτιμήσω; Να πω, «λάθος κατάλαβα, έχεις δίκιο»; Ή απλώς, «κι αυτό σωστό, κι ας μη μου ταιριάζει».

`

Παράδειγμα δεύτερο:

Θ Ε Ω Ρ Ι Α
Το Ποίημα
Χτίζεται
Εκεί που υπήρχε
Το Τίποτα
Για να συμβολίζει
Το Τίποτα
Που υπήρχε
Στη θέση του

`

Πολύ μ’ αρέσει αυτό το ποίημα του Γιάννη Πατίλη. Επειδή κατεβάζει τους τόνους, και κατεβάζοντας τους τόνους μας φέρνει ακριβώς στο επίκεντρο: στην αυτοτέλεια της λογοτεχνίας. Η ποίηση δεν έχει άλλο στόχο από αυτό που λέει: «Το Ποίημα Χτίζεται Εκεί που υπήρχε Το Τίποτα». Σ’ ένα άδειο οικόπεδο ένας αρχιτέκτονας, ένα μάστορας χτίζει κάτι καινούριο. Η Θεωρία της λογοτεχνίας με δυο λόγια. Η λογοτεχνία, η ποίηση είναι μια «κατασκευή»∙ δεν προϋπάρχει, δεν αντιγράφει ούτε μιμείται κάποια πραγματικότητα. Κατασκευάζει, φτιάχνει μια «υπέρ-πραγματικότητα», κάτι που δεν υπήρχε πριν, ένα «Τίποτα». Τίποτα; Ε, κι εδώ πρέπει να διαβάσουμε κάτι παραπάνω, στο άδειο τίποτα να βάλουμε «κάτι». Νά-την η ευφυΐα του ποιήματος∙ αν ο ποιητής μας προσδιόριζε περισσότερο το κάτι θα σκότωνε τη φαντασία του αναγνώστη.

`

Κώστας Γαρίδης (1919-1984)

ΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Όλη τη νύχτα με βασάνιζε το ποίημα.
Μπερδεμένα πράγματα. Σαν όνειρο
που το ξεχνάς, δεν το θυμάσαι όταν ξυπνήσεις.
Είπα να σηκωθώ. Δεν έβρισκα τις λέξεις·
«με λίγη σκέψη», είπα…
Άλλωστε,
–νύχτα, κοίταξα το ρολόι, περασμένες τρεις–
οι λέξεις συνηθίζουν να τρυπώνουν στα χαρτιά.
Μια φωνή με τρόμαξε. «Οι λέξεις
περπατάνε στον κήπο, είπε, αυτή την ώρα·
σκαλώνουν στις τριανταφυλλιές, μυρίζουν τα τριαντάφυλλα,
κι ο λυρισμός δεν είναι οι ευωδιές κι οι αύρες του μεσονυχτιού».
Σηκώθηκα
πήρα το μολύβι, σημάδεψα το χαρτί·
μάταιος κόπος. Έπεσα στο κρεβάτι
κι έπλεα σ’ ένα πέλαγος από ποιήματα.
Σαν ψάρια τά ’πιανα και μου γλιστρούσαν
γυάλιζαν στο βυθό κι εξαφανίζονταν.

`

Επέλεξα αυτό το ποίημα για πολλούς λόγους. Πρώτα-πρώτα γιατί μου άρεσε, δεύτερον γιατι όσο ξέρω ο Κώστας Γαρίδης δεν είναι κανένας ονομαστός ποιητής – εγώ τουλάχιστον δεν είχα ακούσει τίποτε γι’ αυτόν ποτέ, και τυχαία έπεσα στη συλλογή-του (γι’ αυτό και πρόσθεσα τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου). Γιατί μου άρεσε; γιατί περιγράφει με σαφήνεια τη διαδικασία της δημιουργίας – ποίημα ποιητικής, όπως και του Γιάννη Πατίλη. Μα, νύχτα έρχονται οι ιδέες στο μυαλό των ποιητών; Ας αντιστρέψουμε κι εδώ τα λόγια∙ μπορεί να μην έρχονται πάντα νύχτα, περασμένες τρεις, αλλά η στιγμή που έρχονται είναι πάντα σκοτεινή, ολοσκότεινη, μοιάζει με τη νύχτα. Μόνο η ποίηση; Κάθε ευρηματική, κάθε καινούρια ιδέα δεν έρχεται στο μυαλό-μας μορφοποιημένη και ξεκάθαρη, είναι κάτι θαμπό, και πρέπει να ζοριστούμε για να το ξεκαθαρίσουμε. Πιάνουμε χαρτί και μολύβι –τί θα πει αυτό; θα πει πασχίζω να δώσω μορφή στο αδιαμόρφωτο– «μάταιος κόπος», δηλαδή η μορφή δεν βρίσκεται με την πρώτη. Πόσες φορές ξενύχτισε ο Σολωμός, πόσες φορές έγραψε και ξανάγραψε «Αθάνατ’ είσαι, που ποτέ βροντή δεν ησυχάζεις / Ακοίμητ’ είσαι, που ποτέ βροντή δεν ησυχάζεις», «Για πες, αλαφροΐσκιωτε, στη λίμνη απόψε τί ’δες / Εσύ ’σκιον έχεις αλαφρό, και πες απόψε τί ’δες /Αλαφροΐσκιωτε καλέ…», «ήβρε σπυρί κι επήρε-το, κι η μάνα το ζηλεύει / κι εφθόνεσε μικρό πουλί πού ’βρε σπυρί κι ελάλει / λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι μάνα το ζηλεύει». Νά που κι ο μέγας ποιητής, «σαν ψάρια τά πιανε και του γλιστρούσαν | γυάλιζαν στο βυθό κι εξαφανίζονταν».

`

**********************************************************

`

* Το Κείμενο διαβάστηκε στην ημερίδα για την «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης» που οργάνωσε στο Ρέθυμνο το Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Πανεπιστημίου Κρήτης στις 21.3.2013.
***********************************************************
`
Ο Αλέξης Πολίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι. Σήμερα είναι καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου εργάζεται από το 1989· τα χρόνια 1976-1989 εργάστηκε στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Ε.Ι.Ε.