Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος κάπου αναφέρει , πως η συλλογή “Στροφή” του Γιώργου Σεφέρη δεν σηματοδοτεί, όπως συνήθως νομίζεται, κάποια στροφή της ελληνικής ποίησης. Είναι λάθος να συγχέουμε το σημείο καμπής μιας πορείας με τη νέα αρχή και κατεύθυνση που θα ακολουθήσει. Στην “Στροφή”, αυτό που βρίσκουμε είναι μια κορύφωση και ένα τέλος, ταυτόχρονα. Οι παραδοσιακές μορφές στιχουργικής ξαναδουλεύονται, εξελίσσονται, και ταυτόχρονα σφραγίζονται μια για πάντα, σηματοδοτόντας τα όριά τους (έξοχο παράδειγμα, όσον αφορά τον δεκαπεντασύλλαβο, αποτελεί ο “Ερωτικός λόγος”). Η “βαριά σκιά του Παλαμά”, που μέχρι τότε επικρατούσε, λάμπει για τελευταία φορά. Και θα υποχωρήσει οριστικά με τον επόμενο σταθμό της δημιουργικής πορείας του Σεφέρη, το “Μυθιστόρημα”. Έτσι εμφανίζεται η νέα, μοντέρνα, και καθοριστική για τις επόμενες γενιές, “βαριά σκιά” της ελληνικής λογοτεχνίας και του ελληνικού πνεύματος γενικότερα.

Η συλλογή “Μυθιστόρημα”, λοιπόν, είναι αυτή που πραγματικά αποτελεί “στροφή” για τα νεοελληνικά γράμματα. Στροφή απο έναν γαλλικής προέλευσης συμβολισμό (“Στροφή”), προς μια αγγλοσαξονικής προέλευσης (T. S. Eliot) υπαινικτική και δραματική πλαστικότητα. Στροφή απο τις παραδοσιακές μορφές στίχου, με τον “εξωτερικό” και “λυρικό” ρυθμό της μετρικής τους, προς τον ελεύθερο, πεζολογικό και κουβεντιαστό στίχο, με την αυστηρή, ωστόσο, “εσωτερική” ρυθμικότητά του. Ο ποιητικός ρυθμός εσωτερικεύεται, ο στίχος απεκδύεται τα εξωτερικά του στολίδια, ενώ μια λιτή και “ταπεινή” ποιητική μέθοδος αναδύεται, γεμάτη υποβλητικότητα και τραγικότητα. Το νέο αυτό ποιητικό ύφος θα εκφράσει μια νέα, επική (δηλαδή μυθιστορηματική) διάσταση της νεοελληνικής συλλογικής συνείδησης.

Ας προχωρήσουμε, τώρα, στην ερμηνεία και τον σχολιασμό ενός χαρακτηριστικού ποιήματος της συλλογής:

Γ’

“Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης”

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τʼ ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.

Το τρίτο ποίημα της συλλογής “Μυθιστόρημα” θεωρούμε πως αποτελεί την δραματική “έναρξη του Μύθου”. Το “πανάρχαιο δράμα” του πρώτου ποιήματος ξαναρχίζει, μέσα απο μια παράδοξη και ημι-ονειρική συνάντηση του ποιητή με ένα μαρμάρινο κεφάλι που βρίσκει στα χέρια του. Το ποίημα είναι άτιτλο, όπως και τα περισσότερα της συλλογής, αλλά επιγράφεται με έναν στίχο απο τις Χοηφόρες του Αισχύλου: “μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης” (θυμήσου τα λουτρά που σε σκότωσαν). Είναι μια επίκληση του Ορέστη προς τον πατέρα του Αγαμέμνονα. Ο Ορέστης, μαζί με την Ηλέκτρα, στέκονται πάνω απο τον τάφο του πατέρα τους, και καλούν το πνεύμα του δολοφονημένου Αγαμέμνονα να τους δώσει δύναμη, για να πάρουν εκδίκηση. Μια επίκληση προς έναν χαμένο πατέρα, προς μια χαμένη πατρίδα ίσως (Μικρασιατικά παράλια), ή προς έναν χαμένο, νιτσεϊκό θεό. Σε κάθε περίπτωση, μια επίκληση μνήμης προς τον κόσμο των νεκρών, με σκοπό την αποκατάσταση μιας αρχαϊκού τύπου δικαιοσύνης.

