`

Σκιά

Η νύχτα ήταν βροχερή απʼ αυτές που η βροχή είναι μόνο συνοδός σε μια ολόκληρη κουστωδία φοβερού παγωμένου αέρα που με ριπές περιφερόταν και περιέφερε ο,τιδήποτε μπορούσε να κινηθεί στην πολιτεία. Αόρατα μαύρα σύγνεφα κάλυπταν τον ουρανό κι έριχναν μια σκιά που, για το τρομαγμένο πλήθος, φάνταζε σαν κινηματογραφικό στιγμιότυπο, πίσω απʼ τα τζάμια του σπιτιού του.

Εκεί έξω όμως, μαίνονταν πραγματικά οι δυνάμεις της φύσης, έριχναν την απελπισία ανάμεσα στις τεράστιες σταγόνες κι αυτή κυλούσε σʼ όλους τους υπόνομους της πόλης και υπονόμευε τη χαρά μιας μελλοντικής, φωτεινής, παρήγορης μέρας.

Εκεί έξω περπατούσαμε χωρίς να μιλάμε, μη κι ο αέρας πάρει τις φωνές μας κι η ομίχλη τις ζωές μας. Ο ήχος του αέρα γινόταν σφυριχτός σαν ουρλιαχτό ζώου που πονάει και κλαίει κι η υγρασία έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με παγωμένο χέρι που σφίγγει την ψυχή και στέλνει κακά προαισθήματα.

Εκεί έξω κάποιος παρακολουθούσε ένα ασήμαντο σάλεμα που η νύχτα το ʽκανε τεράστιο. Σκιά που μεγάλωνε κι έμοιαζε ζωντανή. Κινούνταν αργά, μα σταθερά – νόμιζε – προς εκείνον κι ένιωθε παγωμένος να κοιτά τη φοβερή μορφή.

Προσπαθούσε να μετρήσει τις πλάκες στο πλακόστρωτο, ως η μέτρηση να ʽταν μια ώθηση για νʼ απαγκιστρωθεί. Όμως αδύνατον! Κάθε που έπαιρνε τα μάτια απʼ τη σκιά θαρρούσε πως αυτή ήταν κιόλας δίπλα του.

Απεγνωσμένα, αναρωτιόταν για βοήθεια, κάποιον άλλο περαστικό. Φανταζόταν να στρέφει την πλάτη του και να προχωρά. Θεωρητικά όλα τούτα. Στην πράξη ένιωθε αιώνες εκεί, αδύνατον να υπολογίσει το χρόνο. Το κακό προαίσθημα γινόταν πραγματικότητα.

Δεν ένιωθε πια τα πόδια του, αδυνατούσε να λυγίσει τα δάχτυλά του, άκουγε τους αδύναμους χτύπους της καρδιάς του τρομακτικά δυνατά.

Δεν μας είδε, ούτε μας άκουσε που του φωνάξαμε όταν χάθηκε στο σκότος της. Η σκιά γελούσε χαιρέκακα.

Εκεί έξω, συνεχίσαμε να περπατάμε χωρίς να μιλάμε, μη κι ο αέρας πάρει τις φωνές μας κι η ομίχλη τις ζωές μας. Σφίγγοντας τον κόρφο μας, συνεχίσαμε.

`

*

Δέρμα παιδιού

Γυρνά στο σπίτι και τον πλακώνει όλη η ζωή του. Φεύγει από το σπίτι και τον πλακώνει όλη η πόλη.
Μόνιμος κάτοικος από την αρχή μέχρι…το τέλος;

Καλός άνθρωπος, καλή δουλειά, καλή γυναίκα, καλά παιδιά. Όλα τέλεια.

Δεν θέλει να στενοχωρεί τους ανθρώπους, πιο πολύ τους δικούς του ανθρώπους. Πιστός συνεργάτης του πατέρα. Εξομολογητής της τέλειας μητέρας.

Μαζί τις καθημερινές, μαζί τις Κυριακές, μαζί τις γιορτές. Πιο κοντά δεν γίνεται, υπό τα αυστηρά ηνία του πατέρα, υπό τα τρυφερά ηνία της μητέρας. Πώς να εναντιωθεί;

Καλός γιος, υπάκουος γιος, εύκολος άνθρωπος. Ακατανόητη σκοτεινιά. Τρέλα!

Κλείνεται. Κανείς δεν ξέρει γι αυτόν «κάποια πράγματα».Τα περνά μόνος. Αδυνατεί να συγκεντρωθεί. Αναβάλλει υποχρεώσεις. Δεν δουλεύει καθόλου ή «ένα δυο πραγματάκια». Απορεί με τον εαυτό του. Αδιέξοδο!

Νιώθει να γερνά. Χώνεται στους δρόμους του διαδικτύου. Αναζητά εκεί τις δικές του, ολόδικές του ανάγκες. Τη φυγή. Τον τόπο όπου δεν έζησε. Μια νέα ζωή.

Νέα διλήμματα καλύπτουν τα παλαιά, τα παλαιά διλήμματα φορούν τα πρόσωπα των νέων. Χρειάζεται οπωσδήποτε έξοδο, αυτή που δεν βρίσκει πουθενά. Κάποιον να καταλάβει, γιατί αισθάνεται έτσι, γιατί δεν μπορεί νʼ αποφασίσει τι νʼ αφήσει, νʼ αφήσει τί;

Κάποιον να τον σταματήσει να γερνά στο ίδιο δέρμα παιδιού.

`

*

Οδύνη

Δυσκολεύεται να κοιμηθεί, δυσκολεύεται να ξυπνήσει. Ξυπνά κουρασμένος, σαν να μη κοιμήθηκε.

Δυσκολεύεται να καταπιεί, δυσκολεύεται να κινηθεί, τρέμει το χέρι του, όταν το απλώνει να πάρει κάτι.

Δεν έχει κουράγιο να αντιδράσει, να φωνάξει, να χτυπήσει τη γροθιά του στο τραπέζι.

Δυσκολεύεται να δει, οι εικόνες περνούν σαν μέσα από ένα πέπλο.

Αισθάνεται σαν ρομπότ, μόνο που τα ρομπότ δεν ιδρώνουν, δεν χάνουν τα μαλλιά τους, δεν νιώθουν διάτρητα, κομμένα.

Καμιά φορά ονειρεύεται τα κομμάτια του και ξυπνά έντρομος. Γυμνά κομμάτια του εαυτού του κρέμονται σε σύρματα για πλυμένα ρούχα.

Εφιάλτης. Ενοχή. Καθαρτήριο. Φωνές του φωνάζουν κάτι που τρομάζει. Κενού νοήματος.

Οδύνη κομματιασμένου ανθρώπου.

`

*

Βουλιμία

Μια τρύπα αβυσσαλέα την κάνει να νιώθει μισή. Ώρες – ώρες απλώνεται παντού εσωτερικά στο κορμί της και νιώθει πως δεν υπάρχει, παρά μόνο η τρύπα. Σχεδόν νομίζει ότι τη βλέπει, την αγγίζει.

Ακούει το κενό μέσα της. Υπόκωφος θόρυβος από ακατάληπτες λέξεις, δάκρυα του παρελθόντος που έσκαβαν. Χρόνια. Πόνος. Θυμός. Αδύνατον να τη γεμίσει, να την εξευμενίσει, να την κλείσει, ακόμη και με όλα τα γλυκά του κόσμου.

Αδύνατον να τα κάνει μια γλυκιά μάζα και να ενώσει έτσι τον εαυτό της. Να γίνει ολόκληρη και γλυκιά.

`

*

Ανορεξία

Δεν θυμάται που, με το μικρό χεράκι, ψηλαφητά αναζητούσε την παρουσία μέσα στο σκοτάδι της απουσίας, χωρίς ανταπόκριση. Έλειπε το φωτεινό λευκό υγρό της ηδονής, της ζεστασιάς, της αγκαλιάς, το γάλα.

Δεν θυμάται το κλάμα του βρέφους. Θυμάται αργότερα. Ψιθυριστά λόγια κραύγαζαν στο μυαλό, με τις κρίσεις τους, για το σώμα, το βάρος, το ύψος, τη μορφή της που όλα δεν ήταν, όπως θα έπρεπε. Η αγάπη ισχνή όλο και έφθινε.

Κραυγαλέα λόγια ψιθύριζαν μέσα της, κάθε που πήγαινε να φάει, για τα συστατικά, τα θρεπτικά, τα βλαβερά, τις θερμίδες κι εμπόδιζαν κάθε είσοδό τους. Ξανά, και Ξανά, και Ξανά! Κλάμα σαν βρέφους.

Το σώμα σταμάτησε να αισθάνεται. Η μορφή έγινε δυο τεράστια μάτια, με την πείνα των παιδιών της Αφρικής στην ψυχή.

Το βλέμμα δεν έβλεπε, μόνο κοιτούσε την απαγόρευση αυτού που δεν θα έπρεπε να ζητά, κι αυτού που δεν θα έπρεπε να είναι. Το στόμα σφραγίσθηκε.

Βοήθεια! Κανείς δεν φωνάζει γιατί κι αυτός που είναι παρόν απουσιάζει.