`

Dies Irae…”
`

“The single biggest problem with communication is the illusion that it had been accomplished”
– George Bernard Shaw

`

Οι μεγάλες αλήθειες ξεκινάνε ταπεινά σαν αλήτες.
Κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ.
Ακόμα κι όταν σε καλούνε και σου μιλούν ευγενικά,
ψιθυρίζουν εκείνοι ιστορίες δικές τους
και νέες εξιλαστήριες θυσίες
τα αγάλματα της ξιπασιάς τους, στο βάθος προσμένουν.
Κι αυτοί οι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ
Βασιλεύει πάντοτε στις ευγενείς τους κινήσεις
κείνο το φριχτό vae victis*

Και έρχεται κάποτε η ώρα
που μην αντέχοντας την τυραννία και το βάρος της σκέψης
καλείς από τα βάθη της μνήμης
τους παλιούς Αλαρίχους, τους παλιούς σου Ιππότες
τους ξεχασμένους των ποιητών Δον Κιχώτες.

Και σε αυτόν τον κόσμο
που έχει γεμίσει με μουντζούρες και δήθεν
αφήνεις ελεύθερους τους παλιούς σου βαρβάρους.

Μα δίχως βαρβαρότητα. Πρωτίστως δε γένεσαι όμοια βαρβαρικός με κείνους.

Με την Τέχνη ανοίγεις το δρόμο
Και με νέο ήθος ανακαινίζεις τον κόσμο.

Γιατί γνωρίζεις κείνα που αιώνες πριν φώναζε ο ποιητής
μες από το στόμα ενός αδικημένου τρελού
που φοβόταν να πράξει.
«Καθήκον της Τέχνης είναι να γίνεται καθρέφτης της αλήθειας εμπρός στα μάτια του ανθρώπου»
Και φέρνεις το ίδιο εκείνο πληγωμένο φως της αλήθειας
Μα πολλοί είναι κείνοι που δεν αλλάζουν ποτέ
Και φωνάζουν

Μα συ γνωρίζεις πως πάλι ο ποιητής για κάτι τέτοιους μιλά σαν με το στόμα του ίδιου τρελού ξεστομίζει
«Πραγματικά γενναίος είσαι σαν μπαίνεις στη μάχη
για μια ελάχιστη σταγόνα τιμής που κοντεύει να σβήσει…»

*Vae victis (λατ) : ουαί τοις ηττημένοις, αλλοίμονο στους ηττημένους


`

*

`‘’ Ωδή εις το Σαίξπηρ…’’
`

Ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό…

(Δ. Σαββόπουλος, Ωδή στο Γ. Καραισκάκη)
`

Εγώ δεν θα μιλήσω για ήρωες…
Τους χαμένους μου στίχους, τις θλιβερές τους ψυχές
θα στείλω να ψάξουν τις παλιές μου ιδέες
Τις ιδέες αυτές, θα τις ντύσω σα λέξεις
Λέξεις πολλές και πιο λίγες, φορεσιές γιορτινές
Θλιβερές κι αγχώδεις, μα και νίκης κραυγές.

Εγώ, δεν θα μιλήσω για ήρωες…
Βασιλιάδες λουσμένους σε ονείρου σκιές
Κι άρχοντες στολισμένους με καδένες χρυσές
Εγώ θα ιστορήσω ,τα όνειρα που φορέσαν κουρέλια και τρέχουν στους δρόμους
τους ανέστιους φτωχούς που κάθε μέρα ζουν και πεθαίνουν φτωχοί.