Το ποιητικό “εγώ”, που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τον ποιητή, αλλά μπορεί να εκφράζει ένα συλλογικότερο, αφηγηματικό “εγώ”, ξυπνώντας, βρίσκεται με ένα μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια. Το βάρος του είναι εξαντλητικό, κουράζει τον αφηγητή και του δημιουργεί απορία. Δεν ξέρει πού να το ακουμπήσει. Η συνάντηση έγινε στα όρια του ονειρικού κόσμου: Εκείνο έπεφτε στο όνειρο, δηλαδή στον χώρο του ρομαντικού μύθου και της εξιδανίκευσης. Εκείνος έβγαινε απο το όνειρο, δηλαδή ανακτούσε την επαφή του με την ιστορική πραγματικότητα, μετά την οριστική ήττα της Μεγάλης Ιδέας. Έτσι, μέσα σε αυτό το χάσμα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, μύθου και ιστορίας, η μοίρα του ποιητή – αφηγητή και η μοίρα της μαρμάρινης κεφαλής ενώθηκαν.

“Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη΄

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.”

Ο ποιητής – αφηγητής περιεργάζεται το μαρμάρινο κεφάλι. Προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά η επικοινωνία είναι αδύνατη. Η κεφαλή είναι φθαρμένη απο τους αιώνες. Έχει χάσει το αρχαίο της χρώμα και την αρχική ζωντάνια των χαρακτηριστικών της. Κι όμως υπάρχει, σε μια αιωνίως ημιθανή κατάσταση. Στο μεταίχμιο ομιλίας και σιωπής, χρονικότητας και αιωνιότητας, ζωής και θανάτου. Ένα φθαρμένο απόσπασμα, σαν απο αρχαίο πάπυρο. Ένα ερείπιο, σαν ακρωτηριασμένο μέλος κάποιου αγάλματος.

Η σχέση του ποιητή – αφηγητή με το αρχαίο πνεύμα δεν είναι μια σχέση ρομαντική και ενθουσιώδης, ούτε μια σχέση ακαδημαϊκή και στείρα. Είναι μια σχέση αληθινή και βασανιστική. Το βάρος της αρχαίας κληρονομιάς είναι ανυπόφορο, και ο ποιητής – αφηγητής ομολογεί πως “δεν έχει άλλη δύναμη”. Τα χέρια του δεν αντέχουν άλλο να βαστούν αυτό το αρχαίο απομεινάρι απο το πουθενά και χάνονται μέσα στο έρεβος του χωροχρόνου. Τελικά, τα ίδια τα χέρια του ποιητή – αφηγητή, αυτονομημένα και ξένα, τον πλησιάζουν απειλητικά, σαν μέσα σε όνειρο πάλι, κι αυτά σαν αρχαία απομεινάρια, ακρωτηριασμένα. Το μαρμάρινο κεφάλι, το αρχαίο πνεύμα δηλαδή, με το εξαντλητικό βάρος του, άφησε τον ποιητή – αφηγητή ακρωτηριασμένο και ανήμπορο, χωρίς χέρια, έρμαιο τελικά στην καταστροφική επίδραση του χρόνου. Ο ποιητής – αφηγητής ενώνεται με την αρχαία κεφαλή, αλλά, έτσι, ενώνεται και η τραγική τους μοίρα.

Ο Αλέξ. Αργυρίου, σε κείμενό του για την ποίηση του Σεφέρη αναφέρει τα εξής : “Ο Σεφέρης λάτρεψε πολλούς θεούς. Μέσα όμως στο μεσογειακό του αίμα, οι θεοί του έχουν μια υλική υπόσταση. Η πρώτη πραγματικότητα του ανθρώπου είναι το σώμα του που το αυλακώνουν ίμεροι ζωικοί. Το κορμί του είναι μια ανεπανάληπτη πραγματικότητα. Αλλά η ύλη ολοένα και καταστρέφεται. Φέρνει μέσα της τον θάνατό της. Καταναλίσκεται μέσα στην ιερή της υπόσταση. Σ’ αυτήν την αίσθηση της ματαιότητας βρίσκεται το ένα σκέλος του απελπισμού του. Αντιμεταφυσικός απο ιδιοσυγκρασία, που την έκανε με τον καιρό πεποίθηση, θέλησε (απο μια οικονομία δικής του εκτίμησης) να γεμίσει το κενό και να αντικαταστήσει τον κλονισμένο θεό του. Έτσι πέρασε στην προσέγγιση ενός κόσμου παρωχημένου: της αρχαιότητας. Κι αυτήν όμως, σφραγισμένος πια απο την πείρα του, την είδε σαν ένα άθροισμα σωμάτων νεκρών, γλυπτών μαρμάρων: Ινδάλματα της φθοράς και της ακινησίας. Δυο φορές πεθαμένοι. Απο τον θάνατο και απο τον χρόνο.”

Μιλώντας γενικότερα για το “Μυθιστότημα” του Σεφέρη, στον κεντρικό άξονα του “μύθου” που κυριαρχεί στη συλλογή, εμφανίζονται υπαινικτικά οι μορφές του Οδυσσέα και των συντρόφων του, των Αργοναυτών και του Ελπήνωρα, όπως και δύο δραματικοί μονόλογοι της Ανδρομέδας και του Ορέστη. Οι μυθικές αυτές μορφές εμφανίζονται καθημερινές και αποσπασματικές. Οι χρονικές αποστάσεις έχουν καταργηθεί και κυριαρχεί ένα ακαθόριστο και αιώνιο παρόν, στο οποίο, τα μυθικά αυτά πρόσωπα εμφανίζονται, χωρίς ιδιαίτερες μυθολογικές προϋποθέσεις, ως απλοί άνθρωποι με κοινά, ανθρώπινα αισθήματα.

Οι άλλοι δύο άξονες που πλαισιώνουν τον άξονα του μύθου, είναι ο άξονας του “δράματος”, που συναιρεί το απώτατο παρελθόν με το ιστορικό παρόν, τον πανάρχαιο μύθο με την νεότερη ιστορία, και ο άξονας του “ταξιδιού”, που ολοκληρώνει και κινητοποιεί τους δύο άλλους άξονες, δίνοντας την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και εκκρεμούς ταξιδιού, της αέναης περιπλάνησης και της αθεράπευτης νοσταλγίας για κάποια χαμένη πατρίδα. Αυτή η ριζική απουσία πατρίδας και προορισμού, που διαπερνά τον άξονα του “ταξιδιού”, βρίσκει την λύτρωσή της στο θάνατο, που αποκαθιστά τη χαμένη ενότητα και ταυτίζεται με τη γαλήνη.

Υπάρχει μια διάχυτη απαισιοδοξία στην ποίηση του Σεφέρη. Όμως αυτή η απαισιοδοξία δεν είναι ρομαντική. Ο Ανδρέας Καραντώνης γράφει πως “στην αόριστη κι εντελώς υποκειμενική απαισιοδοξία των νέων ποιητών [εκείνης της εποχής], ο Σεφέρης αντιτάσσει μια αντικειμενική και καθαρά ελληνική απαισιοδοξία”. Τελειώνοντας την κριτική του για το “Μυθιστόρημα”, αναφέρει: “Κι όμως η συνειδητή αυτή απαισιοδοξία που πλημμυρίζει ασφυχτικά τα όρια του απόλυτου και απειλεί να τα σπάσει, δεν υπάρχει φόβος να μας μεταδώσει τη διαβρωτική νοσηρότητα και τη μούχλα του Καρυωτακισμού. Κατά βάθος είναι η απαισιοδοξία ενός γερού οργανισμού που δε φοβάται να ψηλαφήσει την αρρώστια του. Έπειτα, είτε το θέλουμε είτε όχι, αποτελεί τη μόνιμη πραγματικότητα της ελληνικής ψυχής, προκαλώντας συχνά τις βίαιες αντιδράσεις που γεννούνε τις μεγάλες εποχές και τα μεγάλα έργα και καθρεφτίζεται σ’ ολόκληρη τη λογοτεχνία μας, απο τα δημοτικά τραγούδια ως την υπερσυνειδητή τέχνη του Σεφέρη, που σ’ αυτόν έλαχε να την αισθητοποιήσει ποιητικά και να την ανυψώσει σε αντικειμενική θεωρία ζωής” .

Βιβλιογραφία:

Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Π. Ε. Κ.
Ανδρέας Καραντώνης, Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης
Χρήστος Μαλεβίτσης, “Ο Νεοελληνικός Λόγος” (1997), εκδ. Αρμός
Mario Vitti, Φθορά και Λόγος

ΣΗμειωσεις

Το κείμενο αποτελεί εργασία για το “Μυθιστόρημα” του Γ. Σεφέρη, και παρουσιάστηκε στα πλαίσια του μαθήματος “Κείμενα και Συγγραφείς της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1930-1980”, με καθηγητή τον Γ. Παπαθεοδώρου, στην Φιλολογία Ιωαννίνων.

βλ. Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Π. Ε. Κ.
βλ. Μυθιστόρημα, Α’

βλ. Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Π. Ε. Κ.
βλ. Ανδρέας Καραντώνης, Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης