Τεχνίτης μοναδικός ο Αλέκος Ζούκας, όχι μόνο στο μπουζούκι και στη συγγραφική γραφίδα. Στις διαδρομές επιμένω, αυτές που χάραξε στη γεωγραφία της ψυχής, στην ιστορία του ανθρώπινου πόνου και στην ποιητική της παράδοσης, κι αξίζει να προσεχτεί το έργο του! Κύκνειο άσμα του Αλέκου υπήρξε, απʼ όσα γνωρίζω, το πεζογράφημα «Στην Χίο με τον Anatol de Meibohm» (εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Νοέμβρης 2011). Από αυτό αποσπώ σχεδόν τρείς σελίδες (141-144), πυκνογραμμένες και μεστές με τα νοήματα που θέλει ο Αλέκος μας κοινωνήσει. Ίσως κεντρίσω την περιέργεια των αναγνωστών και κινητοποιήσω το ενδιαφέρον. Στο αφήγημα χαμογελούν και θλίβονται πρόσωπα που οι ζωές τους υποκύπτουν, όπως και ο λογοτεχνικός καμβάς που πλέκει ο Αλ.Ζούκας, σε φανερές και λανθάνουσες επικαλύψεις, συναντήσεις, αλληλεπιδράσεις πολιτισμών. Πότε με την ενσάρκωση του Αφηγητή και πότε με το επινοημένο προσωπείο του Anatol de Meibohm (ως ημιδιαφανής περιηγητής στη Χίο, αλλά στʼ αλήθεια ως συγγραφέας του 20ου αιώνα, ενδιαφερόμενος για τη μελέτη των πολιτισμικών συγκρητισμών στην Ανατολή) αφηγείται με μαστοριά. Θέλγεται από την απλή ομορφιά του γυναικείου σώματος, ικανού να νικήσει τον χρόνο και τα όποια μέτρα ακυβερνησίας των …κυβερνήσεων . Συγκινείται από το συντριπτικό άχθος που φορτώνει τον ανθρωπάκο των προσφυγικών συνοικισμών η βίωση της ιστορίας ως συνέπειας και όχι ως ερευνητικής διδακτορικής διατριβής. Εξεγείρεται με αντιεξουσιαστική σκευή στην προοπτική χειραγώγησης μέσω των ιδεολογικοποιημένων αναγνώσεων της ιστορίας των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής, την αποστειρωμένη θέαση της φρίκης των ιμπεριαλιστικών πολέμων, τους οιωνούς που προμήνυαν στη ζαλισμένη πλέμπα τη δηλητηριώδη συνεύρεση των ευρωπαϊκών ισχυρών δυνάμεων μετά των ανίσχυρων… προ της τεκνοποιήσεως της γηράσκουσας ευρωπαϊκής ενωτικής σιρμαγιάς. Η πυρκαγιά που περιέχουν τα λόγια των ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών επιταχύνει τον χρόνο συνάντησης με τα λόγια των ποιητών και των φιλοσόφων και με την αρμονία των νόμων της φύσης, όπως το πίστευε και το υπερασπιζόταν με τη ζωή του ο Αλέκος.


« […] Ο ταπεινός σήμερα δρόμος στην καρδιά του προσφυγικού συνοικισμού, ανήξερος για τα πάθη που κουβαλάει το όνομά του, φιλόξενος για τα παιδιά και τα λουλούδια στις αυλές, διηγείται τη δική του μικρή ιστορία. Στο βάθος, δείχνει τη νέα, ντυμένη με μιαν ημιδιαφανή ρόμπα, να απλώνει τα σεντόνια στον ήλιο του μπαλκονιού. Το σώμα της, κορμί βιόλας, έτοιμο νʼ απιθώσει στο πλακόστρωτο τον μπάσο του λυγμό, ανέτρεπε όλες τις σιωπές και τις εύθραυστες ισορροπίες της ιστορίας. Στο μπαλκόνι της, ο ιστορικός χρόνος θα μπορούσε να παραμείνει στο εασαί σαν ένας τρυφερός και ακατάλυτος ενεστώτας. Προσπέρασα…
Μια παρέα παιδιών έτρεχαν τσιρίζοντας και εξαφανίστηκαν σʼ έναν ακόμα πιο στενό παράδρομο. Ένα ραδιόφωνο πίσω από την κουρτίνα του ανοιχτού παράθυρου έλεγε τις ειδήσεις για τα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, για την ανάπτυξη-αναδιάρθρωση της υπαίθρου. Μου φάνηκαν όλα εντελώς παράταιρα, ένας ανοίκειος θόρυβος, ειδικά μέσα σʼ /αυτή τη γειτονιά ανθρώπων που γνώρισαν την ιστορία κυρίως ως συνέπεια, κάτι που δεν γνώρισε ποτέ η πλειοψηφία των ιστορικών της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Γιατί ο πόνος είναι το αίσθημα που δεν ορίζεται αφʼ εαυτού, αλλά κυρίως δείχνει από πού ξεκινάει κάθε φορά το πρόβλημα. Κι αυτή είναι μια αλήθεια που δεν γνώρισε φαίνεται ποτές του ο Μ. Μαζάουερ κι έφτασε να μας διδάξει τα Βαλκάνια και τις σφαγές, απονευρώνοντας την ιστορία από οποιαδήποτε δυναμική. Είναι μια σύγχρονη αντίληψη τη ιστορίας, χωρίς συνέπεια, κατάλληλη για αφελείς ή –ακόμα χειρότερα- για μελλοντικές χειραγωγήσεις…
Αυτό δηλαδή που, ίσως, είδε ο Χεμινγουέι από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου του στη φλεγόμενη Μικρά Ασία, αυτό το καθολικό ξέσπασμα μίσους και καταστροφής που τον έκανε να πετάξει τη γραφομηχανή του στο πλακόστρωτο και να χαθεί μέσα στο σπαρασσόμενο πλήθος. Αυτό που τον καθιστούσε ανήμπορο να ανεχθεί την ασφάλεια την οποία του παρείχε ένα αμερικάνικο διαβατήριο και μια δημοσιογραφική ταυτότητα, την ώρα που βασίλευε η ανασφάλεια, η φρίκη κι ο ανθρώπινος πόνος. Κανένας Δερβίσης, Άγιος ή Δαίμονας δεν μπόρεσε τότε να / παρασταθεί στους κατατρεγμένους των σχεδιασμών της ΑΝΤΑΝΤ, κανένας δε μπόρεσε να αντισταθεί στα συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης, τα συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης, τα συμφέροντα εκείνα που προοιωνίζονταν τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μέσα από έναν τέτοιο ανώνυμο πόνο πιστεύω πως γεννήθηκαν οι αργόσυρτες μελωδίες που συντρόφευαν τις φρέζες και τα γιασεμιά, στην οδό Μπεν Ζαχαρίου και στην Αγίου Γεωργίου, Παποράκι του Μπουρνόβα και καρότσα της στεριάς, πόσα τάλαρα γυρεύεις στη Βραΐλα να με πας, λέξεις και μέρη άλλων εποχών σαν να μην έγιναν όλα μέσα στην τραγική συντέλεια του πραγματικού χρόνου αλλά κάπου αλλού, σʼ έναν απροσδιόριστο χώρο γραφείων και βιβλιοθηκών, χρονικών και μυθολογιών όπου όλα υποταγμένα στην πνευματική νωθρότητα και ραθυμία των «αφηγητών».
Και παρακάτω ξανά το άρωμα κι η Εστουδιαντίνα, από τα πολλά που μʼ έχεις καμωμένα δεν σε θέλω πια, δεν σε θέλω πια, εδώ σε παρόντα χρόνο, με τη ναπολιτάνικη συγχορδία που παιδευόμουν να μάθω, στα αδέσποτα χρόνια της μουσικής, ή θα σπάσω / κούπες για τα λόγια που ʼπες, άλλοι τόποι κι άλλες εποχές, μέχρι που οι εξατμίσεις κι η επίδειξη της παραλιακής με προσγείωσαν απότομα στην πραγματικότητά μου […]».

Υ.γ. Στις 8 Απριλίου 2012 πέθανε ο Αλέκος Ζούκας σε ηλικία 54 ετών.