Εγώ παλεύω με στίχους…
Όσο ο Χρόνος με αφήνει, Δον Κιχώτες σωστούς, θα αμολήσω τις σκέψεις στα στενά του χαρτιού.
Το αίμα που τρέχει, κορόνα και στέφει το Νου
Οι εμπνεύσεις ,Ιππότες στις χώρες των άστρων που δύσαν,
με κοντάρια σα στίχους κι ασπίδα τον Ήλιο
την Αλήθεια ζητούν.
Με τους τρελούς μου θα σπείρω φωτιές
σε αυτόν τον πάγο, που χρόνια κατατρώγουν ρωγμές

Μα για ήρωες δεν θα μιλήσω – χρόνια τώρα δεν μιλάνε γι΄ αυτούς –
Θα ερευνήσω μονάχα τα χρυσωμένα μπαούλα που κρύψαν ψυχές.

Έπειτα θα κλείσω τα μάτια, τιμώντας τις φωνές του Ουρανού
Θα ψάλλω για τα σκυλιά
που αλυχτούνε κι ουρλιάζουν σε όσους πονούν οι κρυφές τους πληγές

`

*


«Κόντρα στο ρεύμα…»

Κόντρα στο ρεύμα η ζωή προχωρά
Μέσα από τα σύννεφα και τα γκρίζα κτήρια βγαίνει και στήνει χορούς στις πλατείες
Σε στενές λογικές και λιτότητες εκείνη ανοίγει δρόμους μέσα στις δημοσιές

Τη σκέψη και πιο πολύ την ψυχή δεν ορίζεις
κι ας λέγεσαι φτώχεια, αρρώστια και θλίψη
κι αν γίνεσαι ρέμα και χείμαρρος

Ανθίζουν κάποια δικά της παράξενα λουλούδια, όχι μέσα από τους κήπους μήτε μέσα στα πάρκα
Λίγο λίγο στάχτες και ερείπια πρασινίζουν
Μες από τα μπάζα ξεπηδά η ζωή με τα δικά της παράξενα σχήματα
Τελειόδεντρα, λόγια κάποιου παλιού ποιητή
Πλάτωνας μπορείς να γίνεις και αρχαίος Αισχύλος
Κι όμως μέσα από τα βάσανα, την αγωνία ,τη συντριβή του πληγωμένου ανθρώπου μες στα μαχαίρια της μοίρας
Μέσα από το φόβο, μέσα απ’ το φόβο, σαν αγκαλιάσεις και κάνεις δικιά σου τη λύπη του ξένου, του φίλου, του εχθρού
Μες στην ψυχή, σαν την ψυχή σου ανοίξεις να μπει κάθε άστεγος, να σηκωθεί κάθε άρρωστος να σταθεί κάθε διαβάτης
Τότε μπροστά σου καθάρια, δυνατή, γεμάτη νόημα απλώνεται η ζωή.

Κόντρα στο ρεύμα η ζωή στήνει αναχώματα και σηκώνει λάβαρα, πλακάτ και σημαίες
Και αν νομίζεις και συ πως με μύθους μιλάμε με σχήματα και με παραβολές
Αρκεί να οσμιστείς τη πολιτεία που ποτέ δεν κοιμάται
Κάτω από τον ήλιο, τα σύννεφα και με εκείνο το ονειρικό φεγγαρόφωτο
Τα σπίτια τα τείχη της και το ετερόκλητο, πολύβουο ανθρωπομάνι που έχει για φρουρά της
Αρκεί να αγγίξεις τις χαρές δεμένες με χίλιους πόνους και λύπες
Την γαλήνη στα μάτια εκείνου που φεύγει και τη χαρά του παιδιού που γεννιέται
Το ψηφιδωτό μιας ζωής που ποτέ δε σταμάτησε

Κόντρα στο ρεύμα ελεύθερη στέκει από παντού πολιορκημένη η ζωή…

`

****************************************************************
Ο Χρήστος Τσαγκάρης και είναι πρωτοετής φοιτητής της Ιατρικής. Ασχολείται από τα μαθητικά του χρόνια με τη λογοτεχνία. Ποιήματά του έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Ελλάδα
(Υπουργείο Παιδείας, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΑΠΘ, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών), και έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά (fractal, tovivlio.net, Diasporic Literature) και έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες.